«Οστις ιστορεί τον ίδιον βίον, χρεωστεί να σημειώση και τα κατορθώματα και τα αμαρτήματα της ζωής του, με τόσην ακρίβειαν ώστε μήτε τα πρώτα να μεγαλύνη, μήτε τα δεύτερα να σμικρύνη, ή να σιωπά παντάπασι· πράγμα δυσκολώτατον, διά την έμφυτον εις όλους μας φιλαυτίαν. Οστις αμφιβάλλει περί τούτου, ας κάμη την πείραν να χαράξη δύο μόνους στίχους της βιογραφίας του και θέλει καταλάβει τη δυσκολίαν».
Το βιβλίο «Ιθάκη» του Αλέξη Τσίπρα δεν είναι «αυτοβιογραφία», όπως το έργο του Αδαμάντιου Κοραή που ξεκινά με το προπαρατεθέν απόσπασμα – αν και η ένταση της τετραετίας 2015-2019 θα μπορούσε να αρκέσει για μια ολόκληρη ζωή και να αφήσει και περίσσευμα. Δεν είναι ούτε «απομνημονεύματα»· διότι, ανεξαρτήτως της έκτασης του χρονικού διαστήματος αναφοράς, ο συγγραφέας τους δεν έχει αποσυρθεί από την πολιτική σκηνή – κάθε άλλο. Ως προς αυτό το τελευταίο μάλιστα η περίσταση μοιάζει, τηρουμένων των αναλογιών, με εκείνην που ιστορείται στο έργο του Ν. Καζαντζάκη «Ο Ανήφορος» («τιτλικά» ταιριαστό και με τα εδώ συμφραζόμενα) για τη στιγμή κατά την οποία ο ήρωας-alter ego του ετοιμάζεται να αρχίσει να συγγράφει το «(δημιουργικό) όραμά του», την «Ασκητική»: «Σηκώθηκε […] αναμέρισε το βαρύ βιβλίο, ετοίμασε τα πάντα. Σαν το πουλί που στρώνει, καθαρίζει τη φωλιά του, ν’ αποθέσει το αυγό».
«Μίλησα κάποτε σε έναν πολιτικό, έναν άνθρωπο τον οποίο σέβομαι και θα πω το όνομά του: Αλέξης Τσίπρας. Και μιλώντας για τους μετανάστες […] μου εξήγησε τις δυσκολίες, όμως στο τέλος μου μίλησε από καρδιάς και μου είπε αυτή τη φράση: “Τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι πιο σημαντικά από τις συμφωνίες”. Η φράση αυτή αξίζει το βραβείο Νόμπελ» | Πάπας Φραγκίσκος, Απρίλιος 2019
Το ανά χείρας «βαρύ βιβλίο» θεωρήθηκε απαραίτητο (και οπωσδήποτε συμφέρον από την άποψη μιας προσεκτικά οργανωμένης, μέχρι την παραμικρή λεπτομέρεια, κατά τη συνήθειά του, όπως ο ίδιος γράφει, στρατηγικής) να ολοκληρωθεί/δημοσιευτεί προτού ο συγγραφέας του εισέλθει εκ νέου (η δική του δημιουργία επιτελείται με τη δράση) στον πολιτικό στίβο. Το «Ιθάκη» συνιστά ως εκ τούτου μια «Λογοδοσία» και είναι πραγματικά αξιοσημείωτο πόσο ταιριάζει στην προκείμενη συνθήκη ο νομικός ορισμός αυτής της λέξης, όπως καταχωρίζεται στην πάλαι ποτέ Πάπυρος-Λαρούς: «η υπό του έχοντος τη διαχείρισιν αλλοτρίας εν όλω ή εν μέρει υποθέσεως, συνεπαγομένην εισπράξεις και δαπάνας, έκθεσις των υπ’ αυτού πεπραγμένων και απόδοσις λογαριασμών». Η εκούσια (διότι υπάρχει και η δικαστική) Λογοδοσία συνίσταται στην ανακοίνωση «λογαριασμού περιέχοντος αντιπαράθεσιν των γενομένων εσόδων και εξόδων και το εκ της αντιπαραθέσεως ταύτης προκύπτον χρεωστικόν ή πιστωτικόν υπόλοιπον, προς δε και εις τη σύναψιν των οικείων δικαιολογητικών, εφ’ όσον τοιαύτα συνηθίζονται».
Στην παρούσα περίπτωση ο συγγραφέας δεν υποχρεώθηκε να προσκομίσει τίποτε από τα παραπάνω, αλλά ανέλαβε αυτοβούλως την ευθύνη να αποδώσει λογαριασμό για πράξεις, επιλογές, καταφάσεις και αρνήσεις, για τις προσωπικές και κυβερνητικές αποφάσεις εν τέλει, εναντίον των οποίων υποκινήθηκε/ξεσηκώθηκε στη συνέχεια «κατακραυγή» που κατέληξε σε άτυπη καταδίκη, τουτέστιν απόρριψη και απαξίωση. Μετά την πάροδο μιας δεκαετίας από τότε που ξεκίνησαν όλα καταθέτει τον δικό του απολογισμό (όχι απολογία, αν και τις θα φοβόταν έναν όρο του οποίου το στίγμα μετατράπηκε σε παράσημο ήδη από την εποχή του Σωκράτη;), τη δική του πλευρά των γεγονότων, διότι όπως ορθώς αποφαίνεται ο τίτλος του παρόντος άρθρου (αντλημένος από διήγημα του Ιωάννη Κονδυλάκη): αν δεν φροντίσεις μόνος σου να ακουστεί η φωνή σου, θα έρθει στιγμή που δεν θα έχεις φωνή για να μιλήσεις.
Τη Λογοδοσία ετούτη (στην οποία είχε την ευκαιρία να αξιοποιήσει γραπτώς, τη βοηθεία επαϊόντων αναμφίβολα, τη ρητορική δεινότητά του, τέχνη/χάρισμα που χρησιμοποιεί, μεταξύ άλλων, λογοτεχνικά παραθέματα, εύληπτα παραδείγματα από τη βιοπάλη, «κοινούς τόπους» των προφορικών συνομιλιών) ο συγγραφέας-πολιτικός τη δόμησε επί τη βάσει του ποιητικής καταγωγής τίτλου της, υπενθυμίζοντας αυτόν τακτικά στις εσωτερικές ενότητες μέσω αναφορών στους αντίστοιχους σταθμούς του αλληγορικού ταξιδιού, αλλά και επιλέγοντας να καταδείξει με αυτόν την έμφαση που αποδίδει ο ίδιος στο σημαινόμενο του προορισμού/του τέλους μιας δύσκολης πορείας.
Κρινόμενο ως κατορθωμένος γραπτός λόγος το βιβλίο του Αλέξη Τσίπρα αποτελεί μια πολύ θελκτική αφήγηση, μια λαγαρή ροή λόγου ανεπιτήδευτου, φωτίζοντος τη συγκεκριμένη εκδοχή των γεγονότων στα οποία ο συγγραφέας πρωταγωνίστησε και των οποίων κατέχει πλήθος άγνωστων πτυχών. Το αναγνωστικό κοινό από την πλευρά του, ένα πολύ μεγάλο μέρος του οποίου είχε προσωπική εμπειρία της περιόδου 2015-2019 και άρα έχει ιδίαν άποψιν, όμοια ή αντίθετη εκείνης του γράφοντος, αντιμετωπίζει το κείμενο αναλόγως: καλοπροαίρετα ή κακοπροαίρετα, διψώντας για επιβεβαίωση των πληροφοριών και των πεποιθήσεών του ή ψάχνοντας (και βρίσκοντας) ανακρίβειες, ψέματα, ωραιοποιήσεις, αποκρύψεις. Πολλοί/πολλές ξεκινούν από (και επεκτείνονται) ή ξεμπερδεύουν γρήγορα με ένα σχόλιο περί ανειλικρινούς αυτοπροβολής του γράφοντος· άλλοι/άλλες επαινούν το θάρρος κάποιου που για ακόμη μία φορά «βγαίνει μπροστά» για να εξηγήσει/διευκρινίσει και ταυτοχρόνως να εμπνεύσει/ενθαρρύνει/παρακινήσει ξανά για μια προσπάθεια, ξανά για έναν αγώνα.
Ετσι απλά μπορεί να καταγραφεί η αντιμετώπιση της βιβλιοαφήγησης του Αλέξη Τσίπρα; Γιατί όχι; Τόσο το ίδιο το πόνημά του όσο και η εν γένει πολιτεία του αφορούν ένα μορφωμένο πλην διόλου εξειδικευμένο (ή με οποιαδήποτε άλλη έννοια «ξεχωριστό») κοινό, το οποίο επιπλέον φαίνεται να μην απέχει από το σύνηθες ανθρώπινο περιβάλλον του πρώην πρωθυπουργού. Σε αυτούς τους ανθρώπους θέλησε να ξεκαθαρίσει τη στάση και να εκθέσει τα πεπραγμένα του για το διάστημα 2015-2019, προφανώς κατεχόμενος από μια εξακολουθητική (όχι στιγμιαία) διάθεση ανακοίνωσης, ήπια, μεθοδική αλλά και συναισθηματικά φορτισμένη· αλλιώς το κίνητρο για τη συγγραφή θα ήταν πολύ αδύναμο.
Ενας τίτλος (=βιβλίο) καταδεικνύων μετά παρρησίας έναν στόχο/όραμα, διεξοδικά παρουσιασμένο στη σύγκρουσή του με τη στεγνή επικράτεια της ελεεινότητας, απευθύνεται συνδυαστικά σε θυμικό και λογική, με την προσδοκία να πείσει τουλάχιστον ένα μέρος του κοινού (όχι βέβαια το εξαρχής εχθρικό/υπονομευτικό, ούτε το προκατειλημμένο) για την τιμιότητα και το εφικτό της υλοποίησης του σκοπού του. Ιδωμεν.
