«Βιογραφισμός» είναι «η προσέγγιση του λογοτεχνικού κειμένου που επικεντρώνεται στη φυσιογνωμία του συγγραφέα-δημιουργού», σύμφωνα με την κ. Ξυνογαλά, της Φιλοσοφικής Σχολής του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Ο θάνατος του Διονύση Σαββόπουλου και ο επακόλουθος αδιανόητος διχασμός της ελληνικής κοινωνίας μού θύμισαν αυτόν τον βιογραφισμό.
Ο Τύπος και τα κοινωνικά δίκτυα πήραν φωτιά: «Κάτω τα χέρια από τον Νιόνιο της νιότης μας», από ’δώ, βρισιές για τον Σαββόπουλο που μήδισε, που πήγε με τη Δεξιά, από ’κεί. «Τα τραγούδια του Σαββόπουλου έδωσαν ηχητικό σώμα στη νεότητά μας, με αυτά μεγαλώσαμε, με αυτά ερωτευτήκαμε, διαδηλώσαμε, κλάψαμε και ονειρευτήκαμε» από τη μια, «αμάν πια με αυτόν τον κλέφτη του Ντίλαν που ναι μεν έβγαλε κάνα δυο καλά τραγουδάκια, αλλά μετά κατάντησε να κάνει τον Καραγκιόζη της αντίδρασης, που σκαμπίλιζε κωλαράκια ή έβγαζε την Καλομοίρα από την τούρτα», από την άλλη. «Προσέξτε τι λέτε για τον Αριστοφάνη του καιρού μας», φώναζαν οι μεν, «να τον χαίρεστε τον δεξιό, που βραβευόταν από τον Αδωνι, που αναμασούσε την παλιά του δόξα, υποδυόμενος τον εαυτό του, που τα στερνά του δεν τίμησαν τα πρώτα…
Καλά έκανε η Αριστερά και δεν πάτησε στην κηδεία του, είχε τον Μητσοτάκη να του βγάλει τον επικήδειο», απαντούσαν οι από ’κεί.
«Στους ζωντανούς χρωστάμε σεβασμό, αλλά στους νεκρούς χρωστάμε μόνο την αλήθεια» είχε πει ο Βολτέρος. Οι νεκροί έχουν ξοφλήσει τα χρέη τους με τη ζωή τους – δεν μπορούν να κάνουν περισσότερο καλό ή κακό από αυτό που έκαναν στη ζωή τους, το οποίο, φυσικά, και κρίνεται από τους ζώντες. Εάν ο νεκρός ήταν ένας καλλιτέχνης που άφησε πίσω του ένα έργο τόσο σημαντικό ώστε να αυτονομηθεί απ’ τον δημιουργό του, να πάρει τον δικό του δρόμο και να γίνει κοινό κτήμα των ανθρώπων που το αγάπησαν και θα το αγαπούν γιατί κάνει τη ζωή τους αξιοβίωτη, ε, τότε, το μόνο που έχει κάποια σημασία κατ’ εμέ είναι αυτό ακριβώς το έργο του και όχι ο ίδιος. Ο,τι έκαναν ως ιδιώτης ή δημόσιο πρόσωπο, περνά σε δεύτερη μοίρα και δεν επηρεάζει την αξία της άφθαρτης ομορφιάς που έχει, αν έχει, η τέχνη του.
Στο κάτω κάτω, η φθορά είναι φυσικός νόμος: δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην έχει καταντήσει λίγο μ@λ@κ@ς έστω και για μια φορά στον βίο του. Αλλο πράγμα όμως είναι το έργο κι άλλο ο δημιουργός, που ως άνθρωπος είναι, όπως όλοι μας, μελλοθάνατος, το έργο του όμως είναι αθάνατο. Παραδείγματα; Ο δεξιός Καραγάτσης στρίμωχνε την υπηρέτρια στο πλυσταριό όταν η οικογένειά του κοιμόταν στο κάτω πάτωμα, ο τσιγκούνης Καζαντζάκης παντρεύτηκε τη Γαλάτεια στο εκκλησάκι του νεκροταφείου, ο Κνουτ Χάμσουν δώρισε το Νόμπελ του στον Χίτλερ, ο Πικάσο κακοποιούσε γυναίκες, ο Μότσαρτ έτρωγε τα λεφτά του στον τζόγο ενώ η φαμίλια του στερούνταν, ο Μίκης Θεοδωράκης χρημάτισε υπουργός του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη.
Και λοιπόν; Μήπως όλα αυτά μειώνουν την αξία του «Γιούγκερμαν», του «Τελευταίου Πειρασμού», της «Πείνας», της «Γκερνίκα», του «Ρέκβιεμ» ή του «Αξιον Εστί»; Το τι κάνουν οι καλλιτέχνες ως άνθρωποι με αφήνει παγερά αδιάφορο – από αυτούς κρατώ μόνο το έργο τους, αποκηρύσσω μετά βδελυγμίας τον βιογραφισμό, εύχομαι στον Νιόνιο καλό ταξίδι και βάζω το «Μακρύ ζεϊμπέκικο για τον Νίκο», για να ξαναπάθω την πλάκα μου.
