Οταν ο Πάνος Ρούτσι τερμάτισε την απεργία πείνας, η γυναίκα του, η Μιρέλα Ρούτσι, του έφερε ένα τάπερ με σούπα. Σκέφτομαι πως τα επινίκια συμπόσια των θριαμβευτών της Ιστορίας με τα πλούσια εδέσματα και τους αφρώδεις οίνους σε χρυσά σκεύη μέσα σε αίθουσες λαμπρές μάλλον ποτέ δεν έφτασαν τη γεύση και τη χαρά αυτής της σούπας σ’ ένα τάπερ, μέσα σ’ ένα αντίσκηνο.
Οσο καλοδέχτηκε αυτή τη σούπα το σώμα του Ρούτσι, που ο κάτοχός του είχε μεταβάλει σε όπλο, σε όπλο αμυντικό έναντι της κρατικής αυθαιρεσίας, έναντι της ενορχηστρωμένης επίθεσης της δικαστικής και εκτελεστικής εξουσίας εναντίον του φυσικού, του ανθρώπινου δικαιώματος να μάθει ο πατέρας την αλήθεια για τον τραγικό χαμό του γιου του ξεθάβοντάς τον, ε, τόσο καλοδέχτηκε η κοινωνία αυτή την είδηση, της πλήρους, και χωρίς δόλιους αστερίσκους, ικανοποίησης του αιτήματός του, αυτή τη νίκη. Λέω «η κοινωνία», αλλά η αλήθεια είναι πως ένα μικρό μέρος της, αυτό που έχει αφεθεί να κανοναρχείται από τα μιντιακά φερέφωνα της κυβέρνησης, από αυτά τα αλαλάζοντα κύμβαλα του Τύπου και τον κοινωνικών δικτύων, είχε την απρέπεια να μιλήσει για τον «Αλβανό που έτρωγε κρυφά».
Το σύστημα εξουσίας περιφρόνησε, αδίκησε και συκοφάντησε τον βιοπαλαιστή ντελιβερά. Ομως ο Ρούτσι στάθηκε όρθιος απέναντι σε ένα Καθεστώς, το οποίο αρχικά αρνήθηκε κάθετα να ικανοποιήσει το δίκαιο αίτημά του, όμως υπαναχώρησε σταδιακά, όχι χάριν της δικαιοσύνης, αλλά φοβούμενο το πολιτικό κόστος. Οι ηρακλείς της κυβέρνησης εξέμεσαν εναντίον του Ρούτσι ό,τι είχαν: ψέματα, αίσχη, λάσπη και απειλές. Αλλά ο καθένας προσφέρει από το περίσσευμα και όχι από το υστέρημά του: η δικαστική και η κυβερνητική εξουσία έδωσαν το σκότος τους, ενώ ο εύψυχος Πάνος Ρούτσι το φως του. Και η γυναίκα του, εκτός από τη συμπαράστασή της, κι ένα τάπερ με σούπα…
Να πούμε πως το τάπερ, η επιτυχημένη εφεύρεση του Ερλ Σίλας Τάπερ, του Αμερικανού επιχειρηματία που πρώτος σκέφτηκε να φτιάξει πλαστικά δοχεία για την αποθήκευση τροφίμων που κλείνουν ερμητικά, είναι απολύτως συνυφασμένο με τη σύγχρονη ελληνική λαϊκή παράδοση. Είναι το αναντικατάστατο εργαλείο της Ελληνίδας μάνας, για να στέλνει καλό σπιτικό φαγάκι στο παιδί που σπουδάζει, ενώ παλιότερα ήταν απολύτως απαραίτητο για τα θαλάσσια οικογενειακά μπάνια, συνήθως γεμάτο κεφτεδάκια. Αφήστε που κάποιοι είχαν βγάλει καλό μεροκάματο απ’ τα τάπερ, πουλώντας τα σε παρουσιάσεις από σπίτι σε σπίτι.
Το τάπερ είναι το θησαυροφυλάκιο του φτωχού, που δεν πετάει, φυσικά, τα περισσεύματα του δείπνου του για να έχει φαΐ και την επομένη, εν αντιθέσει με πλουσιότερους, που πετούν, χυδαιότατα και ανερυθριάστως, καλό φαγητό. Είναι η καβάτζα του εργένη, που στοκάρει στη κατάψυξή του κάμποσα γεύματα, είναι το ιερό σύμβολο της λαϊκότητας, μιας popularité που οι ανώτερες τάξεις περιφρονούν.
Το τάπερ με τη σούπα των Ρούτσι, από απλό καθημερινό αντικείμενο, έγινε θυρεός, σύμβολο θάρρους και δικαίου, σαν κι εκείνο το πλαστικό μπουκάλι με το νερό, που εκσφενδόνισε δέκα χρόνια πριν, μέσα στην αίθουσα του δικαστηρίου, η Μάγδα Φύσσα εναντίον του Ρουπακιά, του φονιά του γιου της.
Ποιος είπε πως μόνο τα ηρωικά αντικείμενα, τα σπαθιά και τα κανόνια, αρμόζει να γίνουν εμβλήματα υψηλών αξιών; Καμιά φορά ένα τάπερ σούπα κι ένα μπουκάλι νερό κάνουν μια χαρά τη δουλειά τους.
