Υπάρχουν οικογένειες που δεν γεννούν απλώς ανθρώπους. Επαναλαμβάνουν σιωπές. Στο τελευταίο βιβλίο της Φωτεινής Τσαλίκογλου, η σιωπή δεν είναι αδυναμία. Είναι ο μηχανισμός μέσω του οποίου το τραύμα αλλάζει σώμα. Η μητέρα, η κόρη, η εγγονή είναι μορφές που δεν κατοικούν τον χρόνο, αλλά τον ανακυκλώνουν. Η μία αποχωρεί για να επιβιώσει η άλλη. Ο Ιωσήφ, το αγόρι που «ήρθε μετά», μοιάζει με την αντεστραμμένη όψη ενός οικογενειακού καθρέφτη: το παιδί που γεννιέται όχι από τη ζωή, αλλά από τον ανείπωτο θάνατο των άλλων.
Το κακό περνάει από γενιά σε γενιά, όπως το αίμα ή το βλέμμα. Δεν έχει πρόσωπο, έχει συνέχεια. Η συγγραφέας, ως ψυχολόγος, γνωρίζει ότι το τραύμα δεν πεθαίνει όταν το αποσιωπάς· απλώς αλλάζει φορέα. Ο Ιωσήφ είναι ο φορέας του, το παιδί που φέρει το μητρικό έγκλημα, το αμάρτημα του ανείπωτου. Κάθε φορά που η μητέρα σωπαίνει, εκείνος φωνάζει. Κάθε φορά που εκείνος ουρλιάζει, η κόρη γράφει. Ετσι κυλά το κακό, όχι μέσα από φόνο, αλλά μέσα από τη γλώσσα που αστοχεί.
Καθόλου τυχαία, λοιπόν, η επιλογή του ονόματος «Ιωσήφ»: ο άνδρας που στέκει πάντα «μετά», πάντα στο περιθώριο του θαύματος. Ο βιβλικός Ιωσήφ στέκει πλάι στη γέννηση χωρίς να είναι ο γεννήτορας, ο Ιωσήφ της Τσαλίκογλου στέκει πλάι στη ζωή χωρίς να την παράγει. Είναι η σκιά που επιμένει να θυμίζει ότι το φως κάποτε υπήρξε.
Ο τόπος -η Κυψέλη και η πολυκατοικία της οδού Πιπίνου- δεν είναι σκηνικό. Είναι μηχανή μνήμης όπου το παρελθόν κρατάει ομήρους. Η οικογένεια δεν είναι πια πρόσωπα αλλά μηχανισμός διατήρησης του κακού. Ο θάνατος δεν σταματά τον πόνο. Τον ανακυκλώνει. Και μέσα σε αυτή την επανάληψη, η Θάλεια γράφει. Η γραφή δεν είναι εξομολόγηση· είναι αντίσταση στη λήθη.
Το βιβλίο είναι σαν εξορκισμός που δεν τελειώνει. Και κάπου εκεί, ανάμεσα στη Θάλεια και τον Ιωσήφ, αναγνωρίζουμε όλους εμάς που κληρονομούμε φόβους, οργή, αδικίες, δίχως να ξέρουμε από πού ξεκίνησαν. Ισως αυτό να είναι το πιο βαθύ νόημα του κακού: ότι δεν ανήκει σε κανέναν και παρ’ όλα αυτά μας περιέχει όλους.
Η γλώσσα στο συγκεκριμένο βιβλίο δεν είναι απλώς μέσο επικοινωνίας. Είναι τελετουργικό καταφύγιο. Ο μόνος τόπος όπου το κακό μπορεί να επιβιώσει χωρίς να καταστρέψει. Οταν όλα γύρω συντρίβονται, η Τσαλίκογλου δεν ψάχνει σωτηρία στον Θεό, ούτε στη λογική. Τη ζητά στη γλώσσα. Μια γλώσσα που δεν εξηγεί, αλλά αναπνέει. Η γραφή της μοιάζει με αργή διαδικασία επιβίωσης. Στην αρχή του βιβλίου, η Θάλεια λέει: «Το αποφάσισα. Θα πω την ιστορία. Αν σωπάσω, δεν θα έχω ζωή». Αυτή η φράση θα μπορούσε να σταθεί ως μανιφέστο για όλο το έργο: το να μιλάς, όχι για να κατανοήσεις, αλλά για να παραμείνεις ζωντανός.
Η κάθε λέξη της Θάλειας είναι μια εισπνοή που καθυστερεί το τέλος. Μερικές φορές, η πρόταση μοιάζει να σταματά πριν τελειώσει · ίσως από φόβο μήπως η ολοκλήρωσή της ταυτιστεί με το τέλος της ζωής. Είναι η γλώσσα του οριακού ανθρώπου που γράφει για να καθυστερήσει την αποσύνθεση.
Η λογοτεχνία γίνεται ιατρική του άυλου. Αν στις επιστημονικές της μελέτες η Τσαλίκογλου αναζητούσε τη θεραπεία μέσα από τη γνώση, εδώ την αναζητά μέσα από τον ρυθμό. Κάθε φράση είναι χτύπος. Κάθε παύση, παλμός. Η συγγραφέας ψάχνει έναν τρόπο να γράψει μετά την ψυχολογία, όπως κάποτε ο Θεοτοκάς μιλούσε για το «μετά την ποίηση». Δεν την ενδιαφέρει η ερμηνεία του συμπτώματος αλλά η μεταγραφή. Ετσι η γλώσσα γίνεται τόπος συνάντησης ανάμεσα σε ζωντανούς και νεκρούς. Οι λέξεις δεν περιγράφουν τη μνήμη· τη φέρουν μέσα τους.
Η Θάλεια, γράφοντας, μεταμορφώνεται από θύμα σε φορέα μνήμης. Η γραφή δεν την απαλλάσσει από το τραύμα. Την τοποθετεί μέσα του με επίγνωση. Οπως ο αναπνέων μέσα στο νερό δεν σώζεται αλλά επιβραδύνει τον πνιγμό, έτσι και η Τσαλίκογλου επιμένει πως η γλώσσα μπορεί να είναι το τελευταίο μας οξυγόνο. Χωρίς να το διακηρύσσει, γράφει ένα μνημείο για τη φωνή, εκείνη τη φωνή που αρνείται να γίνει θύμα, ακόμα κι αν δεν έχει τίποτα να ελπίσει.
Λίγοι συγγραφείς καταφέρνουν να γράψουν το ίδιο το πνεύμα του καιρού τους. Η Φωτεινή Τσαλίκογλου με τον «Ιωσήφ» δεν περιγράφει απλώς μια οικογενειακή ιστορία· περιγράφει την εποχή της συλλογικής εξάντλησης. Ζούμε σ’ έναν κόσμο όπου η καλοσύνη φαντάζει αφελής, η πίστη ύποπτη, η ελπίδα ντροπιασμένη. Το κακό, λοιπόν, δεν είναι πια εξαίρεση. Είναι συνθήκη. Η εποχή των «βεβαιοτήτων» τελείωσε. Απομένει μόνο η εποχή της συνειδητής αβεβαιότητας.
Το κακό στον «Ιωσήφ» δεν γεννιέται μέσα σε ένα σπίτι, αλλά μέσα σε μια κοινωνία που έχει χάσει την ψυχή της. Οι ήρωες μοιάζουν να κουβαλούν μέσα τους τις ρωγμές μιας Ελλάδας κουρασμένης, όπου το παρελθόν επιμένει να ζει κάτω απ’ το δέρμα της πόλης. Η Κυψέλη δεν είναι τυχαία. Είναι η μικρογραφία ενός κόσμου που θέλει να ξεχάσει, αλλά δεν μπορεί. Οπως εμείς, έτσι κι εκείνη ανασαίνει μέσα σε ερείπια.
Ισως γι’ αυτό η Τσαλίκογλου εγκαταλείπει την αισιοδοξία των παλαιότερων βιβλίων της. Οταν οι εποχές γίνονται βάρβαρες, η αισιοδοξία μοιάζει ψεύτικη. Το μόνο αληθινό είναι η αναμέτρηση με το σκοτάδι. Δεν πρόκειται για παραίτηση, αλλά για ωριμότητα. Συνειδητοποίηση ότι το κακό δεν εξαλείφεται, μόνο αναγνωρίζεται. Η συγκεκριμένη αναγνώριση είναι μορφή αγώνα αλλά χωρίς ψευδαισθήσεις.
Ο Ιωσήφ δεν είναι τέρας, είναι ο άνθρωπος που δεν αντέχει πια την πραγματικότητα.
Η Τσαλίκογλου γράφει για όλους εκείνους που, μέσα στην εξουθένωση του κόσμου, ψάχνουν ακόμη έναν τρόπο να πουν «είμαι εδώ». Η γραφή της είναι αναπνοή αντίστασης. Δεν σώζει, αλλά θυμίζει πως το ανθρώπινο δεν παραδόθηκε ακόμη. Στο βιβλίο δεν υπάρχει κάθαρση, μόνο μια διαρκής εκκρεμότητα. Το «μετά» του Ιωσήφ όμως είναι ένα προκλητικά απρόσμενο δώρο: μας δείχνει ότι το ανθρώπινο ορίζεται όχι από τη λύτρωση, αλλά από τη διαρκή άρνηση της σιωπής.
