Η εξαγγελθείσα «ανάπλαση» του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου (ΕΑΜ) με διαδικασίες επί της ουσίας κατεπείγοντος χαρακτήρα, αλλά και με έναν θεαματικό τρόπο που συνοψίζεται στο μαγικό νέφος μιας λέξης όπως «ανάπλαση», η οποία συνοδεύεται από μια φωτορεαλιστική εικόνα, όπως συμβαίνει πολύ συχνά τελευταία σε πολύ σημαντικά έργα του τόπου, των οποίων η μελλοντική εικόνα οφείλει να εντυπωσιάσει με επικοινωνιακό τέχνασμα «έτοιμου προϊόντος», μας επιβάλλει να επιστρέψουμε όσο το δυνατόν πιο ψύχραιμα σ’ αυτό το έργο. Είναι αυτονόητο πως ένα τέτοιο έργο σε εποχή μεγάλων ανακατατάξεων και έντονων διαλόγων στην Ευρώπη και σε όλο τον κόσμο είναι βαρύνουσας σημασίας για την Ελλάδα, με τεράστια διεθνή απήχηση και δεν νοείται απουσία διαλόγου με τους φορείς και τις συντεχνίες των επιστημόνων και τεχνικών της χώρας τουλάχιστον.
➊ Διάσωση μνημείων. Προστασία ιστορικού κέντρου
Η Αθήνα μεταπολεμικά και ύστερα από περίπου ενάμιση αιώνα από τη θεμελίωση της έννοιας του «ιστορικού κέντρου», της διατήρησης και προστασίας του στην υπόλοιπη Ευρώπη, κατεδάφισε το πρώτο νεοκλασικό της κέντρο.
Υπενθυμίζουμε ότι η «διάσωση των μνημείων» καθιερώθηκε ως νέος κλάδος της επιστήμης κατά τον 19ο αι., γιατί μια «νέα εποχή» της μηχανής που πρωτοξεκίνησε για ιστορικούς λόγους στην Ευρώπη, διαφαινόταν πως θα έβαζε σε κίνδυνο όλο το παρελθόν των πόλεων. Μέχρι τότε η μια εποχή έχτιζε πάνω στη άλλη. Την ίδια εποχή συν-πλην δημιουργούνται και τα μικρά και μεγάλα μουσεία ως θεσμοί με δημόσιο αστικό χαρακτήρα, αποτελώντας κυρίως μετεξέλιξη ιδιωτικών συλλογών της άρχουσας ευρωπαϊκής ελίτ κατά τους προηγούμενους αιώνες, με ετερόκλητα αντικείμενα πολιτισμών φερμένα από όλο τον κόσμο.
➋ Β. Ουγκό: Πόλεμος στους κατεδαφιστές
Για λόγους συντομίας θα περιοριστούμε στον 19ο αι. και θα απομονώσουμε σ’ αυτό το σημείο το αποκαλυπτικό για το πνεύμα της εποχής μανιφέστο του συγγραφέα Β. Ουγκό με τίτλο «Πόλεμος στους κατεδαφιστές» (1825). Ο Ουγκό θα συλλάβει πρώιμα το Σήμα Κινδύνου. Στην εποχή της μηχανής, κάθε πρόοδος εμπεριέχει το ενδεχόμενο της καταστροφής, άρα η χάραξη πολιτικής οφείλει να είναι προνοητική και όχι να έπεται της καταστροφής. Σε συνεργασία με τον αρχιτέκτονα Viollet Le Duc θα βάλουν σε κίνηση έναν νέο κλάδο επιστήμης ταυτόχρονα με την εκ βάθρων ανασύσταση της Παναγίας των Παρισίων.
