Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Εχει δίκιο ο Φώντας Λάδης όταν λέει –όπως έκανε πρόσφατα στον «Ιανό»– ότι υπάρχουν κάποιοι κύκλοι τραγουδιών, που θα μπορούσαμε να τους ονομάσουμε «τραγούδια-κόμικ». Μήπως τα «Γράμματα απ’ τη Γερμανία» που συμπληρώθηκαν πρόσφατα (Νοέμβριος 2025) κι από τέσσερα ανέκδοτα τραγούδια πάντα σε στίχους του Λάδη και μουσική του Μίκη Θεοδωράκη ώστε όλα μαζί να κυκλοφορήσουν σε ένα CD-book από τις εκδόσεις «Μετρονόμος», δεν είναι ένα κανονικό graphic novel; Ενα νοερό για την ώρα graphic novel που κάτι μας λέει πως δεν αποκλείεται να υλοποιηθεί και στο χαρτί κάποια στιγμή σύντομα;

Φώντας Λάδης (απ’ το προσωπικό του αρχείο)
Φώντας Λάδης (απ’ το προσωπικό του αρχείο)
Ο Φώντας Λάδης σε ταξίδι στη Μανάγκουα το 1983
Ο Φώντας Λάδης σε ταξίδι στη Μανάγκουα το 1983

Αλλωστε η παρουσία τους στη δισκοθήκη και στον δημόσιο βίο συνομιλεί με τη σημερινή εποχή – και βέβαια δεν είναι καθόλου μουσειακή. Δείτε π.χ. τους στίχους ενός από τα 4 «Ανεπίδοτα γράμματα» της νέας έκδοσης, από αυτά δηλαδή που τα ίχνη τους είχαν χαθεί μέχρι να εντοπιστούν πρόσφατα στο αρχείο του Μίκη στη Μουσική Βιβλιοθήκη «Λίλιαν Βουδούρη». Λέγεται «Ευημερία» και τραγουδάει (με τη φωνή του Γιάννη Μπέζου): «Ολοι εδώ στη Γερμανία,/ Βερολίνο, Μόναχο/ έχουνε ευημερία/ τον κακό τους τον καιρό.// Και χοντραίνουν και μεθάνε/ κι όλο μπύρα πίνουνε,/ τόση, όσο οι μετανάστες/ μαύρο ιδρώτα χύνουνε.// Ακουσα να βρίζανε κάποιον Μπρεχτ/ και κάποιον Τσβάιχ/ νάν’ καλά το σύστημα,/ που ξερνοβολάει Ράιχ».

Μήπως η πικρή λαϊκή σάτιρα αυτής της «ευημερίας» δεν έχει ισχύ και πάλι σήμερα απλά με ελαφρώς διαφοροποιημένους όρους – όπως π.χ. αυτούς που αφορούν την προέλευση των σύγχρονων μεταναστών;

Είτε λοιπόν οι δύο παλαιότεροι ιστορικοί δίσκοι [του 1975 α) της Minos με τραγουδιστές τον Γιώργο Ζωγράφο, την Αννα Βίσση και τον Γιάννη Θωμόπουλο και με τη μουσική διεύθυνση του Μίκη Θεοδωράκη και β) της Lyra σε ενορχήστρωση και διεύθυνση του Θάνου Μικρούτσικου με την Αφροδίτη Μάνου, τον Αντώνη Καλογιάννη και τον Γιάννη Συρρή], που περιλάμβαναν τα 14 από τα 18 τραγούδια που είχαν φτιάξει ο Λάδης κι ο Μίκης, είτε η πλήρης τωρινή έκδοση του «Μετρονόμου» με τα 18 τραγούδια και αρχειακό υλικό, το έργο αυτό είναι διαχρονικής αξίας. Κι επιπλέον έχει και μια συναρπαστική ιστορία δημιουργίας.

Την αφηγήθηκε πάντα με τον γλαφυρό και άμεσο τρόπο του ο Λάδης στην πρόσφατη παρουσίαση της συνολικής συλλεκτικής έκδοσης του «Μετρονόμου» στον «Ιανό».

Και ήταν τόσο ωραία και ιστορική αυτή η αφήγηση στην οποία εξηγούσε μάλιστα πώς εμπνεύστηκε τους στίχους, που του ζητήσαμε το κείμενό του και ιδού:

〰️〰️〰️〰️〰️〰️〰️〰️〰️〰️〰️〰️〰️〰️〰️〰️〰️〰️〰️〰️

Ενας ταχυδρόμος…

Κυριακή, 24 Απριλίου 1983, Νικαράγουα. Στην πλατεία της Επανάστασης, στη Μανάγκουα, στη δεκάωρη συναυλία –ή, όπως την ονόμασαν οι οργανωτές, «διαδήλωση-τραγούδι»- με 40 βαθμούς, με τη συμμετοχή της Μερσέντες Σόσα και πολλών άλλων Λατινοαμερικανών καλλιτεχνών
Κυριακή, 24 Απριλίου 1983, Νικαράγουα. Στην πλατεία της Επανάστασης, στη Μανάγκουα, στη δεκάωρη συναυλία –ή, όπως την ονόμασαν οι οργανωτές, «διαδήλωση-τραγούδι»- με 40 βαθμούς, με τη συμμετοχή της Μερσέντες Σόσα και πολλών άλλων Λατινοαμερικανών καλλιτεχνών

Τα «Γράμματα από τη Γερμανία», που εγώ δεν ήμουν ούτε ο αποστολέας ούτε ο παραλήπτης τους, αλλά ο ταχυδρόμος τους, ήταν μια ιδιαίτερη στιγμή στη ζωή μου και στην καλλιτεχνική μου πορεία. Είναι εκεί, στην άλλη άκρη του νήματος που η άλλη άκρη του καταλήγει εδώ, στην αποψινή βραδιά […] Το ότι τα «Γράμματα από τη Γερμανία» είναι ακόμα εδώ και μας απασχολούν –δηλαδή το ότι εμείς απασχολούμαστε μ’ αυτά– είναι αλήθεια μία παράξενη ιστορία.

Οταν τα έγραφα, με προτροπή του Μίκη, δεν επιδίωκα να ξαφνιάσω ή να κάνω σώνει και καλά, κάτι ξεχωριστό, κάτι εκκεντρικό. Απλώς, άφησα τον εαυτό μου ελεύθερο να βγάλει στο χαρτί συνειρμούς, που είχαν, ο καθένας τους, μια διαφορετική αφετηρία.

Μια ξανθιά στην Αμβέρσα

Είχε προηγηθεί το 1965, το πρώτο μου ταξίδι στο εξωτερικό, σε ηλικία 22 ετών. Σ’ αυτό το ταξίδι, με τον αδερφό μου και τη νύφη μου και ένα μικρό «Γιούγκο», βρέθηκα ανάμεσα σε άλλες πόλεις και τόπους και στην Αμβέρσα, το μεγάλο αυτό λιμάνι του Βελγίου. Εκεί, σε ένα μπαρ –ίσως λεγόταν «Ακρόπολις»– στη συνοικία των Ελλήνων, στο λιμάνι, παρέα με κάποιους μεθυσμένους Φλαμανδούς που συνάντησα εκεί και δυο οικοδέσποινες, που μας σέρβιραν πίσω από την μπάρα (…κι η μια από τις δυο ήταν σίγουρα ξανθιά), βρίσκονται μάλλον οι ρίζες για το τραγούδι «Μια ξανθιά από το Βισμπάντεν».

Αυτό το έχω αφηγηθεί στον Βέλγο ερευνητή Κρις Κάερτ και την Πόλυ Ρουμελιώτη, κόρη κι αυτή Ελλήνων μεταναστών, ποιήτρια, που μαζί υλοποιούν ένα πρότζεκτ για τους Ελληνες ναυτικούς στην Αμβέρσα και πιο συγκεκριμένα για το βαθύ πολιτιστικό αποτύπωμα που άφησαν στην πόλη, με την πολύχρονη παρουσία τους.

Οι επιστολές στην «Αυγή»

Από την άλλη, βέβαια, ήταν η παγιωμένη ήδη πολιτική μου ένταξη στην Αριστερά και κυρίως ήταν τα αληθινά γράμματα μεταναστών, που διάβαζα τακτικά στις στήλες αλληλογραφίας της «Αυγής».

«Ενας όμηρος» στο υπόγειο

Τέλος, ήταν η βαθιά εντύπωση που μου είχε κάνει η μουσική του Μίκη στο θεατρικό έργο «Ενας όμηρος», η μετάφραση των στίχων του Ιρλανδού, επαναστάτη συγγραφέα Μπρένταν Μπίαν, σ’ αυτό το έργο, από τον Βασίλη Ρώτα και το άρτιο στήσιμο της παράστασης στο Κυκλικό Θέατρο, που στεγαζόταν στο υπόγειο μιας πολυκατοικίας στη γωνία Δημοκρίτου και Αλεξάνδρου Σούτσου, από τον Λεωνίδα Τριβιζά (Η πρώτη παράσταση του ιστορικού αυτού ανεβάσματος δόθηκε στις 12 Απριλίου του 1962).

Συνειρμοί, λοιπόν. Ετσι προχωράει η ζωή.

Πρώτη φορά στη Γερμανία

Και να σκεφτείτε ότι δεν είχα πάει ώς τότε ποτέ στη Γερμανία. Πρωτοπήγα δυο χρόνια αργότερα, μέσα στη δικτατορία, όταν ήμουν αυτοεξόριστος στη Ρώμη. Και ευτυχώς η Γερμανία που βρήκα εκεί έμοιαζε πολύ με τη Γερμανία που είχα πλάσει με τη φαντασία μου νωρίτερα.

Μετανάστες ή «γκασταρμπάιτερ»

Είχε προηγηθεί το 1965 η ταινία-ντοκιμαντέρ του Λάμπρου Λιαρόπουλου «Γράμμα από το Σαρλερουά» με θέμα τη ζωή των ανθρακωρύχων μεταναστών στο Βέλγιο και ακολούθησαν, λίγο αργότερα, το 1972, το ντοκιμαντέρ «Γράμματα από την Αμερική», του Λάκη Παπαστάθη, το 1974, οι «Μετανάστες» των Γιάννη Μαρκόπουλου και Γιώργου Σκούρτη, παράλληλα τα δυο βιβλία του Γιώργου Μαντζουράνη για τους «γκασταρμπάιτερ», το 1974 και το 1976, η ταινία «Ελληνική κοινότητα Χαϊλδελβέργης» του Λευτέρη Ξανθόπουλου, αυτή το 1978, και τόσα άλλα.

Πάσης φύσεως αντιδράσεις…

Αρα, επανέρχομαι, δεν είχα επιδιώξει συνειδητά τίποτα από όσα ακολούθησαν. Τουλάχιστον δεν τα είχα προβλέψει, στο βαθμό που έγιναν. Ούτε τις αντιδράσεις –θυελλώδεις και πέρα για πέρα δικαιολογημένες, εδώ που τα λέμε– από την εφημερίδα «Ακρόπολις» ούτε την ενθουσιώδη υποδοχή από τη νεολαία και τα μπιζαρίσματα, την άνοιξη του 1966 στις διάφορες μπουάτ και στο κατάμεστο «θέατρο του Λυκαβηττού», το ίδιο καλοκαίρι, ούτε τις σεμνότυφες γενικά αντιδράσεις κάποιων –λίγων ευτυχώς– διανοουμένων της Αριστεράς. Ούτε, τέλος, τη λογοκρισία.

Εκ του αποτελέσματος, βέβαια, αποδείχτηκε ότι σίγουρα ταράχτηκαν τα νερά.

Αισθητικές «συγγένειες»

Τα «Γράμματα», λοιπόν, αποτελούν στον δικό τους χώρο μια καινοτομία αισθητική. Αλλά και πάλι, στιχουργικά αποτελούν ουσιαστικά, απλά μια προσωπική συμβολή σε ένα γενικότερο κίνημα, που γεννιόταν τότε με το έργο, για παράδειγμα, του Γιάννη Νεγρεπόντη, της Κωστούλας Μητροπούλου, κάποια από τα τραγούδια του Σαββόπουλου, λίγο αργότερα του Κηλαηδόνη και άλλων, με στόχο να φτιαχτεί ένα καθαρά πολιτικό τραγούδι. Ενα τραγούδι άμεσο, θεατρικό, σατιρικό και καταγγελτικό, σαν κλαδί του μεγάλου δέντρου της έντεχνης λαϊκής μας μουσικής, όπως την ονόμασε ο ίδιος ο Μίκης, που κάθε κλαδί του έδωσε και διαφορετικούς, σημαντικούς και χυμώδεις καρπούς.

Ή, όπως το έχω περιγράψει κάπου αλλού: «Θέλουμε να πιστεύουμε ότι (τα “Γράμματα”) συνέβαλαν κι αυτά στη δημιουργία μιας ιδιαίτερης σχολής πολιτικού τραγουδιού και ότι μένουν στη μνήμη της γενιάς του 1960 σαν μια ξεχωριστή και τρυφερή στιγμή δημιουργίας, μια νότα ενός πλούσιου μουσικού κινήματος, κλωνάρι ενός πολύχρωμου και δυνατού δέντρου, που η δικτατορία προσπάθησε του κάκου να κόψει τις ρίζες του».

Αθυρόστομος!

Οσο για την αθυροστομία των «Γραμμάτων», αυτή ήταν μια εντελώς προσωπική, πώς να την πει κανείς, καινοτομία, σε βαθμό που ακόμα και τώρα που το σκέφτομαι, απορώ για το θάρρος –ίσως και θράσος μου– να πάω στον Θεοδωράκη αυτούς ειδικά τους στίχους. Οι άνθρωποι στα νιάτα τους φαίνεται ότι έχουν το ακαταλόγιστο. Να, όμως, που ο Θεοδωράκης δεν απόρησε. Και ακόμα δεν έχω πάρει την απάντηση, γιατί και πώς έγινε αυτό.

Τελικά, παράλληλα, μέσα από όλα αυτά, έγινε, από ό,τι φαίνεται, μια τομή, έστω και προσωρινά, στον τρόπο που ώς τότε η ελληνική στιχουργική αντιμετώπιζε το θέμα της μετανάστευσης. Τα «Γράμματα» έδωσαν μια νότα αισιοδοξίας, που μέσα από το χιούμορ και κάποια λεγόμενα των ίδιων των εργατών, κάποιων δηλαδή από τους επιστολογράφους, οδηγεί στη μαχητικότητα. Και έτσι χαράχτηκαν στις συνειδήσεις του κοινού, δηλαδή των ακροατών, που ώς τότε εύλογα ξέδιναν τους καημούς τους για την αδικία και το σαράκι της μετανάστευσης, μέσα από το παράπονο της αδρής και διάφανης φωνής του Καζαντζίδη και των άλλων μας μεγάλων λαϊκών τραγουδιστών, αλλά και μέσα από το συνεχές βελόνιασμα στις ψυχές τους, από τις μικρές, συνεχείς πενιές του μπουζουκιού.

«Τραγούδια-κόμικ»

Για να κλείσουμε με αυτό το σημείο, δηλαδή σχετικά με το τι ήταν τα «Γράμματα», πριν από λίγο καιρό δημιουργήθηκε αυθόρμητα –και παγιώθηκε μέσα μου– μια θεωρία. Οτι υπάρχουν, δηλαδή, κάποιοι κύκλοι τραγουδιών, που θα μπορούσαμε να τους ονομάσουμε «τραγούδια-κόμικ». Και δεν εννοώ με αυτό κάποια μεμονωμένα τραγούδια, που μπορεί κανείς να φανταστεί την ιστορία που αφηγούνται σαν ένα κόμικ, με κάποιον ή με κάποιους κεντρικούς ήρωες, π.χ. «Ο Γιάννης, ο φονιάς», ή η «Ζωζώ» ή «Ο Πέτρος, ο Γιόχαν κι ο Φραντς» και πολλά άλλα.

Αλλά εννοώ έναν κύκλο τραγουδιών, που δημιουργούν ένα κλίμα και ένα πλαίσιο, όπου εκτυλίσσονται, αλληλοβοηθούμενες και αλληλεπικαλυπτόμενες, οι επιμέρους «σεκάνς» –για να το πούμε με κινηματογραφική γλώσσα– μιας ιστορίας. Αλλά εδώ δεν μπορούμε να επεκταθούμε σε αυτό το θέμα.

Και, μέσα, λοιπόν, σ’ αυτήν την κατηγορία, μέσα στα «Τραγούδια-κόμικ», θα μπορούσαμε να βάλουμε από τα πρώτα πρώτα, εννοώ χρονολογικά, τα «Γράμματα από τη Γερμανία». Ενας άλλος κύκλος τραγουδιών που θα μπορούσε να ενταχθεί σ’ αυτό τον ορισμό, σ’ αυτή την κατηγορία, είναι το έργο σε στίχους δικούς μου «Ανατομία ενός εγκλήματος – Εντεκα αστυνομικά τραγούδια» με μουσική του Σπύρου Εξάρα, που κυκλοφόρησε πάλι από τις εκδόσεις «Μετρονόμος», το 2023.

Ο άνθρωπος με τη βαλίτσα

Μια φορά, στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης, αν θυμάμαι καλά, στο κέντρο της Αθήνας με σταμάτησε ένας μεσήλικας. Μου συστήθηκε με την εξής φράση: «Ξέρετε ποιος είμαι; Είμαι ο άνθρωπος με τη βαλίτσα». Kαι μου εξήγησε πως ήταν ο άνθρωπος με τη βαλίτσα στον ώμο, που είναι στο εξώφυλλο της έκδοσης των «Γραμμάτων» της εταιρείας Minos. Και που από τότε φιγουράρει και σε όλες τις εκδόσεις και τις επανεκδόσεις με τους στίχους και τις παρτιτούρες από τα «Γράμματα».

Πρόκειται εμφανώς, για όποιον βλέπει τη φωτογραφία, για έναν μετανάστη που έχει μόλις αποβιβαστεί σε κάποιον σιδηροδρομικό σταθμό, μάλλον της Γερμανίας. Κανείς δεν ήξερε ώς τότε κι ούτε έμαθε και μετά πώς βρέθηκε αυτή η φωτογραφία στα χέρια της γραφίστριας, της Ξανθίππης Μίχα-Μπανιά. Κι ούτε και ο ίδιος, βέβαια, το ήξερε. Ανταλλάξαμε εκεί, στη μέση του δρόμου, κάποιες φράσεις και κάποιες πληροφορίες και μετά χωρίσαμε.

Εχω άπειρες φορές από τότε ξαναφέρει στη μνήμη μου αυτή την εικόνα, αυτή τη συνάντηση. Πώς δεν κράτησα όνομα και τηλέφωνο αυτού του ανθρώπου; Νομίζω πως ήταν –έτσι μου είπε– από την επαρχία και βρέθηκε εκείνες στις μέρες στην Αθήνα. Και συναντηθήκαμε, το ξαναλέω, εντελώς τυχαία. Ωρες ώρες σκέφτομαι αν αυτή η συνάντηση έγινε πραγματικά.

Ας είναι.

Γράμματα και χωρίς ΕΛΤΑ!

Η εμμονή μου με τους μετανάστες αποτυπώθηκε από τότε πολλές φορές ακόμα και σε άλλα τραγούδια μου. Αλλά, βέβαια, και σε κάποια έργα μου, όπως στο λεύκωμα «Οπου γη, Ελλάδα – Το έπος της μετανάστευσης σε εικόνες», στο βιβλίο «Οι Ελληνες στο Χόλιγουντ την εποχή του βωβού κινηματογράφου» και σε άλλα. Ενα μάλιστα από αυτά ακόμα το δουλεύω.

Είναι μια έρευνα για τη ζωή ενός διάσημου –περιβόητου, αν θέλετε– Ελληνα τυχοδιώκτη, που έδρασε στην Αμερική το πρώτο μισό του εικοστού αιώνα, του Γιάννη Πετρολέκα από τον Χάρακα της Λακωνίας, που έμεινε στην ιστορία της Δυτικής Ακτής των ΗΠΑ με το όνομα Τζον «Μπλάκτζακ» Τζιρόμ.

Μέσα λοιπόν από τις ηχογραφήσεις του Στέλιου Δεληγιάννη και της οικογένειας Βάκη, μέσα από δυο διαφορετικές εκτελέσεις σε βινύλιο, μέσα από πολλές εκδόσεις και επανεκδόσεις του βιβλίου με τους στίχους, μέσα από τις αναμνηστικές και επετειακές συναυλίες, και μέσα από τη μετάφρασή τους σε ξένες γλώσσες, όπως μπορεί να τις εντοπίσει κανείς στα σχετικά σάιτ, τα «Γράμματα από τη Γερμανία» εξακολουθούν να ταξιδεύουν και μέσα από το ίντερνετ, ακόμα και τώρα, που τα Ελληνικά Ταχυδρομεία τείνουν να καταργηθούν.

Τα τέσσερα «Ανεπίδοτα» γράμματα

Ο Μίκης στο θέατρο Λυκαβηττού, τον Αύγουστο του 1966, όταν παρουσιάστηκαν τα «Γράμματα απ’ τη Γερμανία»
Ο Μίκης στο θέατρο Λυκαβηττού, τον Αύγουστο του 1966, όταν παρουσιάστηκαν τα «Γράμματα απ’ τη Γερμανία»

Τα «Γράμματα από τη Γερμανία» γράφτηκαν ακριβώς πριν από 60 χρόνια, τον Μάρτιο του 1966, κομίζοντας με την άμεση, απλή λαϊκή τους γλώσσα, την πικρή σάτιρα που απέπνεαν, τους τύπους που σκιαγραφούσαν με θεατρικές αρετές και το πολιτικό σχόλιο που κατόρθωναν, κάτι πολύ φρέσκο στην ελληνική μουσική σκηνή. Και όπως επισημαίνει ο Θανάσης Συλιβός, εκδότης του «Μετρονόμου» στο εισαγωγικό του σημείωμα για τη συλλεκτική έκδοση, γράφτηκαν τότε ως «τραγούδια καταγγελτικά, με αιχμή τη μάστιγα της μετανάστευσης που σημάδεψε την ελληνική κοινωνία της δεκαετίας του 1960, συνέβαλαν αποφασιστικά στη διαμόρφωση μιας ιδιαίτερης σχολής πολιτικού τραγουδιού και άφησαν ισχυρό αποτύπωμα στην πολιτιστική μνήμη μιας ολόκληρης γενιάς».

Λίγο αφότου γράφτηκαν, η πρώτη τους «δοκιμή» σε κοινό έγινε τον Ιούλιο του 1966, στην μπουάτ «Εσπερίδες» του Γιάννη Αργύρη, στην Πλάκα, με τον Γιώργο Ζωγράφο και τον Τάσο Καρακατσάνη στο πιάνο. Δύο μήνες αργότερα με ερμηνευτή και πάλι τον Ζωγράφο παρουσιάστηκαν στην Α΄ Εβδομάδα Ελληνικής Λαϊκής Μουσικής στο θέατρο Λυκαβηττού για δύο συνεχείς βραδιές με μεγάλη επιτυχία. Η ηχογράφηση έγινε μετά τη χούντα, το 1975, εννέα χρόνια μετά τη σύνθεσή τους, όταν κυκλοφόρησαν στις δύο διαφορετικές εκδοχές της Minos και της Lyra – σε αυτή την τελευταία μάλιστα προστέθηκε ένα τραγούδι, το «Ηρθαν κάτι στρατηγοί».

Οσο για τις έντυπες εκδόσεις, γράφει ο Συλιβός: «Η πρώτη έκδοση του βιβλίου “Φώντας Λάδης: Γράμματα από τη Γερμανία – Μελοποιημένα από τον Μίκη Θεοδωράκη” έγινε το 1966 από το Καλλιτεχνικό Γραφείο Πειραιώς και περιελάμβανε δακτυλογραφημένους τους στίχους με τις χειρόγραφες παρτιτούρες του Θεοδωράκη από τα δεκατρία “Γράμματα”. Ακολούθησε η έκδοση του Gutenberg, το 1976, με σχεδιασμό και εικονογράφηση της Ξανθίππης Μίχα-Μπανιά (1942-2024).

»Το 2016 ετοιμάσαμε με τον Φώντα Λάδη την τρίτη έκδοση του βιβλίου όπου συμπεριλάβαμε τους στίχους και των δεκαεννέα “Γραμμάτων”. Οταν πήγαμε στο σπίτι του Μίκη Θεοδωράκη με ένα δείγμα του βιβλίου, για να το δει, του είπαμε πως δημοσιεύονται για πρώτη φορά όλοι οι στίχοι των “Γραμμάτων”. Ξεφυλλίζοντας το δείγμα ο Θεοδωράκης στάθηκε στο “Τα λεφτά για την Ελένη” και άρχισε να σιγοτραγουδά μια μελωδία που επί τόπου την έγραψε δίπλα στους στίχους. Λογικό ήταν να μη θυμόταν μετά από τόσα χρόνια πως το είχε μελοποιήσει, αφού το τραγούδι δεν είχε δισκογραφηθεί».

Αριστερά: Το εξώφυλλο του 1975 με την εκδοχή της Minos. Δεξιά: Το εξώφυλλο του ’75 με την εκδοχή της Lyra
Αριστερά: Το εξώφυλλο του 1975 με την εκδοχή της Minos με τραγουδιστές τον Γιώργο Ζωγράφο, την Αννα Βίσση και τον Γιάννη Θωμόπουλο και με τη μουσική διεύθυνση του Μίκη Θεοδωράκη, είναι αυτό με τον άνθρωπο με τη βαλίτσα που συνάντησε ο Λάδης μετά από χρόνια στο κέντρο της Αθήνας. Δεξιά: Το εξώφυλλο του ’75 με την εκδοχή της Lyra σε ενορχήστρωση και διεύθυνση του Θάνου Μικρούτσικου με την Αφροδίτη Μάνου, τον Αντώνη Καλογιάννη και τον Γιάννη Συρρή

Εξαρχής από τα συνολικά δεκαεννέα «Γράμματα», είχαν μελοποιηθεί τα δεκαοκτώ (έμεινε αμελοποίητο το «Η γυναίκα η μυαλωμένη», μας θυμίζει ο «Μετρονόμος») και δισκογραφήθηκαν τα δεκατέσσερα. Τα (πασίγνωστα πια) «Γεια σου μάνα, γεια σου Στράτο», «Κίνησ’ ο Μάης για να ’ρθεί», «Κρουαζιέρες (Βερολίνο – Ααχεν)», «Σου ’στειλα», «Ο Μήτσος», «Μια ξανθιά απ’ το Βισμπάντεν», «Στο καφενείο “Ελληνικόν”», «Εστειλα στο κόμμα», «Ενα δάσος κλάρες», «Χτες στη Βιλλεμνστράσσε», «Βγήκε η ζωή μας στο σφυρί», «Ελληνες, Τούρκοι κι Ιταλοί» και «Προς το Υπουργείο Εργασίας».

Τέσσερα τραγούδια του κύκλου παρέμεναν ανέκδοτα κι επιπλέον είχαν χαθεί τα ίχνη τους μέχρι που το 2017 εντοπίστηκαν οι παρτιτούρες τους στο αρχείο του Μίκη Θεοδωράκη στη Μουσική Βιβλιοθήκη «Λίλιαν Βουδούρη», ηχογραφήθηκαν και κυκλοφορούν τώρα για πρώτη φορά, με καλλιτεχνική επιμέλεια και ενορχήστρωση του Γιάννη Παπαζαχαριάκη, αποκαθιστώντας ένα πολύτιμο και άγνωστο έως σήμερα κομμάτι του έργου του μεγάλου συνθέτη.

Στην τωρινή συλλεκτική έκδοση τα 4 ανέκδοτα τραγούδια που ερμηνεύουν ο Γιάννης Μπέζος, ο Γιάννης Διονυσίου, ο Κώστας Θωμαΐδης και ο Κώστας Τριανταφυλλίδης. Ειδικά στο τραγούδι «Ευημερία» τη χορωδία αποτελούν οι Γιάννης Μπέζος, Γιάννης Παπαζαχαριάκης, Μίμης Ντούτσουλης, Γρηγόρης Συντρίδης, Ευαγγελία Μαυρίδου, ενώ στην ηχογράφηση παίζουν οι μουσικοί Γρηγόρης Συντρίδης τύμπανα, Μίμης Ντούτσουλης μπάσο, Ευαγγελία Μαυρίδου πιάνο, Νίκος Σαμαράς τρομπέτα, Ντίνος Χαζηιορδάνου ακορντεόν, Γιάννης Σινάννης μπουζούκι, Γιάννης Παπαζαχαριάκης κιθάρες.

Τι λένε όμως οι στίχοι των τεσσάρων «Γραμμάτων» που ήταν μέχρι τώρα ανεπίδοτα και που παραδίδονται μαζί με όλα τα άλλα στις σύγχρονες γενιές;

ΕΥΗΜΕΡΙΑ

Τα «Γράμματα απ’ τη Γερμανία» κι ο ταχυδρόμος τους

Ολοι εδώ στη Γερμανία,
Βερολίνο, Μόναχο
έχουνε ευημερία
τον κακό τους τον καιρό.

Και ιδρώνουν και μεθάνε
κι όλο μπύρα πίνουνε,
τόση, όσο οι μετανάστες
μαύρο ιδρώτα χύνουνε.

Ακουσα, που βρίζανε κάποιον Μπρεχτ
και κάποιον Τσβάιχ,
νάν’ οι Γερμανοί καλά,
νάν’ καλά το σύστημα, που ξερνοβολάει Ράιχ,
ολαρία-ολαλά.

ΤΑ ΛΕΦΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΕΝΗ

Τα «Γράμματα απ’ τη Γερμανία» κι ο ταχυδρόμος τους

Τα λεφτά για την Ελένη
τα ’στειλα πριν δέκα μέρες,
τα λογάριασα και φτάνουν,
να πληρώσει και τις βέρες.

Να με σκέφτεστε στο γάμο,
θα ’θελα να ’μαι κι εγώ,
μάνα, πες τους, μέχρι να ’ρθω,
να μου φτιάξουν ανιψιό.

Η δουλειά είναι καλή,
μα δουλεύω και τα βράδια,
σ’ ένα μπαρ μέχρι τις δυο,
σ’ ένα μπαρ μέχρι τα δυο…

ΗΤΑΝ ΕΣ-ΕΣ Ο ΦΟΥΚΑΡΑΣ

Τα «Γράμματα απ’ τη Γερμανία» κι ο ταχυδρόμος τους

«…Ελάτε να δείτε το τείχος του αίσχους.
Σ’ ένα χρόνο το σκάσαν άλλες δέκα χιλιάδες…»

…Ηταν Ες-Ες ο φουκαράς,
τώρα καπνό και καρτ-ποστάλ πουλάει,
τώρα ποιος ξέρει τι καπνό φουμάρει,
κι όλο προσμένει εκδίκηση να πάρει.

…Ελάτε να ζείτε στη χώρα του αίσχους.
Σ’ ένα χρόνο θα φάει άλλες δέκα Ελλάδες…

Η ΚΥΡΑ Τ’ ΑΦΕΝΤΙΚΟΥ

Τα «Γράμματα απ’ τη Γερμανία» κι ο ταχυδρόμος τους

Η κυρά τ’ αφεντικού
είναι μια ψηλή φοράδα,
βρίσκει τρόπο και τον διώχνει
δυο φορές την εβδομάδα.

Ολο τρώγεται στο τζάμι
και γουστάρει τους εργάτες
η ψηλή η φακιδιάρα
και ο γιος της κάνει πλάτες.

Ο κοντός ο Μανωλάκης,
χτες, που σφύριζ’ η σειρήνα
στρίμωξε τη Γερμανίδα
πίσ’ από τη λαμαρίνα.

Ο ΜΙΚΗΣ ΓΙΑ ΤΗ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ «Πρώτη μεγάλη πληγή στο σώμα της πατρίδας μας»

Ο Αντώνης Καλογιάννης ήταν, όπως είπαμε, από τους πρώτους ερμηνευτές του μουσικού έργου των Μίκη Θεοδωράκη και Φώντα Λάδη, στην πρώτη διπλή δισκογραφική έκδοση του 1975 και για την ακρίβεια στη δισκογραφική εκδοχή της Lyra σε ενορχήστρωση και διεύθυνση του Θάνου Μικρούτσικου, με ερμηνευτές ακόμα την Αφροδίτη Μάνου και τον Γιάννη Συρρή. Αρχές Απριλίου του 2000 ο Καλογιάνννης τραγούδησε τα «Γράμματα απ’ τη Γερμανία» μία βραδιά στη γνωστή μουσικοθεατρική σκηνή της Λαοδικείας στα Ιλίσια «Τσάι στη Σαχάρα».

Με αφορμή αυτή του την εμφάνιση ο σπουδαίος τραγουδιστής είχε ζητήσει από τον Μίκη Θεοδωράκη να παρευρεθεί και να πει δύο λόγια για τη δημιουργία του ιστορικού κύκλου τραγουδιών. Και ο Μίκης τού είχε απαντήσει με αυτό το μήνυμα:

Αγαπητέ μου Αντώνη,

Χαίρομαι που ξαναθυμήθηκες τα «Γράμματα απ’ τη Γερμανία». Πιο καλά από μένα θα μπορούσε να μιλήσει γι’ αυτά ο Φώντας Λάδης, που έγραψε τους στίχους των τραγουδιών. Που πρωτοτραγουδήθηκαν στον Πρώτο Μουσικό Αύγουστο στα 1966 στον Λυκαβηττό, από τον Γιώργο Ζωγράφο.

Ηταν, θα έλεγα, τραγούδια επίκαιρα, καθαρά πολιτικά, γιατί άγγιζαν το πιο καυτό πρόβλημα εκείνης της εποχής. Τη Μετανάστευση. Η οποία για άλλους ήταν ευλογία εξ ουρανού και για άλλους εθνική αιμορραγία. Και οι δυο είχαν δίκιο, σύμφωνα με τα συμφέροντά τους. Η ελληνική ύπαιθρος, απ’ την οποία έφυγαν οι πιο πολλοί, είχε αρχίσει να μεταβάλλεται σε αληθινή πυριτιδαποθήκη, έτοιμη να εκραγεί και να σαρώσει το τότε αντιδραστικό κατεστημένο. Ετσι, όσοι ανήκαν σ’ αυτό, έβλεπαν με ανακούφιση να απομακρύνεται ο κίνδυνος αυτός.

Ομως όλοι εμείς, που ανήκαμε στις προοδευτικές δυνάμεις, βλέπαμε την πατρίδα μας να αιμορραγεί. Εκατοντάδες χιλιάδες συμπατριώτες μας που μεγάλωσαν από το υστέρημα και με το αίμα του ελληνικού λαού, θα πήγαιναν τώρα να προσφέρουν το μυαλό και τα μπράτσα τους σε ξένους λαούς, τη στιγμή που το όραμα της κοινωνικής ανάπλασης και της εθνικής αναγέννησης άρχισε να γιγαντώνει μέσα στις τάξεις του λαού και προ παντός της νεολαίας μας.

Ετσι η Μετανάστευση υπήρξε η πρώτη μεγάλη πληγή επάνω στο σώμα της πατρίδας μας, για να ακολουθήσει η Δικτατορία και τόσα άλλα, ώστε να εξασθενήσει ώς να σβήσει το Μεγάλο Οραμα για μια διαφορετική Ελλάδα, για την οποία τα δάκρυα και το αίμα που χύθηκαν, είναι ολόκληρα ποτάμια. Φοβάμαι ότι σας χάλασα την όρεξη, όμως ας αρχίσει η μουσική και το τραγούδι σου, που άλλωστε γι’ αυτό υπάρχει, για να γλυκαίνει τον πόνο.

Μίκης Θεοδωράκης
Αθήνα, 2.4.2000