ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Αθηνά Κουφοπάνου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο πρωτοχρονιάτικος χορός στο Παλάτι ήταν για πολλά χρόνια, κυρίως τον 19ο αιώνα, το μεγαλύτερο κοσμικό γεγονός της Αθήνας. Στον αντίποδα βρισκόταν ο λαός που είτε αδιαφορούσε γι’ αυτό, είτε το διακωμωδούσε θεωρώντας υπερβολικές τις ξενόφερτες, δαπανηρές και εξεζητημένες συνήθειες.

Φυσικά οι γιορτές με χορούς δεν ήταν άγνωστες στους Ελληνες. Ομως μετά την άφιξη των Βαυαρών και ιδιαίτερα της Αμαλίας, που εκτός από την ανθοκομία, την πολιτική και την ιππασία «ετρελλαίνετο» και για τον χορό, ο χαρακτήρας των εορτών άλλαξε εντελώς. Εγιναν πολυδάπανες και άρχισαν να μιμούνται τους χορούς των ευρωπαϊκών σαλονιών.

Αργότερα, με την άνοδο στον θρόνο του πρώτου βασιλιά της δυναστείας των Γλίξμπουργκ, του Γεώργιου Α’, οι χοροεσπερίδες έγιναν αναπόσπαστο μέρος των εκδηλώσεων της πρώτης μέρας του νέου έτους.

Ο Γεώργιος Σουρής στην έμμετρη σατιρική εφημερίδα «Ο Ρωμηός» έγραφε σκωπτικά για τον πρωτοχρονιάτικο χορό του 1896:

«Ω συ Παλάτι λατρευτό,
κι’ αν είμαστε χωρίς λεφτό,
συ στάλαξε παρηγοριά
‘στην τόση μας κακομοιριά
[…] Τα ντεκολτέ των γυναικών
ας πείσουν τον καθένα
ότι το κράτος νηστικόν
δεν είναι σαν κι’ εμένα».

Αυτή δεν ήταν η πρώτη φορά που ο λαός διακωμωδούσε τις ξενόφερτες συνήθειες. Κάτι παρόμοιο είχε συμβεί και πολύ νωρίτερα μετά από μια γιορτή στο σπίτι του Αρμανσμπεργκ, του πιο μισητού μέλους της τριμελούς αντιβασιλείας που κυβερνούσε μέχρι την ενηλικίωση του Οθωνα.

Εκεί, όπως συνήθιζαν οι Βαυαροί, κυριάρχησαν οι ξένοι χοροί. Δεν άργησε λοιπόν να κυκλοφορήσει στην Αθήνα ένα σατιρικό ποίημα με τον εύλογο τίτλο «Κόρδακες» από τον ομώνυμο προκλητικό χορό της αρχαίας κωμωδίας. Οι στίχοι του καλούσαν τους Ελληνες να μη συμμετέχουν σε εσπερίδες και να αποφεύγουν τους ξενόφερτους χορούς, που θεωρούνταν άσεμνοι.

Το ποίημα φυσικά δεν σταμάτησε τους χορούς. Αντίθετα, όταν η Αμαλία έφτασε στην Αθήνα στο πλευρό του συζύγου της Οθωνα, οι εκδηλώσεις αυτές «απογειώθηκαν».

Αυτό φάνηκε από την πρώτη χοροεσπερίδα που διοργάνωσε η Αμαλία στο «Παλιό Παλάτι», όπως αποκαλούσαν οι Αθηναίοι το αρχοντικό Δεκόζη Βούρου, όπου σήμερα λειτουργεί το «Μουσείο της Πόλεως των Αθηνών», στην πλατεία Κλαυθμώνος.

Οι εφημερίδες της εποχής δεν αφιέρωναν χώρο για τους χορούς και γενικότερα τις κοσμικότητες των ανακτόρων κατά την οθωνική περίοδο. Ισως γιατί οι πολίτες περίμεναν από τον βασιλιά όχι κοσμικές εκδηλώσεις, αλλά περισσότερη δουλειά για να στηριχτεί η ταλαιπωρημένη «νεαρή» Ελλάδα.

Η εφημερίδα «Αθηνά» (φ. 6.2.1837) σε άρθρο που δημοσιεύτηκε μετά την άφιξη του νιόπαντρου βασιλικού ζεύγους εξέφραζε το γενικότερο «κλίμα», γράφοντας ότι «αφού τρεις κατά συνέχειαν ημέρας και νύκτας επανηγυρίσαμεν, εωρτάσαμεν και ευθυμήσαμεν διά την ευτυχή του Σ. Βασιλέως και της Βασιλίσσης μας άφιξιν, καιρός είναι πλέον να ρίψωμεν και την προσοχήν μας εις τας βελτιώσεις τας οποίας μας υπέσχετο η παρουσία του καλού κ’ αγαθού Βασιλέως μας».