Οσον αφορά την Αθήνα περίπου την ίδια εποχή, υπάρχει η εξής συγκυρία: Το σχέδιο πόλης της νεοσύστατης πρωτεύουσας εκπονείται με βάση τις αρχές του γερμανικού νεοκλασικισμού. Το παλιό ρεύμα του νεοκλασικισμού (18ος αι.) που έκανε αναβίωση του αρχαίου κλασικού κόσμου, σχεδόν έναν αιώνα μετά την άνθησή του σε ευρωπαϊκό έδαφος, προσγειώνεται αυτή τη φορά στον τόπο καταγωγής του. Η Αθήνα με επίκεντρο την Ακρόπολη ως σύμβολο προσφέρεται με αυτή την έννοια ως ένα έτοιμο και επεξεργασμένο στις ευρωπαϊκές ακαδημίες υπόβαθρο σχεδιασμού.
➌ Ρήξη με τον γερμανισμό και χειραφέτηση
Μετά το σοκ όμως της Μικρασιατικής Καταστροφής, διατυπώνεται ρητά πλέον η οριστική θέληση μιας χειραφετημένης σκέψης να εγκαταλείψει στον πολιτισμό τα ακαδημαϊκά πρότυπα μιας Ευρώπης ήδη παλιάς. Αυτό αφορά όχι μόνο την αρχιτεκτονική αλλά όλα τα γράμματα και τις τέχνες, με εμβληματικό μεταξύ άλλων το έργο Ελεύθερο Πνεύμα του Γιώργου Θεοτοκά και τη συνομιλία Σεφέρη-Θεοτοκά.
Αυτός ο μόχθος της εθνικής χειραφέτησης του τόπου διαπερνάει πλέον όλο τον ελληνικό «μοντερνισμό» που σήκωσε το βαρύ φορτίο να κάνει ένα μανιφέστο οριστικής ρήξης με τον εμμονικό «γερμανισμό».
➍ Επίσημος και λαϊκός νεοκλασικισμός
Το ελληνικό έδαφος είναι σπαρμένο σε όλη την επικράτεια με αρχαία ερείπια. Εχουμε αυτή την τύχη η ιστορία μας να διαπλέκεται με το έδαφος.
Η Ελλάδα διαθέτει επίσης από παλιά μεγάλη οικοδομική λαϊκή παράδοση στα ορεινά της με φημισμένες συντεχνίες μαστόρων που χτίζουν στα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και πέραν αυτής, όπως επίσης περίφημους τεχνίτες εφαρμοσμένων τεχνών.
Ετσι εξηγείται σε έναν βαθμό και το πώς ο νεοκλασικισμός διαχέεται και πέραν της επίσημης νεοκλασικής αρχιτεκτονικής, στις πιο απόμακρες συνοικίες, ακόμη και στις μικρές προσφυγικές κατοικίες και παράγκες της Αθήνας, αλλά και στην επαρχία.
Το θέμα της συμβίωσης με την αρχαιότητα στο έδαφος και όχι μόνο στη φαντασία, όπως και της σύνδεσης ελληνικού νεοκλασικισμού και νεωτερικότητας συνέλαβαν σε όλο τους το βάθος με βάση την έρευνά μας οι ποιητές μας, ο Γ. Τσαρούχης, ο Δ. Πικιώνης και πολλοί άλλοι. Αυτό αφορά την πολυφωνία του μοντερνισμού και όφειλε να έχει ανακεφαλαιωθεί ως ιδιαιτερότητα και να μη μεταγλωττίζεται σε αναζήτηση «ταυτότητας» που είναι σε διαρκή εκκρεμότητα.
