Από τους αδελφούς Λιμιέρ μέχρι τις μέρες μας η συλλογική ψυχαγωγία υπήρξε πολύ συχνά υπόθεση της επίμονης ενασχόλησης των ανθρώπων με τις εκάστοτε οθόνες. Οι «Νησίδες» προσπαθούν να παρατηρήσουν το τωρινό «επεισόδιο» της ενασχόλησης αυτής, να το χαρτογραφήσουν και να ανακαλύψουν πώς και γιατί αυτή η νέα μορφή «προϊόντος», οι πλατφόρμες, κέρδισε τις καρδιές, τα κοντρόλ και τις χρεωστικές κάρτες των νεοελλήνων θεατών
Οι ψηφιακές πλατφόρμες αποτελούν χωρίς αμφιβολία την τωρινή και αρκετά συναρπαστική φάση στη διαρκώς συναρπαστική «ιστορία της οθόνης». Στην ιστορία, δηλαδή, της παρακολούθησης κινούμενου οπτικού -και αργότερα οπτικοακουστικού/πολυμεσικού- περιεχομένου την οποία μας συνέστησαν για πρώτη φορά οι αδελφοί Λιμιέρ το 1895, αλλάζοντας μια για πάντα τον ορισμό της συλλογικής ψυχαγωγίας στη συνείδηση των περισσότερων λαών. Για να δώσουν, αρκετές δεκαετίες μετά, τη σκυτάλη στην τηλεόραση με πρόγραμμα – το μήλον της έριδος του δημοφιλέστερου ελληνικού κοινωνικού debate των δεκαετιών 1980, 1990 και 2000. Και εν συνεχεία, αλλά σχεδόν παράλληλα, στη βιντεοκασέτα, στο dvd, στο φλασάκι με τις ταινίες, στο cloud γεμάτο επεισόδια.
Πανδημία, binge-watching, περιεχόμενο κατά παραγγελία: νέες λέξεις στο λεξιλόγιό μας
Πλέον, ο πρωταγωνιστής είναι το περιεχόμενο κατά παραγγελία (content on demand). Το ζητούμενο, δηλαδή, είναι να μπορείς να παρακολουθήσεις το περιεχόμενο που σε ενδιαφέρει, την ώρα που σε βολεύει και σε εκείνη την οθόνη που σου είναι πλησιέστερη και εύκαιρη κάθε φορά: smartphone, tablet, PC, κονσόλα, Smart TV. Υπάρχουν πολλοί χρήστες -κυρίως στο εξωτερικό- που παρακολουθούν περιεχόμενο μορφής βίντεο ακόμα και στη μικροσκοπική οθόνη κάποιων smartwatches. Ετσι από τα κλασικά κανάλια και τα βραδινά δελτία ειδήσεων ώς τις πλατφόρμες, η σχέση των Ελλήνων με την οθόνη έχει αλλάξει ριζικά. Το ζάπινγκ εγκαταλείπεται αργά αλλά σταθερά· στη θέση του μπαίνει η συνήθεια του «binge-watching» – εκείνη η βραδιά στη διάρκεια της οποίας μια σειρά συχνά «τραβάει» το επόμενο επεισόδιο χωρίς καν να «ρωτήσει». Η τάση, μαζί με το αφοπλιστικά επιθετικό της μάρκετινγκ, ήρθε όπως πολλές άλλες και στη χώρα μας και το κοινό την υποδέχτηκε θερμά.
Η πανδημία του Covid-19 υπήρξε το σημείο καμπής. Κλεισμένοι στα σπίτια, οι Ελληνες αναζήτησαν τρόπους να γεμίσουν τον χρόνο – και οι πλατφόρμες streaming ήταν εκεί, έτοιμες. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Ευρωπαϊκού Οπτικοακουστικού Παρατηρητηρίου, το ποσοστό των Ελλήνων χρηστών που δήλωσαν ότι διαθέτουν τουλάχιστον μία συνδρομή σε υπηρεσία streaming ξεπέρασε το 45% το 2023, από μόλις 18% που ήταν το 2019.
Από τότε η αγορά αναπτύχθηκε πολύ. Στην Ελλάδα διαμορφώθηκε ένα μίγμα διεθνών και τοπικών παικτών – οι παγκόσμιας εμβέλειας παραγωγοί συνυπάρχουν με εγχώριους, καθένας με το δικό του αφήγημα στη μάχη της προσοχής.
«Τι θα κάνεις απόψε;» «Θα δω καμιά σειρά στο Netflix»
Κάποτε το Netflix ήταν σχεδόν συνώνυμο του streaming. Εφερε στην Ελλάδα το binge-watching, έβαλε στο λεξιλόγιο των πολιτών τη φράση «βλέπω σειρούλα» και επηρέασε ακόμα και το πώς γυρίζονται ή πώς προωθούνται οι τηλεοπτικές παραγωγές.


Τα πρώτα χρόνια η επιτυχία του ήταν σχεδόν «πολιτισμικό φαινόμενο». Οι Ελληνες έβλεπαν «House of Cards», «Narcos», «La Casa de Papel» σαν να παρατηρούσαν εντυπωσιασμένοι το καθρέφτισμα μιας παγκόσμιας εποχής. Οι νεότερες γενιές ειδικά συνδέθηκαν με τη λογική της «αυτονομίας του θεατή».

Μετά το 2022, η τράπουλα ξαναμοιράζεται διαρκώς και η αίγλη του κατά παραγγελία περιεχομένου φαίνεται να «ζυμώνεται» εκ νέου. Το Netflix εξακολουθεί να έχει τη μεγαλύτερη βάση συνδρομητών στην Ελλάδα, ο ανταγωνισμός όμως έχει πυκνώσει. Οι τιμές αυξήθηκαν και οι περικοπές του password sharing δημιούργησαν αμηχανία στο κοινό που είχε μάθει να «μοιράζεται» τους λογαριασμούς.
Από πλευράς περιεχομένου, η πλατφόρμα δείχνει μια στροφή προς πιο «μαζικές» παραγωγές, χωρίς να εγκαταλείπει τις φιλοδοξίες της. Παραμένει δημοφιλής στις ηλικίες 18-34, ενώ μεγάλος αριθμός Ελλήνων χρηστών Netflix παρακολουθεί και τίτλους μη αγγλικής γλώσσας – ισπανικά, κορεατικά, γαλλικά. Η παγκοσμιοποίηση της εικόνας δημιουργεί ένα κοινό πιο ανοιχτό σε ξένες γλώσσες, πιο εξοικειωμένο με υπότιτλους, πιο «διεθνοποιημένο».
Amazon Prime, HBO Max, Disney+: Μπερδεύτηκα, βρε παιδιά, τι να διαλέξω;
Στην Ελλάδα, για αρκετό καιρό το Amazon Prime Video ερχόταν ως «μπόνους» μαζί με το Amazon Prime, κυρίως για δωρεάν μεταφορικά προϊόντων. Η πλατφόρμα όμως στη συνέχεια άρχισε να παίρνει στα σοβαρά το τηλεοπτικό της προφίλ και να «χτίζει παρουσία».

Το ελληνικό κοινό τη γνώρισε ουσιαστικά μέσα από τη σειρά «The Boys» και συνέχισε να την παρακολουθεί για τις ταινίες που προσφέρει. Η Amazon πρόσθεσε ελληνικούς υπότιτλους σε όλο σχεδόν το περιεχόμενο, ενώ επενδύει ολοένα και περισσότερο σε παραγωγές με διεθνείς προδιαγραφές, όπως το «The Lord of the Rings: The Rings of Power». Η Amazon αποδεικνύει πως, με σωστή επιμέλεια περιεχομένου, ακόμα και μια πλατφόρμα που αρχικά δεν είχε τηλεοπτικό DNA μπορεί να σταθεί.

Η πλατφόρμα μοιάζει έντονα δημοφιλέστερη σε ηλικίες άνω των 35. Πιο ώριμο κοινό, εξίσου εξοικειωμένο με την τεχνολογία, που προτιμά χαμηλότερη τιμή και μικρότερη επανάληψη θεμάτων, με καλό όμως ήχο και εικόνα.
Μια άλλη ενδιαφέρουσα στιγμή ήταν όταν… «εγένετο “ελληνικό” HBO». Η πλατφόρμα, που πλέον διεθνώς μετονομάζεται σταδιακά σε Max, ξεκίνησε τη λειτουργία της στην Ελλάδα αυτόνομα και προσφέροντας απευθείας συνδρομές μόλις τον Ιανουάριο. Το κύριο πλεονέκτημά της παραμένει η βιβλιοθήκη της Warner Bros, η οποία θεωρείται από τις ποιοτικότερες στον κόσμο.
Μετά τη συγχώνευση με το Discovery, το μενού περιλαμβάνει επίσης reality και ντοκιμαντέρ. Η πλατφόρμα έδωσε έμφαση σε μεγάλα γεγονότα όπως οι Χειμερινοί Ολυμπιακοί Αγώνες του 2026, προσφέροντας πρόσβαση σε όλους τους συνδρομητές της.
Σειρές όπως το «Game of Thrones» και το «Westworld» έχουν δημιουργήσει φανατικό κοινό υπέρ του HBO Max και το γεγονός ότι νέες ταινίες κυκλοφορούν ταυτόχρονα στους κινηματογράφους και στην πλατφόρμα αποτέλεσε μια μικρή «επανάσταση» που προκάλεσε ενθουσιασμό.


Τέλος, η είσοδος της Disney+ στην ελληνική αγορά άνοιξε ένα νέο κεφάλαιο στην ψυχαγωγία, προσφέροντας στους θεατές πρόσβαση σε μια πλούσια βιβλιοθήκη περιεχομένου. Πρόσφερε έναν εντυπωσιακό κατάλογο ταινιών και σειρών που καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα ηλικιών και γούστων. Από κλασικές ταινίες κινουμένων σχεδίων της Disney μέχρι blockbuster ταινίες της Marvel και σειρές του Star Wars. Το περιεχόμενο ποικίλλει, από κλασικές ταινίες παιδικής ηλικίας έως και νέες παραγωγές που έχουν προκαλέσει αίσθηση, όπως το «The Mandalorian» και το «WandaVision».


Η πλατφόρμα πέρα από ελληνικούς υπότιτλους σε πολλές περιπτώσεις προσφέρει και ελληνική μεταγλώττιση.
Τελευταίο αλλά όχι ασήμαντο: Η Disney+, με την ισχυρή κληρονομιά της, έχει τη δυνατότητα να επηρεάσει σημαντικά την ελληνική κουλτούρα. Μέσω των παραγωγών της συχνά εισάγει νέες αφηγήσεις και προωθεί τη συμπερίληψη και την αποδοχή της διαφορετικότητας.
Cinobo: οι αίθουσες ήρθαν καλεσμένες στο δείπνο των αποφάσεων
Το Cinobo λειτουργεί με ένα υβριδικό μοντέλο που δεν ανταγωνίζεται την αίθουσα και επιδιώκει τη συμπόρευση μεταξύ εμπορικής και οικιακής οθόνης.
Η στρατηγική του βασίζεται στην «επιδότηση» της εξόδου στο σινεμά. Το ισχυρό της εργαλείο είναι το Cinobo Pass. Κάθε συνδρομητής δικαιούται δωρεάν εισιτήρια για συγκεκριμένες ταινίες που προβάλλονται σε συνεργαζόμενες αίθουσες. Το Cinobo ουσιαστικά προπληρώνει την είσοδο του χρήστη, φέρνοντας κόσμο στα σινεμά που ίσως να μην πήγαινε αλλιώς. Η πλατφόρμα επίσης έχει αναλάβει την επιμέλεια και λειτουργία ιστορικών αιθουσών της πόλης μας, όπως το Cinobo «Οπερα» (Ακαδημίας) και το Cinobo Πατησίων. Πολύ συχνά διοργανώνει events κινηματογραφικών προβολών. Λειτουργεί, τέλος, και ως εταιρεία διανομής. Αγοράζει τα δικαιώματα ταινιών για την Ελλάδα και τις κυκλοφορεί πρώτα στις αίθουσες, πριν αυτές ανέβουν στην πλατφόρμα.
Παράλληλα ως πλατφόρμα επικεντρώνεται σε ανεξάρτητες και «ποιοτικές» ταινίες και έχει καταφέρει να κεντρίσει το ενδιαφέρον του κοινού από την αρχή της λειτουργίας της. Φιλοδοξεί να προσφέρει μια διαφορετική εμπειρία από τις παραδοσιακές πλατφόρμες, εστιάζοντας στην τέχνη του κινηματογράφου και στην ποικιλία των αφηγήσεων.










Η γκάμα της περιλαμβάνει τόσο κλασικά έργα όσο και σύγχρονες ανεξάρτητες παραγωγές. Εχει επενδύσει στην προσφορά ταινιών που δεν είναι εύκολα προσβάσιμες μέσω άλλων υπηρεσιών, εστιάζοντας σε δημιουργούς που συχνά παραβλέπονται από τις μεγαλύτερες εταιρείες. Αυτό την καθιστά ελκυστική για το κοινό που αναζητά κάτι διαφορετικό και ποιοτικό.
Ενας από τους κύριους στόχους της είναι η προώθηση του ελληνικού κινηματογράφου. Η πλατφόρμα φιλοξενεί ελληνικές ταινίες και ντοκιμαντέρ, προσφέροντας σε νέους δημιουργούς την ευκαιρία να προβάλουν τη δουλειά τους. Αυτή η στήριξη της εγχώριας παραγωγής είναι κρίσιμη σε μια εποχή που ο ελληνικός κινηματογράφος προσπαθεί να βρει τη θέση του σε διεθνές επίπεδο.
Η Cinobo συμβάλλει στη δημιουργία ενός πιο πλούσιου πολιτιστικού τοπίου στην Ελλάδα και συχνά προσπαθεί να ανοίξει διάλογο γύρω από κοινωνικά και πολιτιστικά ζητήματα.
H Cosmote TV προσαρμόστηκε και έκανε την έκπληξη
Αν υπάρχει μια ελληνική εταιρεία που αντιλήφθηκε έγκαιρα την επικείμενη αλλαγή, αυτή ήταν η Cosmote TV. Από συνδρομητικό δορυφορικό κανάλι εξελίχθηκε σε πλήρη ψηφιακή πλατφόρμα συνδυάζοντας streaming με live κανάλια, αθλητικό περιεχόμενο και Video On Demand (VOD).
Η Cosmote TV υπήρξε η πρώτη που τόλμησε να προσφέρει δυναμικά live sports σε ψηφιακή μορφή (ποδόσφαιρο, μπάσκετ, F1) και ταυτόχρονα επένδυσε σε πρωτότυπα σόου και σειρές ελληνικής παραγωγής. Το κοινό της δεν είναι το ίδιο με εκείνο που προσεγγίζουν οι ξένες πλατφόρμες: είναι οικογενειακό, πολυσυλλεκτικό, με έμφαση στον αθλητισμό αλλά και στην ευκολία χρήσης.
Η μετάβαση στο Cosmote TV OTT (Over The Top) υπήρξε κομβική. Ο συνδρομητής δεν χρειάζεται πια αποκωδικοποιητή· αρκεί μια εφαρμογή και η σύνδεση της Smart TV στο διαδίκτυο. Ετσι η πλατφόρμα συνέβαλε καθοριστικά στη διαμόρφωση της γενιάς τηλεόρασης του τύπου «Οπου και αν είσαι». Στο σαλόνι, στο κινητό, στο tablet, στο ταξίδι.

Το πιο ενδιαφέρον, όμως, είναι ότι η Cosmote TV επένδυσε και σε ελληνικό πρωτότυπο περιεχόμενο, πέρα από τον αθλητισμό. Παραγωγές όπως το «Σιωπηλός Δρόμος» ή το «Maestro» του Χριστόφορου Παπακαλιάτη ανέβασαν τον πήχη, προβάλλοντας μια νέα εμφάνιση της ελληνικής τηλεόρασης: υψηλή αισθητική, κινηματογραφική γλώσσα, θεματολογία διεθνών προδιαγραφών.
.png)

Η Cosmote TV συνιστά ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα «υβριδικής» τηλεόρασης: ούτε αποκλειστικά παραδοσιακή, ούτε αμιγώς streaming. Μοιάζει να ισορροπεί ανάμεσα στο παλιό μοντέλο του προγράμματος και τη νέα ψηφιακή ελευθερία επιλογής.
Γιατί οι «τεχνολογικά απαιτητικοί» βλέπουν EON TV;
Η πλατφόρμα EON TV της εταιρείας Nova εμφανίστηκε δυναμικά μέσα στην τελευταία διετία, συνδυάζοντας lifestyle εμπειρία με μοντέρνο design και μεγάλη καμπάνια προώθησης. Από τεχνική άποψη είναι ιδιαίτερα εξελιγμένη: γρήγορη, με εξατομικευμένες προτάσεις, λειτουργίες catch-up και δυνατότητα προγράμματος μέχρι και 7 ημέρες πίσω.
Με συνεργασία με διεθνείς πλατφόρμες, έχει δημιουργήσει μια βιβλιοθήκη που μπορεί κιόλας να χαρακτηριστεί πλούσια. Οι Ελληνες τηλεθεατές που την επιλέγουν το κάνουν συχνά για το πλούσιο κινηματογραφικό της ρεπερτόριο και για τις πρωτότυπες σειρές ξένης παραγωγής. Η πρόκληση για την EON είναι να ξεχωρίσει μέσα σ’ έναν χώρο που κάποια στιγμή θα φτάσει στον κορεσμό. Με την προσθήκη δυνατών ελληνικών σειρών και νέου αθλητικού περιεχομένου (Super League, EuroLeague) φαίνεται πως έχει αρχίσει να οικοδομεί αναγνωρίσιμο προφίλ.
Το μπραντ EON βασίζεται πολύ στην εμπειρία χρήσης: λιτό μενού, διακριτά προτεινόμενα, εύκολη αναζήτηση. Αυτό αποδεικνύει πως η νέα μάχη των πλατφορμών δεν είναι μόνο υπόθεση περιεχομένου αλλά και εργονομίας. Το κοινό απαιτεί πλέον «άνεση» στην κατανάλωση θέασης, θέλει να διαθέσει τον περισσότερο χρόνο του στη θέαση – όχι στο ψάξιμο.
ERTFLIX: Δωρεάν ναι, ευτελές όχι
Το ERTFLIX αποτελεί το πιο επιτυχημένο ψηφιακό βήμα της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης της Ελλάδας και προβάλλει κατά παραγγελία σειρές, ταινίες και ντοκιμαντέρ εντελώς δωρεάν.

Εφερε στους δέκτες μας μεγάλες ελληνικές επιτυχίες: «Χαιρέτα μου τον Πλάτανο», «Τα καλύτερά μας χρόνια», «Η τούρτα της μαμάς», «Κάνε ότι κοιμάσαι» και «Το παιδί». Αλλά και στο διεθνές πεδίο, η επίδοση της πλατφόρμας κάθε άλλο ήταν παρά αδιάφορη: «Οι περιπέτειες του Ηρακλή Πουαρό», «The Handmaid’s Tale», «The Father», «Another Round».


Είναι προφανές ότι απευθύνεται στο κοινό που επιλέγει -ή, συχνότερα, αναγκάζεται- να μην επωμιστεί συνδρομητικό κόστος, αλλά και που για την ψυχαγωγία του αναζητά πολιτιστικό βάθος. Θα μπορούσε ίσως να πει κανείς ότι λειτουργεί και ως ένα είδος «επιστροφής» του ανταποδοτικού τέλους που πληρώνουν οι πολίτες στους λογαριασμούς ενέργειας.
Για να διεισδύσει στον ανταγωνιστικό κόσμο των διεθνών κολοσσών επενδύει σε πρωτογενές ελληνικό περιεχόμενο. Κάτι ακόμα, καθόλου ασήμαντο: αποσκοπεί στην επανασύνδεση των νεότερων ηλικιών με τη δημόσια τηλεόραση και το πλούσιο ιστορικό αρχείο της.
Ευνόητα δημιουργείται η εντύπωση ότι η πλατφόρμα φαίνεται να χτίζει προφίλ για να «πουλήσει» συνδρομές αργότερα. Αγνωστο αν κάτι τέτοιο ευσταθεί και αν θα συμβεί. Προς το παρόν όμως, και χωρίς να έχουν προαναγγελθεί τέτοιες βλέψεις, το ERTFLIX έχει ήδη αρκετούς και φανατικούς θεατές.
Πολλά είπαμε, ας μιλήσουν οι θεατές
Αν κάτι χαρακτηρίζει το ελληνικό κοινό σήμερα, είναι η ποικιλία, η «πολυπραγμοσύνη». Οι περισσότεροι διαθέτουν περισσότερες από μία πλατφόρμες, συνδυάζοντας διεθνείς και εγχώριες επιλογές. Αυτό σημαίνει ότι η έννοια της «τηλεθέασης» έχει αλλάξει ριζικά. Δεν μετριέται πλέον σε θεαματικότητες, αλλά σε ώρες, clicks, engagement. Ο θεατής είναι ενεργός διαμορφωτής του δικού του «τηλεοπτικού κόσμου».
Αυτή η ελευθερία έχει κόστος: κατακερματισμός. Καμία πλατφόρμα δεν καλύπτει τα πάντα. Και καθώς το πλήθος υπηρεσιών αυξάνεται, πολλοί Ελληνες κάνουν διαδοχικές εναλλαγές («συνδρομή έναν μήνα, μετά ακύρωση, μετά άλλη»). Πρόκειται για το φαινόμενο «subscription hopping». Η σχέση χρήστη και πλατφόρμας είναι πλέον συχνά περιστασιακή. Δεν είναι μια σχέση δεσμευτική, αλλά ανάλογη του περιεχομένου και της στιγμής.
Στοιχεία της εταιρείας ερευνών αγοράς Focus Bari δείχνουν ότι οι Ελληνες χρήστες αφιερώνουν κατά μέσο όρο 8,5 ώρες την εβδομάδα σε streaming περιεχόμενο. Αυτό σημαίνει ότι σχεδόν κάθε μέρα σχεδόν μία ώρα ξοδεύεται μπροστά σε πλατφόρμα.
Ιδιαίτερο γνώρισμα στη χώρα μας είναι η συλλογική χρήση: Βλέπουμε μαζί. Σε οικογένειες, ζευγάρια, φιλίες και παρέες, η τηλεόραση παραμένει κοινωνική δραστηριότητα. Εκείνος που παρακολουθεί μόνος, ανυπομονεί κι εκείνος να συζητήσει για το περιεχόμενο που είδε στην επόμενη συνάντηση με άλλους ανθρώπους. Και αυτός ο παράγοντας εξηγεί, ίσως, γιατί το ελληνικό κοινό δείχνει προτίμηση σε δραματικές σειρές, ρομαντισμό, χιούμορ και αθλητικά.
Η εξοικείωση, σε βαθμό προσήλωσης, με τη μητρική γλώσσα παραμένει κομβική. Παρότι οι περισσότεροι χρήστες παρακολουθούν με υπότιτλους, υπάρχει διαρκώς αυξανόμενη τάση προς εγχώριο περιεχόμενο – ειδικά προς σειρές που έχουν διεθνή αισθητική αλλά ελληνική ταυτότητα. Οι επιτυχίες όπως το «Maestro» ή το «Ετερος Εγώ» αποδεικνύουν πως το ελληνικό κοινό θέλει να βλέπει τον εαυτό του μέσα όμως σε σύγχρονο και διεθνώς αποδεκτό σενάριο.
Το να δημιουργούνται νέες δουλειές για καλλιτέχνες δεν είναι μικρό πράγμα
Η άνοδος των πλατφορμών είχε και μια… παράπλευρη συνέπεια: την αναγέννηση της ελληνικής τηλεοπτικής παραγωγής. Μέχρι πριν από λίγα χρόνια, οι περισσότερες ελληνικές σειρές προορίζονταν αποκλειστικά για τα ιδιωτικά κανάλια της τηλεόρασης με πρόγραμμα. Σήμερα η εικόνα αλλάζει. Πλατφόρμες όπως η Cosmote TV και η EON επενδύουν σε εγχώριες παραγωγές, ενώ ακόμα και το Netflix φλέρταρε με ελληνικά projects.
Αυτή η νέα συνθήκη δημιουργεί ουσιαστικά και μια νέα αγορά. Σεναριογράφοι, σκηνοθέτες, παραγωγοί και ηθοποιοί βρίσκουν άλλον έναν υποψήφιο χώρο δουλειάς, χωρίς να εγκλωβίζονται στα όρια του παραδοσιακού prime time. Οι πλατφόρμες λειτουργούν, για λίγο ακόμα, ως ανοιχτά εργαστήρια. Δίνουν χώρο σε σύγχρονες θεματικές, πειραματισμό και διεθνείς συμπαραγωγές.
Το μέλλον, έτσι, δείχνει να ανήκει όχι απλώς στις πλατφόρμες, αλλά στην ιδέα της τηλεόρασης ως δημιουργικού χώρου.
Και οι δαπάνες; Οι «παγίδες»;
Με την πληθώρα επιλογών έρχεται αναπόφευκτα και το οικονομικό ζήτημα. Ενας μέσος Ελληνας συνδρομητής πληρώνει σήμερα μεταξύ 7 και 30 ευρώ μηνιαίως για υπηρεσίες streaming. Η τηλεόραση, η οποία -πέραν της κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος από τη συσκευή, των ενσωματωμένων τελών της ΕΡΤ στον λογαριασμό ενέργειας και της προαιρετικής αγοράς προϊόντων τα οποία διαρκώς διαφημίζονταν σε αυτήν- ξεκίνησε και πορεύτηκε ως ένα δωρεάν αγαθό, ως μια φωνή που τελικά λόγω χαμηλού κόστους ακουγόταν διαρκώς μέσα σχεδόν σε κάθε ελληνικό σπίτι, σήμερα έχει γίνει υπόθεση αμιγώς προσωπική και γι’ αυτό ιδιωτική και τιμολογημένη. Το smartphone αντικαθιστά την τηλεόραση στο δωμάτιο, τα ακουστικά αντικαθιστούν το ηχείο του σαλονιού. Η εικόνα μετακινείται, ταξιδεύει και προσαρμόζεται στον κάθε χρήστη.
Αυτή η εξατομίκευση, όσο θελκτική και βολική κι αν είναι, εγκυμονεί και κινδύνους: κοινωνική απομόνωση, ψηφιακή εξάρτηση, υπερέκθεση στα ρίσκα της παραπληροφόρησης, της προπαγάνδας και της πλύσης εγκεφάλου, ενίσχυση της παντοδυναμίας της βιομηχανίας του θεάματος εις βάρος της δημοκρατίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης.
Ακόμα ένας κίνδυνος όμως που δεν είναι ασήμαντος, είναι και ο υπερκορεσμός περιεχομένου, που συνήθως έρχεται μαζί με τη λεγόμενη «αλγοριθμική κλειστότητα». Ολο και περισσότεροι Ελληνες παραδέχονται ότι δυσκολεύονται να αποφασίσουν τι να δουν – όχι τόσο λόγω έλλειψης όσο κυρίως λόγω υπερπληθωρισμού επιλογών. Ετσι εγκαταλείπεται το δικαίωμα της επιλογής ως όψη της προσωπικής έκφρασης και αρχίζει η σταδιακή μείωση της πολυφωνίας, του πλουραλισμού και τελικά της ίδιας της συμβολής του μέσου στην ανάπτυξη της προσωπικότητας.
Η συνέχεια επί της οθόνης! Πού αλλού;

Αναφέρεται συχνά ότι η επόμενη κρίσιμη μάχη στη βιομηχανία του θεάματος θα είναι εκείνη ανάμεσα στις πλατφόρμες.
Ο αντίλογος λέει ότι θα είναι εκείνη ανάμεσα στη συνήθεια και στην αλλαγή. Στο πόσο εύκολα θα συνεχίσουμε να βλέπουμε ό,τι ήδη ξέρουμε και πόσο εύκολα θα ανοιχτούμε στο νέο.
Το ελληνικό τοπίο των ψηφιακών πλατφορμών είναι καθρέφτης μιας κοινωνίας που αλλάζει. Ο ενήλικας βλέπει σειρές στο PC και αθλητικά στο κινητό, ο ανήλικος, καρτούν στο tablet και ούτω καθεξής. Η τηλεόραση έγινε «παράθυρο στον κόσμο» – ό,τι ακριβώς έλεγε κάποτε ο Αντρέ Μπαζέν για το σινεμά. Και μέσα από τη συνύπαρξη όλων αυτών των πλατφορμών οι Ελληνες φαίνεται να διαμορφώνουν μια νέα αντίληψη για το τι σημαίνει «βλέπω»: επιλέγω και φιλτράρω τις εικόνες μου, τις κάνω κομμάτι της καθημερινότητάς μου.
Ο καθένας φτιάχνει το δικό του πρόγραμμα, το δικό του prime time, το δικό του κανάλι. Η οθόνη παραμένει η ίδια, η ματιά όμως που στρέφεται προς αυτήν έχει αλλάξει και πολλοί υποστηρίζουν ότι αυτή η αλλαγή φέρνει το τέλος της μαζικά κατευθυνόμενης ψυχαγωγίας. Το αν θα επαληθευτούν, είναι όχι μόνο αμφίβολο αλλά και αμφίρροπο. Το παλιό σλόγκαν επαληθεύεται για πολλοστή φορά: «Η συνέχεια επί της οθόνης» (πού αλλού;).
Είμαι συνδρομητής γιατί θέλω…
● Περικλής, 20 ετών, φοιτητής Πληροφορικής: «Οι πλατφόρμες είναι η “Χώρα των Θαυμάτων” για τους αλγορίθμους. Η ευκολία τού να έχω τα πάντα στην οθόνη μου, ακόμα και στα μέσα μεταφοράς, βολεύει. Βλέπω anime τα οποία, αν δεν υπήρχε η πλατφόρμα, δεν θα ήξερα καν ότι υπάρχουν. Συχνά όμως αναλώνω περισσότερο χρόνο στο scrolling παρά στην ίδια την παρακολούθηση».
● Μαίρη, 33 ετών, ιδιωτική υπάλληλος: «Ως εργαζόμενη με απαιτητικό ωράριο, είναι μια λύση ευελιξίας: μπορώ να δω μια σειρά ή μια ταινία όποτε θέλω, χωρίς να εξαρτώμαι από πρόγραμμα. Με απασχολεί όμως το πόσο εύκολα οι πλατφόρμες προτείνουν περιεχόμενο βασισμένο στις προτιμήσεις μου. Δεν βάζω πια τόσο προσωπικό γούστο και φαντασία, όσο θα ήθελα».
● Αναστάσης, 42 ετών, εκπαιδευτικός: «Δεν τρελαίνομαι όταν τα παιδιά μου, 11 και 7 ετών, ανυπομονούν να καθίσουν μπροστά στην οθόνη για καρτούν ή σειρά στην πλατφόρμα, κι όταν εγώ από την πλευρά μου ανυπομονώ να αξιοποιήσω την “ησυχία” τους για να κάνω καμιά δουλειά στο σπίτι χωρίς φωνές. Πάντως τα παιδιά μιμούνται ό,τι βλέπουν από τους γονείς. Κι εγώ π.χ. παρακολουθώ συνέχεια αγώνες μπάλας από την Ελλάδα και όλο τον κόσμο, έχω πρόσβαση σε αναλύσεις, στιγμιότυπα και στατιστικά σε πραγματικό χρόνο. Κολλάω, με βλέπουν, με μιμούνται».
● Τζένη, 42 ετών, κοινωνική λειτουργός: «Δεν θα το κρύψω, “ξεχνιέμαι” όσον αφορά τη μοναξιά όταν επιστρέφω στο σπίτι το απόγευμα και όσον αφορά τα προβλήματα που με απασχολούν όλες τις υπόλοιπες ώρες. Είναι σαν να κάνω κάθε βράδυ ένα ταξίδι σε όλες τις χώρες του κόσμου, να επισκέπτομαι όλα τα σινεμά και τους τηλεοπτικούς σταθμούς, να διαλέγω την κατά τη γνώμη μου καλύτερη σειρά ή ταινία και μετά να τη βλέπω σπίτι μου χωρίς να μ’ ενοχλεί κανείς, με πιζάμα, παντόφλα και κουβερτάκι. Με ταξιδεύει και χαλαρώνω».