Ωστόσο από στοιχεία που παραθέτει ο Γ. Β. Τσοκόπουλος στο έργο του «Παλαιαί Αθήναι. Η βασίλισσα Αμαλία» (εκδότης Π. Χ. Χαϊδόπουλος, Αθήνα 1905) μαθαίνουμε ότι η άφιξη της Αμαλίας έφερε μια «νέα τάξη» στον χώρο των κοσμικών εκδηλώσεων, που αφορούσαν κυρίως τους προύχοντες των Αθηνών και τις ξένες διπλωματικές αντιπροσωπείες.

Ομως υπήρχαν και αρκετές δυσκολίες! Μία από αυτές για τους Ελληνες ήταν η εκμάθηση των νέων ξένων χορών.

Σε κάποιους χορούς που είχαν δοθεί στο Αργος και στο Ναύπλιο προς τιμήν του Οθωνα φάνηκε ότι ορισμένες νεαρές Ελληνίδες γνώριζαν τους ξένους χορούς και μπορούσαν να συνοδέψουν τον νεαρό βασιλιά, ο οποίος δεν είχε ιδέα από ελληνικούς χορούς.

Στην Αθήνα όμως νέοι και νέες που ήθελαν να παραστούν στις επίσημες χοροεσπερίδες αναζητούσαν δασκάλους για να μάθουν τους ευρωπαϊκούς χορούς. Ιδιαίτερα διακρίθηκε ως χοροδιδάσκαλος κάποιος ονόματι Σκούφος, που είχε έρθει από την Οδησσό και δίδασκε τη «μαζούρκα», έναν παραδοσιακό πολωνέζικο χορό που μέχρι τότε ήταν άγνωστος στην Αθήνα αλλά πολύ δημοφιλής στα ευρωπαϊκά σαλόνια. Αλλοι δημοφιλείς χοροί της εποχής ήταν το γαλλικό βαλς και η «πολωνέζα», επίσης χορός της Πολωνίας.

Παρ’ όλα αυτά η πρόοδος των Αθηναίων δεν ήταν η αναμενόμενη και καθώς πλησίαζε η μέρα του πρώτου χορού της Αμαλίας γινόταν όλο και πιο επιτακτική η ανάγκη να βρεθούν χορευτές για να δώσουν «ζωντάνια» στην εκδήλωση, καθώς οι ξένοι (Βαυαροί και διπλωμάτες) δεν επαρκούσαν.

Ετσι, όπως γράφει ο Τσοκόπουλος, το Αυλαρχείο απέστειλε επίσημο έγγραφο προς τους υπουργούς και τους προϊσταμένους των υπηρεσιών αναζητώντας χορευτές! Το παράδοξο έγγραφο ανέφερε: «Η Α.Μ. ο βασιλεύς θέλων να δώση χορόν, επεφόρτισέ με να ζητήσω να μοι στείλετε κατάλογον εκ του κλάδου σας όσοι είναι οι καλλίτεροι χορευταί. Ο Ευταξίας του Παλατίου».

Το έγγραφο, προφανώς κατά λάθος, εστάλη και στην Ιερά Σύνοδο προκαλώντας νέες ειρωνείες και καυστικά σχόλια κατά των Βαυαρών. «Ο κ. Παυαροευταξίας νομίζει λοιπόν ότι η Ελλάς είναι τόπος τρελών και το Παλάτιον φρενοκομείον;» σχολίαζε δηκτικά για τις πρωτοβουλίες των Βαυαρών η εφημερίδα «Ελπίς».

Παρ’ όλες τις… δυσκολίες το «Παλαιό Παλάτι», όπου διέμειναν οι βασιλείς μέχρι το 1843, οπότε ολοκληρώθηκαν τα Ανάκτορα, το σημερινό κτίριο της Βουλής, ετοιμαζόταν για τον χορό, με την Αμαλία να επιμελείται προσωπικά τη διακόσμηση. Σύμφωνα με τις αναφορές που διασώζονται: «Εις την εστίαν (τζάκι) ετοποθετήθησαν χρυσά κηροπήγια, επί των τοίχων ανηρτήθησαν υφάσματα και τάπητες εγχώριοι και μεταξύ αυτών αι δύο εικόνες των Βασιλέων […]. Μεγάλοι κλάδοι πεύκων εστήθησαν εις τας γωνίας και τεμάχια αρχαιοτήτων συνεπλήρωσαν τον διάκοσμον, μεταξύ δε αυτών και ωραία λήκυθος (αρχαίο δοχείο αποθήκευσης λαδιού) χιακής κατασκευής».