➎ Κτίριο-μορφολογική βόμβα
Οταν φτάνουμε επομένως στο ΕΑΜ, τα παραπάνω μας απαλλάσσουν από επιχειρήματα που απαντούν γιατί αυτό το κτίριο δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ένα μοναχικό κτίριο στο οποίο επεμβαίνουμε και το κάνουμε ό,τι θέλουμε. Ξεπερνάμε μάλιστα σ’ αυτό το σημείο, σαν να μην τα ακούσαμε, μερικά λόγια ακόμη και από «ειδικούς» εντελώς προσβλητικά, ως συμπτώματα μέθης μεγαλείου και αλαζονείας. Το ΕΑΜ είναι από όλες τις απόψεις ένα «κτίριο πόλης» με βαριά ιστορία, όχι λιγότερο πάντως βαριά από αυτήν της Nationalgalerie του Mies van der Rohe στο Βερολίνο, στην οποία εργάστηκε με την υποχρέωση να την επαναφέρει στην αρχική της μορφή ο αρχιτέκτονας David Chipperfield που επιλέχτηκε για το ΕΑΜ. Με άλλα λόγια και καθόλου απαξιωτικά για την ποιότητα ή τη φήμη του αρχιτέκτονα, μια θεαματική λύση με διάλογο στα μίντια για τα «υπέρ» και τα «κατά» της δεν μπορεί να προηγείται από έναν καλά θεμελιωμένο στρατηγικό σχεδιασμό και από μια δημόσια διαβούλευση με τις τοπικές συνιστώσες.
Το γεγονός ότι μέσα σε ένα γενικό αστικό «περιβάλλον εξαφάνισης» δεν επιβιώνει σχεδόν τίποτε από την εποχή του νεοκλασικισμού καθιστά το ΕΑΜ και το περιβάλλον του ένα μνημείο εντελώς ξεχωριστό.
Δεν μπορεί επομένως να αντιμετωπίζεται μελλοντικά σαν κτίριο «μορφολογική βόμβα», με παράδειγμα το Μουσείο Guggenheim του Frank Gehry στο Μπιλμπάο, χτισμένο πριν από 30 χρόνια σε νεκρό αποβιομηχανοποιημένο τοπίο, σύμφωνα μάλιστα με μια παρωχημένη, υπό αμφισβήτηση σήμερα ιδέα για «φυτική» αυτορρυθμιζόμενη πόλη που υπερίσχυσε από τη Θάτσερ και μετά στην Ευρώπη.
Σε ό,τι αφορά δε τις συγκρίσεις με το Μουσείο Ακρόπολης, υπενθυμίζουμε ότι το κτίριο του αρχιτέκτονα Bernard Tschumi προέκυψε αφού ακυρώθηκε ο πρώτος διαγωνισμός.
➏ Απόσπασμα νεοκλασικού πολεοδομικού σχεδίου
Το ΕΑΜ έχει πέραν του νεοκλασικού αρχιτεκτονικού ρυθμού και την εξής μοναδική ιδιομορφία. Είναι από τις λίγες πια «τοποθεσίες» στην Αθήνα όπου διασώζεται ένα απόσπασμα πολεοδομικού σχεδίου αποκαλυπτικό για το ευρύτερο συντακτικό νεοκλασικής πόλης, όπου γίνεται χάραξη οδών-πλατειών-κτιρίων σε ενιαίο σύμπλεγμα και με οπτικούς άξονες σε διάλογο με την αθηναϊκή γεωμορφολογία! Υπενθυμίζουμε ότι των κτιρίων (Πολυτεχνείο 1862-1873 και Μουσείο με την πλατεία 1869-1889) προηγείται η χάραξη της λεωφόρου Πατησίων (1841), με άξονα τη θέα προς την Ακρόπολη – το «αρχέτυπο».
Περπατώντας σήμερα στη λεωφόρο με προσόψεις πολυκατοικιών εκατέρωθεν, το βλέμμα του ανθρώπου του δρόμου δεν σκαρφαλώνει καθ’ ύψος χωρίς κανένα όριο. Διατηρείται σταθερός ο οπτικός άξονας της Ακρόπολης και ταυτόχρονα στο ίδιο επίπεδο η διαδρομή καλεί σε στάση, με άξονα τη θέα στην πλατεία και στη μνημειακή απόληξή της – το Μουσείο, με φόντο τον λόφο του Λυκαβηττού. Είναι πολλοί οι λόγοι επομένως για να διατηρήσουμε το ΕΑΜ ως έχει, όπως το Παρίσι διατήρησε την Παναγία των Παρισίων μετά την πυρκαγιά του 2019, έργο που αποδείχτηκε πεδίο εξαιρετικών ανακαλύψεων στο εργοτάξιο και που η ολοκλήρωσή του κρίνεται εξαιρετικά επιτυχής.
