Θυμάμαι ένα παιδικό τραγουδάκι που μου είχε μάθει όχι το σχολείο, όχι το κατηχητικό (ναι, κάποιοι έχουμε περάσει και από δαύτο), όχι ο δάσκαλος ή οι φίλοι. Αλλά η γιαγιά μου: «Ποτέ δεν θα πειράξω τα ζώα τα καημένα/ Μην τάχα σαν κι εμένα κι εκείνα δεν πονούν;/ Θα τα προσέχω πάντα, προστάτης τους θα γίνω/ Ποτέ δεν θα τ’ αφήνω στους δρόμους να πεινούν». Η γιαγιά είχε ζώα. Ηταν κομμάτι της καθημερινότητάς τους. Για την ίδια, ήταν και δικό της κομμάτι. Τους μιλούσε, τους φώναζε κιόλας αν χρειαζόταν, τα μεγάλωνε. Ημουν τυχερή, καθώς είμαι ίσως η τελευταία γενιά που γνώρισε χωριό με ζώα στον κήπο. Θα ξεχάσω εγώ που μέθυσα τις κότες, γιατί πέταξα κάτι κατακάθια από μούστο (είχα μάθει πως ό,τι μένει από φαγητό το ρίχνουμε στις κότες) και το έφαγαν και ήρθαν και μεράκλωσαν και λιποθύμησαν και έκανα όλο το μεσημέρι ό,τι προσευχές υπάρχουν σε όλους τους πολιτισμούς νομίζω (πρέπει να τις έκανα όλες) για ν’ αναστηθούν οι κότες πριν ξυπνήσουν οι δικοί μου και ακούσω τα σχολιανά μου! Ή μήπως θα ξεχάσω έναν πανέμορφο κόκορα, που έλαμπε το φτέρωμά του στον ήλιο και καθόμουν ώρες ατελείωτες για να τον ζωγραφίσω (γιατί όλο κινούνταν βλέπεις) και είχα ορκίσει γιαγιά και μπαμπά να μην τον πειράξουν ποτέ και ο κόκορας έζησε πολύ βαθιά γεράματα – η ομορφιά του και η ατελείωτη πάρλα μου τον έσωσαν.
Ακόμα και τότε, όμως, δεν είχα καταλάβει τι σημαίνει αυτό το «μην τάχα σαν κι εμένα κι εκείνα δεν πονούν». Δεν είχα καταλάβει πως είμαι/είμαστε αναπόσπαστο κομμάτι της Φύσης και η μοίρα των ζώων καθορίζει και τη δική μας μοίρα ως ανθρώπους. Πως είμαστε κι εμείς θηλαστικά με ελάχιστες διαφορές από εκείνα. Το ένιωθα. Το βίωνα. Αλλά δεν το είχα καταλάβει ως πραγματική συνειδητοποίηση. Δεν είχα καταλάβει πως το να αναγνωρίσω την ύπαρξή τους σήμαινε πως αναγνωρίζω και τη δική μου ύπαρξη. Πως το να σέβομαι τις επιθυμίες και τα όριά τους –ανεξάρτητα από το αν με εξυπηρετούν ή μου είναι «χαριτωμένα»– σήμαινε πως έρχομαι σε επαφή και με τις δικές μου ανάγκες και οριοθετήσεις.
Τι ακριβώς «σεβόμαστε» όσον αφορά τα ζώα; Πόσα γνωρίζουμε γι’ αυτά; Δεν είναι «πράγματα» ή «αντικείμενα φροντίδας», αλλά ζωντανά όντα με συναίσθηση, φόβο, χαρά, ανάγκες – το ξέρουμε αυτό ή απλά νομίζουμε πως το ξέρουμε; Το δικαίωμά του να υπάρχουν δίχως να τα εκμεταλλεύεται ο άνθρωπος – μεγάλα λόγια; Την ετερότητά τους την αναγνωρίζω ή χρειάζεται να τα «ανθρωποποιήσω» για να τ’ αγαπήσω; Το σώμα τους; Πώς θέλουν να τα αγγίζω, να τα τρέφω, να τα χρησιμοποιώ – όλα αυτά είναι ηθικές πράξεις. Οχι απλά πράξεις. Και συνάδουν απόλυτα με το πώς μαθαίνω εμένα και τους γύρω μου. Απολύτως απόλυτα όμως.
