Η ασυναίσθητη απώλεια της ιστορικής μνήμης κάποτε έχει ως αφετηρία την επιθυμία όχι απλώς να εξωραϊστεί, αλλά στην κυριολεξία να σβηστεί τελείως το παρελθόν. Τόσο στο ατομικό όσο και στο συλλογικό επίπεδο, η επιθυμία αυτή αποτελεί τυπικό χαρακτηριστικό ψυχοπαθολογικής κατάστασης.
Ετσι στη χώρα μας, από το 1924 και ιδίως τα τελευταία σαράντα χρόνια, έχει γίνει τόσο συστηματική πλύση εγκεφάλου ώστε επικρατεί σφοδρή προκατάληψη και πλήρης άγνοια όχι μόνο για τον βασιλικό θεσμό γενικά, αλλά και για την ελληνική Ιστορία ειδικότερα.
Υπήρξε τάχα «ξένη» και «ξενόφερτη» η βασιλεία στη Νεότερη Ελλάδα; Ακόμη και αν εξαιρεθούν οι περίοδοι ξένης κατάκτησης (ρωμαϊκής και οθωμανικής), ο Ελληνισμός έζησε το μεγαλύτερο διάστημα υπό βασιλεία (ομηρική, μακεδονική, ελληνιστική, βυζαντινή).
Σε μία διαδρομή τριών χιλιάδων ετών, μοναδικό «φωτεινό διάλειμμα» υπήρξε η εξαφάνιση της βασιλείας για περίπου τέσσερις αιώνες από τις αρχαίες πόλεις-κράτη. Και τότε ακόμη, κραυγαλέα εξαίρεση αποτελούσε η Σπάρτη.
Δεν είναι λοιπόν αλήθεια ότι μετά το 1821 η βασιλεία «επιβλήθηκε» τάχα από ξένες δυνάμεις σε έναν λαό με δήθεν προαιώνια αντιβασιλικά γονίδια.
Ξενόφερτη υπήρξε πράγματι (και εκ των πραγμάτων) όχι η βασιλεία, αλλά η δυναστεία – τόσο η πρώτη, που δεν μπόρεσε να θεμελιώσει ο Οθων, όσο και η δεύτερη, που εγκαινίασε ο Γεώργιος Α’.
Το ίδιο όμως ισχύει και σε πολλές χώρες που παραμένουν βασίλεια μέχρι σήμερα, χωρίς προοπτική πολιτειακής μεταβολής.
Αλλωστε, ο πιο επιτυχημένος βασιλιάς της Νεότερης Ελλάδας ήταν ταυτόχρονα και ο πιο ξένος: ο Γεώργιος Α’. Αντίθετα, ο γιος του Κωνσταντίνος Α’ λατρεύτηκε ως Ελληνας και ως απευθείας διάδοχος του Κωνσταντίνου ΙΑ’ Παλαιολόγου.
Αυτό δεν τον εμπόδισε να αποτύχει οικτρά ως βασιλιάς, συμπαρασύροντας τη δυναστεία και τη βασιλεία και τερματίζοντας την μέχρι τότε σχεδόν γενική αποδοχή τους.
Εξαιτίας του, το λεγόμενο πολιτειακό ζήτημα (το δίλημμα μεταξύ βασιλευόμενης και αβασίλευτης δημοκρατίας) μας δίχασε και μας ταλαιπώρησε για μισό αιώνα, μέχρι την οριστική λύση του το 1974.
Σχεδόν μισό αιώνα αργότερα, εξακολουθεί να επικρατεί αντιβασιλική υστερία και η νοσηρή επιθυμία να εξαλειφθεί το βασιλικό παρελθόν της χώρας.
Γι’ αυτό και επικρατεί πλήρης αδιαφορία για πολύτιμα ιστορικά κειμήλια από το παρελθόν αυτό. Το πιο εύγλωττο παράδειγμα αποτελούν τα βασιλικά εμβλήματα (στέμμα, σκήπτρο, ξίφος) που είχαν φιλοτεχνηθεί για τον Οθωνα, ως πρώτο βασιλιά της Νεότερης Ελλάδας.
