«Αναρωτιέμαι αν ο ήλιος χαλάει. Αν σε χώρες όπως εδώ, που είναι αναγκασμένος να λάμπει όλο τον χρόνο κάθε μέρα, παλιώνει πιο γρήγορα από ό,τι αλλού. Αν σε χώρες όπως εδώ, που μπορεί σχεδόν ανά πάσα στιγμή να τα βλέπει όλα, εκτός από τις νύχτες ή όταν βρέχει, κάτι που σπάνια συμβαίνει, καμιά φορά, αν έχει και ο ίδιος πάνω του ίχνη από αυτά που βλέπει. Αν αυτά που συμβαίνουν κάτω από τις ακτίνες του λάμπουνε πίσω σ’ εκείνον. Ετσι που ο ήλιος ανάλογα με αυτά που φωτίζει να φαίνεται και ο ίδιος τέλειος ή παραμελημένος, σώος ή κρύος. Αν αυτό φταίει που καμιά φορά γίνεται άσπρος. Ή με λεκέδες. Από το πολύ που βλέπει. Μάλλον.»
Αν ισχύει η υπόθεση του Ρολάν Μπαρτ ότι η πραγματική μας πατρίδα είναι η παιδική μας ηλικία τότε βιβλία σαν το «Παιχνίδι με τις λέξεις» της Γερμανίδας συγγραφέα Τζέννυ Ερπενμπεκ φωτίζουν περισσότερο την πολυπλοκότητα της αληθινής καταγωγή μας. Είναι το τρίτο βιβλίο της, πρωτοκυκλοφόρησε στη Γερμανία το 2004, ενώ στη χώρα μας κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Καστανιώτη σε μετάφραση του Αλέξη Κυπριώτη.
Η Ερπενμπεκ γεννήθηκε στην Ανατολική Γερμανία το 1967, σε μια οικογένεια διακεκριμένων συγγραφέων και διανοουμένων που χρονολογούνται αρκετές γενιές πίσω. Πολυβραβευμένη και μεταφρασμένη σε πολλές χώρες, μας έχει δώσει σπουδαία βιβλία που συνδέουν δεξιοτεχνικά την προσωπική μοίρα των χαρακτήρων της με τη μεγάλη Ιστορία. Είναι αναμφισβήτητα η πιο ισχυρή φωνή στη σύγχρονη γερμανική κοινωνία και επιμένει να «σκάβει» σε ανοιχτές πληγές για την πατρίδα της όπως ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος και η διχοτόμηση.
Το «Παιχνίδι με τις λέξεις» διαδραματίζεται σε μια ανώνυμη τροπική πρωτεύουσα -πιθανότατα την Αργεντινή όπως καταλαβαίνουμε από το επίμετρο- όπου ο ήλιος λάμπει πάντα. Ενα κορίτσι αφηγείται καθημερινά στιγμιότυπα και παπαγαλίζει ό,τι ακούει από τους γονείς της. Ο πατέρας της είναι ένας υψηλόβαθμος αξιωματικός του οποίου η δουλειά είναι να «διατηρεί ισορροπίες»∙ στην πραγματικότητα βασανίζει μέχρι θανάτου ανθρώπους για λογαριασμό του ολοκληρωτικού καθεστώτος. Αν και η ιστορία δεν διαδραματίζεται στη Γερμανία, η Ερπενμπεκ συνδέει το παρελθόν του «πατέρα» της ηρωίδας με τους ναζί, υπονοώντας ότι οι εγκληματίες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου βρήκαν καταφύγιο και συνέχισαν τη δράση τους σε νέα καθεστώτα. Η μητέρα της είναι μια καλομαθημένη νοικοκυρά που προτιμά να απομονώνεται από την πραγματικότητα. Βλέπουμε το κορίτσι να παίζει πιάνο, να μιλάει με τη φίλη της, Αννα, ενώ λάστιχα που σκάνε έξω ακούγονται σαν πυροβολισμοί. Η παραμάνα της της αφηγείται την ιστορία του μαρτυρίου μιας Αγίας, ενώ φίλοι και γνωστοί εξαφανίζονται χωρίς να αφήσουν ίχνος. Η πόλη γίνεται όλο και πιο άχαρη και άψυχη. Μόνο όταν η επανάσταση αναγκάζει την οικογένεια να φύγει και τελικά οδηγεί τον πατέρα της στη φυλακή, μαθαίνει ότι είναι υιοθετημένη αφού οι βιολογικοί της γονείς βασανίστηκαν και πέθαναν από τον θετό πατέρα της. Ανίκανη να αντιμετωπίσει την αλήθεια και τη νεοαποκτηθείσα ελευθερία της, η ανώνυμη αφηγήτρια δεν μπορεί να απελευθερωθεί από τους δολοφόνους των γονιών της. Η μοίρα της είναι μια παραβολή για το τέλος μιας δικτατορικής κοινωνίας και τις συνέπειές του. Το βιβλίο είναι κυριολεκτικά ένα λεξιλογικό ψυχογράφημα των θυμάτων ενός τυραννικού καθεστώτος.
Η Ερπενμπεκ μέσα από αναδρομές στο παρελθόν, μια ακολουθία φαινομενικά τυχαία διατεταγμένων σκηνών και επεισοδίων απεικονίζει τις αποτυχημένες προσπάθειες της ηρωίδας της να αντισταθεί στην καταστροφική δύναμη του πατέρα της και να χαράξει το δικό της μονοπάτι. Μοιάζει να μοιράζεται τη μοίρα των αινιγματικών «μαυροντυμένων αγγέλων» που βουτούν από τον ουρανό στη θάλασσα και χάνονται εκεί. Δεν της προσφέρεται καμία προοπτική για μια ζωή που να οδηγεί σε ένα ανώτερο επίπεδο ύπαρξης ή τουλάχιστον να ανοίγει μια νέα προοπτική στην επίγεια ζωή. Κανένας θεραπευτής δεν είναι στο πλευρό της για να τη συμβουλεύσει και να τη βοηθήσει να επεξεργαστεί τραυματικές παιδικές εμπειρίες. Συνειδητοποιεί βέβαια ότι πολλά μυστικά περιβάλλουν τη ζωή της αλλά δεν θέλει πραγματικά να μάθει κανένα από αυτά.
Με αδιάκοπη ακρίβεια, η συγγραφέας χαρτογραφεί μια γλώσσα που έχει στρεβλωθεί, τη γλώσσα μιας κατεστραμμένης συνείδησης. Τα μέσα που χρησιμοποιεί, η έντονα υποβλητική γλωσσική σύνθεση, ο σχολαστικά κατασκευασμένος ρυθμός, τελειοποιημένος μέχρι την τελευταία συλλαβή, η περίτεχνη στίξη, είναι εντυπωσιακά.
Η Ερπενμπεκ χρησιμοποιεί επαναλήψεις και μοτίβα, σαν μουσικά θέματα, για να τονίσει την παράνοια και την επανάληψη της βίας, ενώ τα κενά μεταξύ των ενοτήτων προσθέτουν κατά την ανάγνωση μια αίσθηση ανησυχίας. Ο αναγνώστης εκτίθεται σε μια μονολογική, μερικές φορές ακόμη και φλύαρη, πνευματική πρόζα που τον εκτοξεύει μέσα στο κείμενο στη δίνη μιας φυγόκεντρου δύναμης. Η γλώσσα χρησιμοποιείται για να συγκαλύψει τη βία και να αναδιαμορφώσει την πραγματικότητα. Οι δολοφονίες αναφέρονται ως «σκασμένα λάστιχα» και οι εξαφανίσεις ως κάτι συνηθισμένο, οδηγώντας σε μια διάβρωση της αλήθειας και της ίδιας της μνήμης.
Οι λέξεις περιγράφουν τον τρόμο με ακριβή γλώσσα και μια παρατηρητική δεινότητα. Ακόμα και τα ανείπωτα γίνονται σαφή, εντείνοντας την ακατανόητη και τρομερή φύση της ιστορίας. Λέξεις όπως «γενέθλια», «γονείς», «αγάπη» ή «αλήθεια» έχουν μια δεύτερη διάσταση ενώ ο φαινομενικά προστατευμένος παιδικός κόσμος της ηρωίδας ραγίζει ολοένα και περισσότερο.
Το «Παιχνίδι με τις λέξεις» δεν είναι «εύκολο» βιβλίο αλλά είναι πολύ σημαντικό για την ευρωπαϊκή λογοτεχνία. Εστιάζει στα θέματα της ταυτότητας, της χειραγώγησης της γλώσσας, της ψυχολογικής βίας, του τραύματος, της μνήμης, της αυτογνωσίας, της γλώσσας, της συμφιλίωσης με το παρελθόν και της αναζήτησης νοήματος σε έναν πολύπλοκο και συχνά αντιφατικό κόσμο.
