Πρόκειται για έναν από τους σημαντικότερους φωτογράφους παγκοσμίως, έναν πραγματικό μάρτυρα της Ιστορίας, καθώς κατέγραψε με την κάμερά του εικόνες πολέμων, ανθρωπιστικών κρίσεων και κοινωνικής αδικίας: Βιετνάμ, Μπιάφρα, Λίβανος, Βόρεια Ιρλανδία, Κύπρος, Αφρική κ.ά. Τα εγκαίνια της έκθεσης με τις φωτογραφίες του sir Don McCullin «Life, Death and Everything in Between» έγιναν το προηγούμενο Σάββατο με τον ίδιο παρόντα.
Επαγγελματικά ξεκίνησε το 1959, σε ηλικία 24 ετών, όταν η φωτογραφία ενός τοπικού γκάνγκστερ δημοσιεύτηκε στον «The Observer». Η φωτογραφία του από έναν σοκαρισμένο στρατιώτη στη μάχη της Χουέ (Βιετνάμ 1968) θεωρείται από τις πιο εμβληματικές του. Την ίδια χρονιά, η κάμερά του Nikon απέτρεψε τραυματισμό όταν σταμάτησε μια σφαίρα που κατευθυνόταν προς αυτόν. Εχει εκδώσει πολλά βιβλία: «The Palestinians, Beirut: A City in Crisis», «Don McCullin in Africa» και «Southern Frontiers: A Journey Across the Roman Empire». Εχει δε λάβει πολλαπλές διακρίσεις World Press Photo, τιμητικό διδακτορικό, το 1993 έγινε ο πρώτος φωτορεπόρτερ που τιμήθηκε ως Commander of the Order of the British Empire (CBE), ενώ συγκαταλέγεται στα μεγαλύτερα ονόματα της φωτογραφίας του 20ού αιώνα παγκοσμίως. Υπάρχει και ντοκιμαντέρ για τη ζωή και το έργο του, McCullin (2012), που ήταν υποψήφιο για BAFTA.
Πλέον ο McCullin έχει στραφεί σε φωτογραφίες τοπίων, αρχαιολογικών θεμάτων και γλυπτών, ακριβώς γιατί αφενός δεν αντέχει λόγω ηλικίας αλλά και ψυχικά, καθώς θεωρεί πως ούτε η πολεμική φωτογραφία μπορεί να επιφέρει κάποια αλλαγή: «Η ανθρώπινη βία συνεχίζεται, όσο κι αν την έχουμε καταγράψει στις τραγικότερες στιγμές της» μάς είπε.
«Φέρω μέσα μου πάντα ένα αίσθημα ενοχής: αυτό του επιζώντα. Αλλά και ένα αντιληπτό “ηθικό χρέος”, καθώς έκανα μια επιτυχημένη καριέρα πάνω στις τραγωδίες των άλλων»
«Δεν αναζήτησα ποτέ το να φανώ γενναίος ή να τρέχει η αδρεναλίνη μέσα μου. Να κοιτάξω εκεί που δεν ήθελαν να στρέψουν οι περισσότεροι το βλέμμα τους – αυτό ήθελα. Δεν με ενδιέφερε να εντυπωσιάσω ή να προκαλέσω συναισθηματικό εκβιασμό ή ακόμα να εξωραΐσω. Ηθελα να δείξω αυτό που συμβαίνει, σε μέρη που δεν θέλουμε να ξέρουμε τι συμβαίνει: εκεί που άνθρωποι πεθαίνουν, δολοφονούνται, καταπιέζονται. Μεγάλωσα με φτωχογειτονιές, φτωχός και ο ίδιος. Ξέρω πώς είναι να είσαι αδύναμος. Και πάντα θα είμαι με το μέρος των αδυνάμων. Πάντα. Μόνο έτσι» μάς λέει.