➐ Μουσείο-mall σε κρίση
Η παραπάνω επιλογή συμβαδίζει σήμερα με κρίσιμα νέα δεδομένα.
Μέσα από πολλαπλά άτακτα και βίαια φαινόμενα (κλοπές έως ατυχήματα λόγω ελλιπούς συντήρησης και ασφάλειας) αναδεικνύεται μια γενικότερη τάση υπέρβασης του προηγούμενου ευρωπαϊκού μοντέλου ως μια «μεγαδομή», ένα μουσείο-mall του 20ού αι. Διαφαίνεται επίσης μια γενικευμένη κρίση προσωρινότητας που υπαγορεύεται από την ανάδυση νέων μεγάλων περιφερειακών δυνάμεων στον κόσμο οι οποίες διεκδικούν το δικό τους ιστορικό μερίδιο στη σφαίρα της παγκοσμιοποίησης.
Το αποτέλεσμα είναι πως τα μεγάλα ευρωπαϊκά μουσεία, προκειμένου να κρατηθούν σ’ αυτή τη μεταβατική φάση ζωντανά, τρέχουν σε μια σκυταλοδρομία θεάματος, με ταχύτητες που υπαγορεύονται από τη διασυνοριακή «βιομηχανία του τουρισμού». Οι ευρωπαϊκές μεγαλουπόλεις εισέρχονται σε έναν ανταγωνισμό παγκόσμιων πόλεων αποκομμένων από τον τόπο τους, με οφθαλμοφανείς συνέπειες. Ολα πλέον γίνονται bigger than life!
Στην ύστερη εποχή της νεωτερικότητας, υπάρχει επίσης και ένα νέο πολύ σημαντικό στοιχείο. Η γενίκευση του ψηφιακού πολιτισμού επιτρέπει πλέον τη δημιουργία νέων χώρων κουλτούρας οπουδήποτε στον κόσμο, όπου κάποιος μπορεί να «κατοικεί» σε τρισδιάστατο θέαμα τέχνης το οποίο δεν χρειάζεται να φιλοξενείται σε μουσείο. Ενδεικτικό είναι το θέαμα για τον ζωγράφο Βαν Γκογκ αυτή την εποχή στην Αθήνα (Van Gogh: The Immersive Experience), ενώ την ίδια στιγμή το ομώνυμο μουσείο στο Αμστερνταμ εκπέμπει SOS!
Ολα αυτά τα αντιφατικά και συγκρουσιακά φαινόμενα δεν αφήνουν αδιάφορο τον διεθνή διάλογο μεταξύ ειδικών.
Δείχνουν πάντως πως το μέλλον των ευρωπαϊκών μουσείων δεν εξασφαλίζεται πλέον με την ψηφιακή επιτάχυνση και τη μεγιστοποίηση της κατανάλωσης του θεάματος αλλά με την εμβάθυνση της πρωτοτυπίας τους, που εστιάζει στο πρωτογενές υλικό τους.
➑ Αναβίωση Μεγάλης Ιδέας περί δυτικού πολιτισμού
Το πρόβλημα εντείνεται, όπως είναι φυσικό, όσον αφορά τα «μικρά κράτη», όπως η Ελλάδα, όταν «φιλοξενούν» μείζονες κουλτούρες.
Διαβάζουμε, επί παραδείγματι, ότι το ΕΑΜ θα καταστεί μετά το αιγυπτιακό, το μουσείο όλου του δυτικού κόσμου («το μουσείο των μουσείων του δυτικού πολιτισμού»).
Αυτό ακούγεται τόσο επιφανειακό, μιντιακό και ανεδαφικό, που μοιάζει με καρικατούρα αναβίωσης Μεγάλης Ιδέας στον πολιτισμό. Είναι επίσης λόγω μεγέθους, ιστορίας, ταυτότητας του τόπου, αντιεπιστημονικό έως ιδεολογικά επικίνδυνο και είναι προφανές ότι θέλει να κολακεύσει το εσωτερικό κοινό της χώρας, αλληθωρίζοντας κατά τα άλλα στα τσάρτερ και τα κρουαζιερόπλοια.
Δεν δικαιολογείται επομένως αυτό που γίνεται σήμερα στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Δεν δικαιολογείται ούτε η εξαίρεση από τον διαγωνισμό των Ελλήνων αρχιτεκτόνων και γενικότερα των τεχνικών της χώρας, αλλά ούτε και
η έμμεση περιφρόνηση προς τους Ελληνες αρχαιολόγους, που οι θαυμαστές επιτόπιες ανασκαφές τους και ανταλλαγές με τις ξένες αρχαιολογικές σχολές έδωσαν ώθηση διεθνώς σε πολύ σημαντικές έως πρωτοπόρες ερμηνείες της ελληνικής αρχαιότητας, μακριά από παρωχημένα στερεότυπα, τα οποία, όπως διαπιστώνουμε, σε περιόδους αστάθειας εύκολα αναβιώνουν.
Εν κατακλείδι, το άνοιγμα στο παγκόσμιο γίγνεσθαι δεν μπορεί να γίνεται με τη θυματοποίηση και ταπείνωση του τοπικού πληθυσμού, αλλά με το βλέμμα στραμμένο στη διάσωση και ενδυνάμωση εκείνων που κερδήθηκαν ήδη μακροχρόνια με πολύ μόχθο στον τόπο και με σεβασμό σε όσους συνέβαλαν στην επίπονη χειραφέτηση της Ελλάδας, ώστε να στέκεται ισότιμα απέναντι στον υπόλοιπο κόσμο.
Οπως φαίνεται παραπάνω, η εξαγγελθείσα «ανάπλαση» του ΕΑΜ υπερβαίνει πολλές «κόκκινες γραμμές». Αρα θα πρέπει επειγόντως να σταματήσει!
Θα πρέπει να διατηρηθεί και να αποκατασταθεί το κτίριο στο σύνολό του (προσθήκες και περιβάλλον), το οποίο πάσχει μεταξύ άλλων από εγκατάλειψη, με άνοιγμα όλων των αιθουσών του, με εκσυγχρονισμό των υποδομών του, μουσειογραφική μελέτη από ομάδα ειδικών και ό,τι άλλο απαιτείται. Η επέκτασή του είναι άλλο θέμα, λύσεις βρίσκονται όταν τίθεται ένας τέτοιος «αυστηρός» όρος και όταν γίνεται ανοιχτός διεθνής αρχιτεκτονικός διαγωνισμός, με καλά επεξεργασμένο πρόγραμμα και κυρίως όχι με διαβλητές διαδικασίες, οι οποίες μάλιστα οδηγούν σε έναν απαράδεκτο κατατεμαχισμό της μελέτης από το επίπεδο της αρχικής ιδέας μέχρι το στάδιο της εφαρμογής, που έχει καταστεί πρωτοφανής ελληνικός «κανόνας» για τα ευρωπαϊκά δεδομένα τουλάχιστον.
* Αρχιτέκτων μηχανικός ΕΜΠ. Kυκλοφορεί στη Γαλλία το βιβλίο της με τίτλο «Le vestige dans le moderne à l’ombre de l’Acropole. La vision architecturale de Dimitris Pikionis» (L’Harmattan, 2020)
