ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιώργος Μπουγελέκας*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο Νίκος Γραικός, ο συμπατριώτης μας που ζει και διδάσκει την ελληνική γλώσσα στο Παρίσι, συστήθηκε στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό πριν από πέντε σχεδόν χρόνια, ως ένας ευαίσθητος και στοχαστικός συγγραφέας, με το βιβλίο του «Ερωτήματα».

Οταν πρόσφατα κυκλοφόρησε η νουβέλα του με τίτλο «Αναστοχασμός», επίσης από τις εκδόσεις «Συρτάρι», δεν θέλησα να το αγοράσω από το αγαπημένο βιβλιοπωλείο της γειτονιάς. Ηθελα να το έχω με την αφιέρωση του καλού φίλου και εξαιρετικού συναδέλφου. Και πράγματι η ευκαιρία δόθηκε στο πρόσφατο Φεστιβάλ Βιβλίου.

«Εσύ θα το καταλάβεις», μου είπε όταν μου παρέδωσε το αντίτυπο με την αφιέρωση και την υπογραφή του.

Οταν ξεκίνησα την άλλη μέρα το διάβασμα, ένιωσα το νόημα της φράσης του. Μιλούσε για το εαυτό του, όμως μιλούσε και για μένα. Δηλαδή για όλους τους εκπαιδευτικούς που εγκατέλειψαν για οιονδήποτε λόγο την τάξη και πλέον «είναι ελεύθεροι» να ζήσουν τη ζωή τους. «Πάντα ένα ρόλο παίζουμε. Πότε θα είμαστε ο εαυτός μας και τίποτε άλλο; Δεν ήξερε. Ηθελε μόνο να φύγει, να πάει κάπου μακριά».

Ομως πώς να ζήσεις, όταν το μυαλό σου, το σώμα σου, όλη σου η ύπαρξη από την ηλικία των έξι ετών μέχρι τη στιγμή της αφυπηρέτησης, έχουν μάθει να λειτουργούν με έναν και μοναδικό τρόπο;

Οταν ο μοναδικός χώρος εργασίας που έχεις γνωρίσει είναι οι αίθουσες διδασκαλίας, είτε ως μαθητής είτε ως φοιτητής είτε ως δάσκαλος; «Μάζευε μικρά ψίχουλα τρυφερότητας, σταγόνες συγκίνησης».

Και βέβαια μια ελευθερία που ακολουθείται και από όλα τα υπαρξιακά και σωματικά προβλήματα ενός ανθρώπου στην ηλικία που αφήνει πίσω του τη δουλειά του. «Αυτός ήταν ευχαριστημένος όταν οι νέοι, τις πιο πολλές φορές μεταναστευτικής καταγωγής, του πρόσφεραν τη θέση τους στο μέτρο ή στο λεωφορείο. Είχε κι αυτός βλέπεις πια άσπρα μαλλιά».

Αυτήν ακριβώς τη στιγμή επιχειρεί να αδράξει με την πένα του και να μας τη χαρίσει με αυτήν την υπέροχη νουβέλα του ο Γραικός. Ο ήρωάς του αποδρά από την πόλη του, το Παρίσι. Ισως για να βρει τον εαυτό του. Μα και εκεί, στην παραθαλάσσια λουτρόπολη της Γαλλίας που τυχαία καταλήγει, οι σκέψεις του, οι κουβέντες που ανοίγει και ο συνολικός «Αναστοχασμός» του εμπεριέχουν όλη του την αγάπη για τη δουλειά του, τα «παιδιά του» –που ξέρει καλά πως δεν είναι έτσι– τη σοφία του για τη ζωή, την αισθητική και την τέχνη, τις αγωνίες του για την Αριστερά και τους ανθρώπους της.

«Παιδιά δεν είχε. Κάποιο μόνιμο κενό είχε μείνει μέσα του».

Πρόκειται για τη συμπύκνωση μιας μεγάλης πορείας στην εκπαίδευση, στην ανιδιοτελή πολιτική δράση, στην κοινωνική προσφορά, στη λογοτεχνία, στη ζωή. «Προσπαθούσε κάτι να χτίσει. Μήπως όμως έχτισε ένα τείχος για να κρυφτεί και να μην αντιμετωπίσει αυτά που τον βασάνιζαν;» Η πορεία του ήρωα είναι δύσκολη. Η ακεραιότητα και μια στάση ειλικρίνειας απέναντι στον εαυτό του είναι πράξη αντίστασης. «Μια ζωή πήγαινε κόντρα στον αέρα που φυσούσε». Και η μοναξιά που αφήνει πίσω της η διάλυση των κοινωνικών δεσμών εμμονικά να τριγυρίζει στο μυαλό του. «Ολοι μόνοι. Μονογονεϊκές οικογένειες, νοικοκυριά μονοπρόσωπα. Χιλιάδες σύνθετες λέξεις με το μόνο ως πρώτο συνθετικό».

Αναστοχάζεται επίμονα τη σχέση του με την Αριστερά από τα νεανικά του χρόνια μέχρι το σήμερα. Μια σχέση βιωμένη μέχρι το τελευταίο κύτταρο της ύπαρξής του, πέρα και πάνω από κόμματα και οργανώσεις.

«Το να κάνεις το καλό –χωρίς αντάλλαγμα– είναι αυτό που ενοχλεί τα απολυταρχικά καθεστώτα περισσότερο απ’ όλα».

Στο ταξίδι του αυτό στην εξοχή της Γαλλίας βρήκε –έστω και προσωρινές– απαντήσεις σε κάποια από τα ερωτήματα που τον έσπρωξαν να αποδράσει. Μια μορφή ελευθερίας που του ταίριαζε σκέφτηκε πως θα μπορούσε να είναι δαρβινικού χαρακτήρα. «Η δυνατότητα ελιγμών, η αλλαγή κατεύθυνσης στον δρόμο που άλλοι χαράζουν για μας, αυτή είναι μάλλον η πραγματική ελευθερία».

Ο ήρωας, μετά από μια σχετικά σύντομη περιπλάνηση, τελικά επέστρεψε στην αφετηρία του. Στη σιγουριά όσων με κόπο είχε δομήσει σε όλη του τη ζωή. Και η ελπίδα που έρχεται ως αποτέλεσμα αναστοχασμού τού έδωσε διέξοδο. Μια διέξοδο στον λυτρωτικό χώρο της τέχνης.

«Μια λωρίδα φωτός έφτανε μέχρι την άλλη άκρη του καθιστικού. Λες και χάραζε έναν καινούργιο δρόμο. Τότε συνειδητοποίησε ότι κρατούσε στην αγκαλιά του το βιβλίο που έχε φέρει μαζί του. Το κρατούσε σφιχτά σαν υπόσχεση».

Ο Ρολάν Μπαρτ στο βιβλίο του «Η απόλαυση του κειμένου» μάς άφησε ως παρακαταθήκη ότι «[…] οφείλουμε να καταξιώσουμε την απόλαυση του κειμένου ενάντια στην ταπείνωση της λογοτεχνίας σαν απλής ψυχαγωγίας».

Παρά το γεγονός, λοιπόν, ότι πρόκειται για μια νουβέλα που καθηλώνει τον αναγνώστη και την αναγνώστρια –ακόμα και με μια αίσθηση σασπένς που περιέχει– και διαβάζεται με μια ανάσα, είναι βέβαιο ότι οι φίλοι και οι φίλες της λογοτεχνίας θα επιστρέψουν για μια δεύτερη και ίσως και τρίτη μάτια μετά και από τους δικούς τους αναστοχασμούς, που θα προκληθούν από το κείμενο του Νίκου Γραικού.

Αυτή άλλωστε δεν είναι και η ουσία της άφατης απόλαυσης ενός κειμένου;

* Συγγραφέας