«Πώς είναι δυνατόν να πω ότι “κάνω Τέχνη”; Η πραγματικότητα της ανθρώπινης οδύνης, του θανάτου (δεν έχω φωτογραφίσει και δεν θα φωτογράφιζα ποτέ εκτελέσεις και βασανισμούς όμως) και του πολέμου είναι υπερβολικά βαριά για τις απολαύσεις του κόσμου της τέχνης. Εξάλλου ξεκίνησα φωτογραφίζοντας ένα μέλος μιας τοπικής συμμορίας της γειτονιάς μου, που εμπλεκόταν στη δολοφονία ενός αστυνομικού. Η δημοσίευσή της μού πρόσφερε μία διέξοδο από μια πιθανή ζωή εγκλήματος… Πρέπει να καταλάβετε πως με αυτά τα παιδιά, αυτούς τους “γκάνγκστερ”, αλήτες, όπως θέλετε πέστε τους, εγώ μεγάλωσα παρέα. Επρεπε σχεδόν να έχεις συνοδεία αστυνομίας για να γυρίσεις στο σπίτι σου απ’ το σχολείο, τόσο ακραία ήταν τα πράγματα. Από τη φτώχεια και την ανέχεια. Μία Κυριακή απόγευμα, ένας αστυνομικός είχε έρθει στη γειτονιά να σταματήσει έναν καβγά και ένα από αυτά τα παιδιά τον μαχαίρωσε. Φωτογράφισα το αγόρι. Και κάπως έτσι δεν ξαναγύρισα ποτέ στην παλιά μου γειτονιά, αλλά ακολούθησα τον δρόμο της βίας που με είχε βγάλει από μία ζωή μέσα στη βία.
»Ημασταν όλοι θυμωμένοι τότε. Κάποια παιδιά έκλεβαν, έκαναν φυλακή. Κανείς μας δεν είχε τα εφόδια, ούτε οικονομικά ούτε την απαραίτητη εκπαίδευση για να μπορέσει να ξεφύγει από αυτή τη μοίρα του εγκλήματος και της φυλακής. Εγώ δεν ήθελα να είμαι μέρος όλου αυτού. Αλλά και όταν ξεκίνησα ως φωτογράφος, δεν ήταν εύκολα. Ο Observer, όπου είχα δώσει την πρώτη μου φωτογραφία, μού ζήτησε κι άλλες. Επέστρεψα στα γνωστά μου μέρη και οι αστυνομικοί με σταμάτησαν, θεωρώντας πως είχα κλέψει την κάμερά μου. Ευτυχώς είχα την απόδειξη αγοράς. Σαν την είδαν, μού είπαν: “Σας ευχαριστούμε πολύ, κύριε ΜακΚάλιν”, έτσι με αποκάλεσαν. Κανονικά θα με χαστούκιζαν. Η εκπαίδευσή μου ήταν ανύπαρκτη, αλλά είχα αυτά τα μάτια και νομίζω ότι ο Θεός μού έδωσε αυτά τα μάτια. Επρεπε να παντρέψω αυτά τα μάτια αργότερα στη ζωή με λίγη περισσότερη νοημοσύνη και παιδεία, αλλά δούλεψα με ανθρώπους σαν εσάς-δημοσιογράφους, συγγραφείς- και έγιναν οι δάσκαλοί μου, οι μέντορές μου. Δυστυχώς, λόγω δυσλεξίας, πάντα δυσκολευόμουν στο να διαβάσω. Ομως βλέπω. Δεν κοιτάζω μόνο – βλέπω».

Η κουβέντα συνεχίστηκε με τον ίδιο να λέει τα όσα έζησε μετέπειτα και τι αποκόμισε από αυτές τις εμπειρίες: «Αποστασιοποιούμαι κατηγορηματικά από τον “κόσμο της τέχνης”. Είναι ανεπίτρεπτο να αντιμετωπίζονται εικόνες ετοιμοθάνατων ή εκτελεσμένων ανθρώπων ως αισθητικά αντικείμενα. Εχω καλύψει πολλούς πολέμους στη Μέση Ανατολή και την Παλαιστίνη. Και, ξέρεις, πάντα υποστήριζα τους Παλαιστίνιους. Εκανα και ένα βιβλίο γι’ αυτούς και τα όσα έχουν περάσει. Εχω δει τόσους Παλαιστίνιους να δολοφονούνται μπροστά μου, σφαγές στη Βηρυτό, που δεν περιγράφονται. Πάντα όμως ένιωθα την ηθική υποχρέωση να παραμείνω άνθρωπος, όπως εσείς: είχα οικογένεια, επέστρεφα στα παιδιά μου. Αλλά δεν μπορούσα να παραμείνω αμέτοχος. Αφηνα την κάμερά μου, την έδινα σε κάποιον να την προσέχει και έκανα… κάτι: στην Κύπρο το 1964, μία νεαρή κοπέλα ήταν ανάμεσα σε ανταλλαγή πυρών με τους Αγγλους κι έπεσε. Αφησα την κάμερα, έτρεξα και τη σήκωσα. Θα πέθαινε μπροστά μου. Το ίδιο έκανα και με έναν στρατιώτη στο Βιετνάμ, που μία σφαίρα είχε διαπεράσει τη βουβωνική του χώρα. Πάντα, ωστόσο, ένιωθα ένοχος. Εως και σήμερα δεν μπορώ να κοιμηθώ τα βράδια – 70 χρόνια στον πόλεμο και τις ανθρωπιστικές κρίσεις. Δεν αξίζω να τιμωρηθώ, αλλά αξίζω να υπενθυμίζω στον εαυτό μου ότι η επιτυχημένη ζωή μου έγινε εις βάρος άλλων ανθρώπων. Πάνω στη δική τους τραγωδία. Ναι, είχα μια καλή ζωή και μια μεγάλη καριέρα – αλλά δεν ξεχνώ ποτέ πάνω σε τι στήθηκε. Οχι, δεν έκανα εγώ τους πολέμους. Αλλά και πάλι, δεν είναι εύκολο να το συνειδητοποιείς…
»Εχω στο σπίτι μου 10.000 εκτυπώσεις που έκανα στον σκοτεινό μου θάλαμο, γιατί δεν αφήνω κανέναν να κάνει τις εκτυπώσεις μου. Κάνω όλη τη δουλειά μόνος μου και μπαίνω σε εκείνο το δωμάτιο και σκέφτομαι πόσο άσκοπο είναι αυτό το δωμάτιο, γιατί αυτές οι εκτυπώσεις κάθονται σε κουτιά. Θα έπρεπε να είναι στις εφημερίδες ή εδώ ή εκεί και τώρα έχουμε καταλήξει στο γεγονός ότι το μόνο μέρος όπου μπορώ να δείξω τη δουλειά μου είναι σε εκθεσιακούς χώρους. Αλλά πρέπει να τις δει ο κόσμος, όσο το δυνατόν περισσότερος. Από τη μια, καθώς δεν χρησιμοποιώ τηλεφακό αλλά πάω κοντά στον άνθρωπο, νιώθω πως “κλέβω” εικόνες που δεν μου ανήκουν. Αυτές που είχα τραβήξει από την Μπιάφρα ήταν τόσο οδυνηρές για μένα, που τις άφησα κατά μέρος για δεκαετίες. Επίσης, καμία φωτογραφία δεν σταμάτησε ποτέ κανέναν πόλεμο. Αλλά αυτό δεν σημαίνει πως δεν πρέπει διαρκώς και με κάθε κόστος να αναζητούμε και να αναδεικνύουμε την αλήθεια. Και ο πόνος είναι η αλήθεια. Οι τραγωδίες του ανθρώπου είναι η αλήθεια μας. Και πρέπει να μπορούμε να τη δούμε κατάματα -όπως μάς κοιτάζουν και αυτές- και όχι να στρίβουμε το βλέμμα… Ισως ένας σιδηροδρομικός σταθμός: αυτό θα ήταν το κατάλληλο μέρος να εκθέσω τις φωτογραφίες μου. Να περνάνε χιλιάδες κόσμου από το μετρό του Λονδίνου και να τις βλέπουν. Να βλέπουν τι έχει συμβεί στον κόσμο. Τον δικό τους κόσμο!
»Είχα την τύχη να έχω αρχισυντάκτες που ήθελαν τη δουλειά μου. Αλλιώς θα καθόμουν σαν κούτσουρο σε ένα γραφείο. Ή όταν απολύθηκα μετά από 18 χρόνια από τους Sunday Times από τον νέο αρχισυντάκτη. Είναι πολύ διάσημος στην Αγγλία· ονομάζεται Andrew Neil. Κανείς δεν τον συμπαθεί. Τελοσπάντων – θέλω να πω πως δεν μπορείς να κάνεις αυτή τη δουλειά αν δεν στο ζητήσει κάποιος. Ημουν τυχερός και είχα ανθρώπους που τη στήριξαν. Ποτέ δεν είπα σε αρχισυντάκτη “δεν θα πάω εκεί που με στέλνεις”. Πήγαινα. Εστω και με κίνδυνο. Γιατί είναι πολύ επικίνδυνη δουλειά: Είχα τραυματιστεί στην Καμπότζη. Δεκαέξι δημοσιογράφοι πέθαναν εκείνη τη μέρα, νέα παιδιά, ένας ήταν καλός μου φίλος. Βρέθηκα στο νοσοκομείο, δεμένος, με επιδέσμους ώς τη μέση. Αλλά ήμουν ζωντανός. Τώρα, είναι ακόμα πιο επικίνδυνα τα πράγματα για δημοσιογράφους και φωτογράφους σε εμπόλεμες ζώνες, λόγω των drones – θα σε σκοτώσουν σίγουρα και δεν θα τους δεις ποτέ για να προφυλαχθείς. Ζω ακόμα, γιατί στα χρόνια μου δεν είχαν ακόμα ανακαλυφθεί τα drones.
»Δεν αντέχω τη χρήση σκληρών εικόνων κι ας έχω τραβήξει χιλιάδες τέτοιες. Μια μέρα στη Σαϊγκόν, είδα μια έγκυο γυναίκα νεκρή. Υπήρξε ένας βομβαρδισμός· ήταν νύχτα. Και δεν θα ξεχάσω ποτέ τη μεγάλη κοιλιά αυτής της νεκρής γυναίκας, με τα μάτια ανοιχτά. Και σκέφτηκα: «δεν είσαι μόνο εσύ νεκρή, είναι και αυτό το παιδί μαζί σου. Είστε δύο νεκροί σε αυτό το σώμα”. Ή κάποια στιγμή ανακάλυψα πως μία φωτογραφία μου από τις ετοιμοθάνατες, πεινασμένες, 16χρονες κοπέλες στον πόλεμο της Ερυθραίας είχε τυπωθεί σε φορέματα του Alexander McQueen. Είναι δυνατόν; Χρόνια αργότερα τον συνάντησα και ήταν πολύ αμήχανος. Και του λέω: “Εντάξει, ήταν ένα τεράστιο λάθος, ήταν ενοχλητικό. Προχώρα”. Και προχώρησε. Και αυτοκτόνησε.
»Η εμμονή με τη βία είναι παρόμοια όπως και η συνήθεια αυτής. Προσωπικά συνέχισα. Και το έκανα για να αποκαλύψω την αλήθεια, όχι για να προκαλέσω συναισθηματικό σοκ ή να δείξω μία “όμορφη εικόνα». Σήμερα, οι ταινίες του Χόλιγουντ και ο τρόπος που τα περισσότερα ΜΜΕ χειρίζονται τη βία, μάς έχει κάνει ανθεκτικούς απέναντι σε αυτή. Η αιματοχυσία είναι κανονικότητα. Και αυτό διαβρώνει την ηθική κρίση και την αναζήτηση της αλήθειας. Δηλαδή, την ανθρωπιά μας… Παρεμπιπτόντως, κανένας φωτογράφος δεν έχει το δικαίωμα να εκφοβίζει κανέναν. Ούτε μπορείς να βυθιστείς στην άνεση της επιτυχίας πάνω στην τραγωδία του άλλου, όποιο επάγγελμα κι αν κάνεις. Είναι ντροπιαστικό! Ειδικά όταν έχει δει… Οταν έχεις δει, όταν ξέρεις την αλήθεια, δεν χωράνε δικαιολογίες: πρέπει να την αναδείξεις. Οχι εσένα, αυτή. Με κάθε κόστος. Και πιστέψτε με, υπάρχει και δεν το ξεπληρώνεις ποτέ».

ℹ️ «Life, Death and Everything in Between» | Η έκθεση διοργανώνεται από το Athens Photo World, σε συνεργασία με το Xposure International Photography Festival, τον ΟΠΑΝΔΑ και την Τεχνόπολη, ενώ τελεί υπό την αιγίδα της Περιφέρειας Αττικής και του Δήμου Αθηναίων. Καθημερινά 10.00 – 22.00, έως 12/03, εκτός της τελευταίας ημέρας (12/3) που η έκθεση θα είναι ανοιχτή 10.00 – 15.00. Στους Παλιούς Φούρνους της Τεχνόπολης Δήμου Αθηναίων. Είσοδος ελεύθερη.