Ενας κόκορας μπορεί να γεννήσει αυγά; Η προφανής απάντηση είναι όχι. Ωστόσο, μήπως μπορεί; Αυτό που πραγματικά συνέβη εκεί είναι ότι μία απλή κότα βίωσε μιαν αντιστροφή φύλου που προκλήθηκε από μια δυσλειτουργική αριστερή ωοθήκη, η οποία έκανε τη δεξιά ωοθήκη να απελευθερώσει τεστοστερόνη. Κατά συνέπεια, αυτή μεγάλωνε και κακάριζε σαν κόκορας. Βρισκόμαστε στη Βασιλεία της Ελβετίας, το 1474, όταν αυτός ο κόκορας έκανε ένα αυγό! Το πουλερικό συνελήφθη και δικάστηκε «για το αποτρόπαιο και αφύσικο έγκλημα της ωοτοκίας». Κρίθηκε ένοχο και κάηκε στην πυρά, μαζί με το αυγό του.
Αυτή είναι μια αληθινή ιστορία που ακούγεται στην παράστασης της Ολγας Ποζέλη «Δαγκώνει;». Η ίδια μαζί με τον εξαιρετικό ηθοποιό Γιώργο Ντούση μάς μεταφέρουν με τα λόγια, τα βλέμματα και τα ίδια τους τα σώματα στον κόσμο που ανήκουμε: στον κόσμο των ζώων. Δηλαδή, στον κόσμο των ανθρώπων. Δηλαδή, στο μέσα μας.
Μια βαθιά υπαρξιακή όσο και γνήσια πολιτική (ειδικά πλέον) παράσταση είναι το «Δαγκώνει;» της Ολγας Ποζέλη. Στην οποία γελάς και εκπλήσσεσαι και συνομιλείς με τους ηθοποιούς και ίσως δεν καταλαβαίνεις πόσο έχεις αλλάξει φεύγοντας. Το αν θα γίνει η αλλαγή συνειδητή πράξη, αυτό δεν μπορεί να το υποσχεθεί η παράσταση. Αλλά ό,τι θα συμβεί, μπορεί. Οπως ακριβώς μπορεί και το μικρό πτηνό Kookaburra της Αυστραλίας (είδος χερσαίας Αλκυόνης), να γελάει. Γελάει τόσο πολύ, ειδικά το πρωί και το σούρουπο, που παρασέρνει μαζί του και όλη την αγέλη! Οπως ακριβώς μπορεί ο λεμούριος να παράγει ένα τόσο υπέροχο, γλυκό και φρουτώδες άρωμα από το σώμα του την περίοδο της αναπαραγωγής, που δύσκολα του αντιστέκεται το ταίρι του. Οπως όλα όσα ακούγονται στην παράσταση.
Γιατί «αγαπάω τα ζώα» σημαίνει παίρνω θέση. Οχι απέναντί τους, αλλά δίπλα τους. Σημαίνει ότι προσπαθώ να ζήσω με τρόπο που δεν χρειάζεται να απολογούμαι για το τι τους κάνω – ή τι αφήνω να τους κάνουν άλλοι. Οπως ακριβώς συμβαίνει και με τους ανθρώπους. Τόσο ακριβώς όμως!
ℹ️ Κάθε Δευτ., Τρ. στις 21.00, στο Θέατρο του Νέου Κόσμου (Αντισθένους 7 και Θαρύπου, πλησίον μετρό Συγγρού-Φιξ, τηλ. 2109212900), στην Κάτω Σκηνή. Για λίγες ακόμα παραστάσεις. Προπώληση: www.more.com. Διάρκεια: 70’