Η ιστορία αρχίζει το 1806, όταν οι Βίτελσμπαχ, ως δυναστεία, προβιβάστηκαν (χάρη στον Ναπολέοντα) από δούκες σε βασιλείς της Βαυαρίας. Παράγγειλαν τότε στο Παρίσι βασιλικό στέμμα, σκήπτρο και ξίφος. Μερικά χρόνια αργότερα, η οικογένεια θεώρησε ότι απέκτησε και δεύτερο βασίλειο: το ελληνικό.
Παράγγειλαν, λοιπόν, το 1835, πάλι στο Παρίσι, ένα δεύτερο παρόμοιο χρυσό «σετ» (κορόνα, σκήπτρο, ξίφος), για να χρησιμοποιηθεί στην τελετή στέψης του Οθωνα ως πρώτου βασιλιά της Ελλάδας.
Αυτή σχεδιαζόταν να συμπέσει με την ενηλικίωσή του, αλλά τελικά δεν έγινε, για διάφορους λόγους. Οταν ο Οθων έφυγε το 1862 από την Ελλάδα, χωρίς να παραιτηθεί, πήρε μαζί του το αχρησιμοποίητο «σετ». Στη συνέχεια, τα αντικείμενα αυτά περιήλθαν στην οικογένειά του, δηλαδή στους Βίτελσμπαχ.
Υστερα από σχεδόν έναν αιώνα, εκπρόσωπος των Βίτελσμπαχ έφερε τα τρία αντικείμενα στην Ελλάδα και τα παρέδωσε στον τότε βασιλιά Παύλο σε επίσημη τελετή, που έγινε στα Ανάκτορα στις 20 Δεκεμβρίου 1959, με παρουσία και της κυβέρνησης Κ. Καραμανλή. Από το 1967, όμως, η τύχη τους αγνοείται.
Το 1999 έγινε στο Μόναχο, στο Βαυαρικό Εθνικό Μουσείο, μία καταπληκτική έκθεση με τίτλο «Η Νέα Ελλάς: Ελληνες και Βαυαροί την εποχή του Λουδοβίκου Α’» (πατέρας του Οθωνα).
Υστερα μεταφέρθηκε στην Ελλάδα (στην Εθνική Πινακοθήκη), με τον (ανώδυνο) τίτλο «Αθήνα-Μόναχο». Στον κατάλογο της έκθεσης υπήρχαν φωτογραφίες των τριών αντικειμένων (και της τελετής παράδοσής τους το 1959) με την ασυνήθιστη ένδειξη ότι είναι άγνωστο πού φυλάσσονται.
Αν δεν κάνω σοβαρό λάθος, η τύχη των τριών συγκεκριμένων αντικειμένων ουδέποτε απασχόλησε τις ατέρμονες διαμάχες για τη λεγόμενη βασιλική περιουσία. Κάποιοι αποσιώπησαν την ύπαρξή τους, κάποιοι άλλοι την αγνοούσαν…
Είναι, πάντως, ολοφάνερο ότι τελετουργικά αντικείμενα, όπως το βασιλικό στέμμα ή το σκήπτρο, δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να θεωρηθούν «ιδιωτική» περιουσία.
Αποτελούν κατεξοχήν και στον υπέρτατο βαθμό περιουσία του κράτους διαχρονικά, άσχετα από τη διαδοχή πολιτευμάτων ή και δυναστειών. Γι’ αυτό εκτίθενται στο κοινό σε πολλές χώρες, ανεξάρτητα από το ισχύον σ’ αυτές πολίτευμα.
Με αυτό, άλλωστε, το σκεπτικό τα επέστρεψαν στην Ελλάδα πριν από μισό αιώνα οι Βίτελσμπαχ, αντί να τα κρατήσουν εσαεί ως δικά τους τάχα «οικογενειακά κειμήλια». Ο τελευταίος βασιλιάς δεν έχει καν τη δικαιολογία ότι προέρχονται από τον προπάππο του, όπως το Τατόι.
* τ. καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το βιβλίο του «1915: Ο Εθνικός Διχασμός» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη
