Το είχαμε πει από την πρώτη στιγμή που μπήκαμε να παρακολουθήσουμε την ανοιχτή πρόβα στην Πειραματική του Εθνικού τον περασμένο Νοέμβρη: Τι είναι αυτό; Αυτή ήταν η ερώτηση. Τι ήταν αυτό που βλέπαμε; Από πότε το Εθνικό θέατρο, ο μεγαλύτερος πολιτιστικός κρατικός οργανισμός της χώρας, με τα τόσα τραύματα (από καλλιτεχνικούς διευθυντές με κακοποιητικές συμπεριφορές έως βιαστές) αλλά και ιστορία 96 χρόνων (με ρίζες που φτάνουν στον 19ο αιώνα), επιτρέπει τόσο ελεύθερες και πραγματικά πειραματικές παραστάσεις; Τα τελευταία χρόνια είχε ξεκινήσει μια κάποια αλλαγή βέβαια, ωστόσο είχε μείνει στην επιφάνεια, με θεωρητικά «πρωτοποριακές» παραστάσεις που κατέληγαν απλά να είναι, αν όχι κάκιστες, «λίγες». Αυτό όμως που συνέβη φέτος το βλέπαμε μπροστά στα μάτια μας και δεν το πιστεύαμε.
Οι δύο νέοι καλλιτεχνικοί διευθυντές της Πειραματικής του Εθνικού, Νεφέλη Μαϊστράλη και Ακύλλας Καραζήσης, με την Αργυρώ Χιώτη στο πλευρό τους, ως την πρώτη γυναίκα πλήρους θητείας στο τιμόνι του οργανισμού, κατάφεραν κάτι πραγματικά μοναδικό που φάνταζε σχεδόν αδύνατον (αν εξαιρέσεις τη θητεία Τσινικόρη-Αζά): να γίνει η σκηνή αυτή στ’ αλήθεια πειραματική, δηλαδή ελεύθερη και ανοιχτή σε οράματα και θεατρικές/αναπαραστατικές τεχνικές τόσο για τον σκηνοθέτη και τους ηθοποιούς όσο και για τους ίδιους τους θεατές.
Ολα τα παραπάνω είναι απολύτως απαραίτητα να σημειωθούν, γιατί δίχως αυτή την προεργασία και τόλμη (θεσμική μάλιστα, που είναι το πιο σπάνιο είδος) δεν θα μπορούσαμε ποτέ να απολαύσουμε την παράσταση «Τι να κάνουμε; Ιστορίες για την αναμονή της Αποκάλυψης», σε σύλληψη και σκηνοθεσία Μιχάλη Πητίδη. Οταν κάποτε έβλεπες ανθρώπους που υποτιμούσαν τους ανάπηρους ή φιλούσαν ομοιώματα του Παρθενώνα στα πόδια του Κυριάκου Μητσοτάκη, ενώ πιο πριν είχαν βιάσει παιδιά, και πλέον βλέπεις νέους ανθρώπους (όχι αναγκαστικά ηλικιακά) να τους δίνεται ο χώρος να δημιουργήσουν ουσιαστικές παραστάσεις, όπως το «Τι να κάνουμε;» του Μ. Πητίδη, που ξεκινούν από το όνειρο και τελειώνουν με μια επιστολή του 17χρονου Ρεμπό, τότε καταλαβαίνεις πως δεν μιλάμε απλά για αλλαγή σελίδας, αλλά για συμπαντική μετατόπιση. Και καθώς οι όποιες αλλαγές σε όλα τα επίπεδα στον κόσμο ξεκινούν πάντα από την επιστήμη και την τέχνη, αυτή η φαινομενικά μικρή μετατόπιση δεν είναι απλά παρήγορη. Είναι βαθιά πολιτική έως επαναστατική.
Για τον σκηνοθέτη Μιχάλη Πητίδη, εξάλλου, η επανάσταση, η κάθετη δηλαδή ρήξη στην Ιστορία, είναι από μόνη της μια αποκαλυπτική πράξη. Ετσι, βάζει οκτώ χαρακτήρες επί σκηνής (Γιάννης Βάρσος, Τίτος Γρηγορόπουλος, Βασίλης Καραμπούλας, Κατερίνα Κρίστο, Γιώργος Ματζιάρης, Νεφέλη Παντερμαλή, Βιβή Πέτση, Θάλεια Σταματέλου), οι οποίοι, ματαιωμένοι και εξοργισμένοι, συνθέτουν έξι ιστορίες: μια μαθήτρια που δεν βρίσκει κανένα νόημα στη μάθηση αφού δεν βλέπει πουθενά διέξοδο, ένας νεαρός που εργάζεται απλώς για να επιβιώσει, ένας παλιός αγωνιστής/νυν διανοούμενος, μια ιστορική (και απολύτως πραγματική) φοιτητική συνέλευση του 1976, μια πρόβα που καταλήγει σε ονειρική καταγραφή μάλλον εφιαλτικών σκέψεων είναι μόνο κάποια από τα όσα βλέπουμε σε μία ώρα και κάτι μόνο.
«Τι να κάνουμε;». Η ερώτηση αυτή επανέρχεται ξανά και ξανά μέσα στο έργο. Μια ερώτηση που, φυσικά, δεν είναι ερώτηση – είναι η πιο επικίνδυνη πρόταση της εποχής μας. Ο Μιχάλης Πητίδης συνεργάστηκε με τους ηθοποιούς του και η παράστασή τους δεν προσπαθεί να δώσει απαντήσεις. Και καλά κάνει. Γιατί αν κάτι έχει καταρρεύσει οριστικά, δεν είναι μόνο οι βεβαιότητες, είναι και η ίδια η ιδέα ότι υπάρχει κάποιος που μπορεί να απαντήσει αντί για εμάς.
Υπάρχει; Πώς είναι δυνατόν να υπάρχει; Μα δεν υπάρχουν καν «χαρακτήρες» με την κλασική έννοια επί σκηνής (και όχι μόνο) να αναγνωρίσεις. Υπάρχουν άνθρωποι σε εκκρεμότητα. Οι οκτώ επί σκηνής βρίσκονται σε μια κατάσταση μεταξύ οργής και αδυναμίας, επίγνωσης και παράλυσης. Συζητούν, διαφωνούν, ειρωνεύονται, συγκρούονται – και στο τέλος μοιάζουν να επιστρέφουν στο ίδιο σημείο: στη σιωπή που ακολουθεί τη φράση «τι να κάνουμε;». Αυτή η σιωπή, για μας έστω, είναι το πραγματικό θέμα της παράστασης.
Ο Πητίδης στήνει έναν μικρόκοσμο στον οποίο αναγνωρίζεις κάτι βαθιά οικείο: τη δική μας εποχή. Την εποχή που η πολιτική υπάρχει ταυτόχρονα παντού και πουθενά, που τα αδιέξοδα οδηγούν σε νέους, εξαιρετικά επικίνδυνους λαϊκισμούς, που η οργή μπορεί να γίνει κινητήρια δύναμη. Και όλα αυτά τα ξεδιπλώνει με χιούμορ, που δρα όχι ως ανάπαυλα αλλά ως εργαλείο απογύμνωσης, σουρεαλισμό που σε μαγεύει με την ακρίβειά του, διαλόγους με ρυθμό και νεύρο, στιγμές οξύτητας που πετυχαίνουν κατευθείαν στόχο: δεν χαρίζονται. Ούτε στους «άλλους», ούτε στους ίδιους τους χαρακτήρες. Και αυτό είναι ίσως το πιο τίμιο στοιχείο της δουλειάς: δεν υπάρχει εύκολος εχθρός. Υπάρχει μόνο μια διάχυτη ευθύνη που αιωρείται.
Σκηνοθετικά, η παράσταση αποφεύγει τις εντυπωσιοθηρικές λύσεις. Η ένταση χτίζεται μέσα από τη σύγκρουση των σωμάτων και των λόγων, όχι μέσα από σκηνικά τρικ. Υπάρχει μια αίσθηση εγκλωβισμού – σαν οι χαρακτήρες να κινούνται μέσα σε έναν χώρο όπου όλα έχουν ήδη ειπωθεί, αλλά τίποτα δεν έχει πραγματικά ακουστεί. Πώς, λοιπόν, καταφέρνει ο Πητίδης να αποδώσει σε αυτό το πλαίσιο, να δημιουργεί μια αίσθηση ελευθερίας; Καταρχάς, αυτό προκύπτει από τις ίδιες τις συνθήκες της θεατρικής πράξης, που εκκινούν από την πρόβα. Κατά δεύτερον, ο εγκλωβισμός μπορεί να υπάρξει η απαρχή μιας ελευθεριακής κατάστασης, ειδικά όταν έχεις επίγνωση της θέσης σου μέσα και στον πρώτο και στη δεύτερη.
Οσο για τις ερμηνείες, αυτές κινούνται σε ένα σύνολο χωρίς «πρωταγωνιστές». Κανείς δεν κυριαρχεί, και αυτό λειτουργεί υπέρ της λογικής του έργου. Ολοι είναι ίσοι μέσα στην αβεβαιότητα. Και ίσως αυτό είναι το πιο πολιτικό στοιχείο της παράστασης: η άρνηση της ηγεμονίας.
Τέλος, υπάρχει και το κοινό, το οποίο δεν αφήνεται να μείνει ασφαλές. Δεν υπάρχει κάθαρση, δεν υπάρχει λύτρωση, δεν υπάρχει καν ένα καθαρό συμπέρασμα για να πάρεις μαζί σου φεύγοντας. Υπάρχει μόνο μια ενόχληση που επιμένει. Και αυτή η ενόχληση είναι πολύτιμη. Γιατί το «τι να κάνουμε;» δεν απευθύνεται στους χαρακτήρες. Απευθύνεται σε εμάς. Και όσο η ερώτηση παραμένει ανοιχτή, τόσο η παράσταση συνεχίζει – έξω από τη σκηνή αυτή τη φορά.
● Τελευταίες παραστάσεις: Σάββ. 28, Κυρ. 29/3 στις 20.30 στο θέατρο Δίπυλον (Καλογήρου Σαμουήλ 2 & Διπύλου, Κεραμεικός. Tηλ: 2103230803). Προπώληση: n-t.gr