Συνολικά στάλθηκαν 500 προσκλήσεις, μεγάλος αριθμός για την εποχή. Τη μέρα της εκδήλωσης πλήθος κόσμου συγκεντρώθηκε από τις 4 το απόγευμα στους γύρω δρόμους για να δει τους προσκεκλημένους. Οσοι είχαν προσκλήσεις περνούσαν στις δύο συνεχόμενες αίθουσες εκδηλώσεων, όπου περιφέρονταν υπηρέτες με αγγλικές στολές.

Ενδυματολογικά, όπως μας πληροφορεί ο Τσοκόπουλος, οι Φαναριώτισσες φορούσαν «εσθήτας (επίσημα φορέματα) του τελευταίου παρισινού συρμού, αι οποίαι όμως δεν ήσαν και τελείως εφηρμοσμέναι εις το σώμα των και προπάντων δεν ήσαν εντελώς καλαισθητικαί από απόψεως χρωμάτων». Λίγες Αθηναίες ακολουθούσαν την ίδια παρισινή μόδα, καθώς οι περισσότερες «προσήλθον με το γενικόν εθνικόν ένδυμα», οι δε νησιώτισσες με τις τοπικές τους ενδυμασίες. Το βασιλικό ζεύγος εμφανίστηκε στις 10 το βράδυ και άνοιξε τον χορό, που συνεχίστηκε μέχρι τις δύο τα ξημερώματα. Το κόστους του χορού ανήλθε σε περίπου 7.000 δραχμές «ποσόν τεράστιον κατά την εποχήν εκείνην» σημειώνει ο Τσοκόπουλος.

Οι ανακτορικοί χοροί συνεχίστηκαν σε όλη την οθωνική περίοδο και αργότερα με την άφιξη του Γεώργιου Α’, του πρώτου βασιλιά της δυναστείας των Γλίξμπουργκ. Ο πρωτοχρονιάτικος χορός καθιερώθηκε σταδιακά ως απαραίτητη εκδήλωση για το νέο έτος.

Οι εκδηλώσεις ξεκινούσαν με λειτουργία στη Μητρόπολη, όπου παρίσταντο οι βασιλείς και τα μέλη του υπουργικού συμβουλίου. Στη λειτουργία της Πρωτοχρονιάς του 1896, χρονιά που η Αθήνα φιλοξένησε τους Α’ Διεθνείς Ολυμπιακούς Αγώνες, ο βασιλιάς Γεώργιος Α’ «έφερε τη μεγάλη στολή στρατηγού του πυροβολικού» και ο πρωθυπουργός Δηλιγιάννης έφερε το παράσημο (!) του Ελληνικού Μεγαλόσταυρου (εφημ. «Παλιγγενεσία» φ. 1.1.1896).

Μετά τη λειτουργία η βασιλική οικογένεια δεχόταν ευχές στα Ανάκτορα από υπουργούς, βουλευτές, μέλη της Ιεράς Συνόδου, ξένους διπλωμάτες κ.λπ. Ακολουθούσε το χειροφίλημα προς τη βασίλισσα από κυρίες και δεσποινίδες. Την επόμενη μέρα το βράδυ γινόταν ο μεγάλος χορός. Το 1896 παραβρέθηκαν περίπου 500 άτομα και η εκδήλωση θεωρήθηκε πολύ επιτυχημένη.

Κατά το «τυπικό» ο χορός ξεκινούσε από το βασιλικό ζεύγος. Η ρωσικής καταγωγής βασίλισσα Ολγα άνοιξε τον χορό με τον Ρώσο πρέσβη, ενώ ο βασιλιάς χόρεψε με τη σύζυγο του πρεσβευτή της Αυστρίας – μια επιλογή όχι τυχαία, καθώς δύο μέρες νωρίτερα ο πρέσβης είχε ανακοινώσει την παρασημοφόρηση του βασιλικού γιου, Γεώργιου, από τον αυτοκράτορα της Αυστρίας με τον μεγαλόσταυρο του Βασιλικού Ουγγρικού Τάγματος του Αγίου Στεφάνου (εφημ. «Καιροί» φ. 3.1.1896).

Με λίγα λόγια, παράσημα, μεγαλεία και -κυρίως- έξοδα για μια περιορισμένη κάστα, με τον λαό να ανεβαίνει τον… Γολγοθά του!