Στα τέλη της δεκαετίας του 1990, και στις αρχές του εικοστού πρώτου αιώνα, σημειώθηκαν εκατοντάδες επιθέσεις με γκαζάκια και βενζίνη εναντίον πληθώρας στόχων. Πολυτελή αυτοκίνητα, περιπολικά, οχήματα διπλωματών, Ι.Χ. αστυνομικών αλλά και υποκαταστήματα τραπεζών, γραφεία πολιτικών και κομμάτων, ΑΤΜ και Εφορίες είχαν υποστεί επίθεση με εμπρηστικούς κυρίως, αλλά και κάποιους βομβιστικούς μηχανισμούς. Μία από τις οργανώσεις που είχαν αναλάβει την ευθύνη για πολλά χτυπήματα ήταν και η επονομαζόμενη «Λυσσασμένοι αναρχικοί».
Διακόσια χρόνια νωρίτερα, στα τέλη του 18ου αιώνα, κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης, είχαν δράσει στο Παρίσι οι διαβόητοι «Λυσσασμένοι» («Les Enragés»), που ο άγριος φανατισμός τους στη μαχητική υπεράσπιση των συμφερόντων των κατώτερων τάξεων, των «Sans culottes», των Αβράκωτων, έμεινε παροιμιώδης.
Με αυτό το αιχμηρό, φλεγόμενο, εκρηκτικό ψευδώνυμο («Λυσσασμένος») διάλεξε να υπογράψει τη δική του ανάληψη ευθύνης όχι ένας εικοσάρης αντιεξουσιαστής, όχι ένας Γάλλος enragé με τα μυαλά στα κάγκελα, αλλά ένας 89χρονος συνταξιούχος, αυτός που σκάγιασε με την κοντόκαννη καραμπίνα του πέντε αθώα άτομα στον ΕΦΚΑ και στο Πρωτοδικείο, γιατί τον έπνιγε το δίκιο του. Γιατί όμως τόσο οι αναρχικοί και οι επαναστάτες που έρχονται σε ανοιχτή ρήξη με το σύστημα και την άρχουσα τάξη όσο και ο αυτόδικος συνταξιούχος που πυροβολεί υπαλλήλους γιατί τον αδίκησε το κράτος, γιατί αυτοί οι τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους άνθρωποι επιλέγουν να επονομαστούν «Λυσσασμένοι»;
Το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας λέει πως η λέξη «λύσσα», δηλαδή η ιογενής, μολυσματική και συχνά θανατηφόρος ασθένεια που προσβάλλει σαρκοφάγα ζώα καθώς και τον άνθρωπο προκαλώντας παράλυση του κεντρικού νευρικού συστήματος, προέρχεται από τη λέξη «λύκος», δηλώνοντας μια χαρακτηριστική ασθένεια των λύκων. Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, η λέξη προσδιόριζε αρχικώς μια λυκόμορφη θεότητα, που μεταμόρφωνε τον σκύλο σε λύκο. Αυτό είναι ενδιαφέρον, γιατί η δεύτερη, μεταφορική σημασία της λέξης «λύσσα», είναι η ακατάσχετη οργή, η παράφορη μανία, η τρέλα, η ορμητικότητα, η αλλοφροσύνη. Λύσσα, επίσης, είναι η έντονη προσκόλληση, το υπερβολικό πάθος για κάτι, ενώ λύσσα λέμε και το υπερβολικά αλμυρό φαγητό, αλλά και τη μεγάλη πείνα.
Η λύσσα έχει δώσει κάποιες πολύ παραστατικές λέξεις: το λυσσακό ή λυσσιακό είναι η μεγάλη μανία, η λύσσα που καταλαμβάνει κάποιον εναντίον άλλου: «Τρώω τα λυσσακά μου» σημαίνει πως καταβάλλω μανιώδεις, παθιασμένες προσπάθειες να πετύχω τον σκοπό μου, με κάθε θεμιτό ή αθέμιτο μέσο. Ο λυσσαλέος (ή λυσσώδης) είναι αυτός που εκδηλώνεται με μεγάλη σφοδρότητα, ο μανιασμένος, ενώ ο λυσσ(ι)άρης και βέβαια η λυσσάρα είναι αυτή ή αυτός που διακατέχεται από ασυγκράτητη επιθυμία για σεξ. Επίσης, «λυσσομανώ» σημαίνει «εκδηλώνομαι με μεγάλη σφοδρότητα», εάν μιλάμε για φυσικά φαινόμενα.
Αυτή η λυκόμορφη θεότητα που μεταμόρφωνε τους σκύλους σε λύκους, που ανέκαθεν εξαγρίωνε τους υποταγμένους, που ενέπνεε παράφορη μανία στους εξημερωμένους, αναγκάζοντάς τους να στραφούν εναντίον των αφεντικών τους, και να δαγκώσουν το χέρι που τους ταΐζει, είναι η Λύσσα. Είναι η θεά της άναρχης εξέγερσης, της τυφλής μανίας και όχι μιας σχεδιασμένης και προγραμματισμένης επανάστασης. Η Λύσσα δεν πολιτεύεται, ούτε αντιπολιτεύεται. Η Λύσσα δεν διακρίνει ενόχους, όπως είναι οι φιλελέρες που καταδικάζουν με την κοινωνική πολιτική τους τόσους ανθρώπους σε μιζέρια, ή αθώους, όπως είναι οι υπάλληλοι που εργάζονται σε κρατικές δομές. Η Λύσσα είναι ενστικτώδης – αν αποκτήσει συνείδηση, τη λέμε ταξικό αγώνα.
