Ενα πολύνεκρο ναυτικό δυστύχημα φέρνει στην… επιφάνεια «μαύρες σελίδες» του «Εθνικού Διχασμού», της εμφύλιας σύγκρουσης, που εκτυλίχθηκε κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου και αποτέλεσε πηγή μεγάλων δεινών.
Απροκάλυπτες παρεμβάσεις ξένων δυνάμεων, προπαγάνδα, αντιπαραθέσεις και ακρότητες, μέχρι την απαγόρευση της τέλεσης κηδείας και την κλοπή πτωμάτων (!), ακολούθησαν το δυστύχημα του επιβατηγού ατμόπλοιου «Αγγελική», που έγινε στις 15 (28 με το νέο ημερολόγιο) Οκτωβρίου 1916, κοντά στις Φλέβες, στον Σαρωνικό.
Οι αντικρουόμενες διαδόσεις και η «παραλυσία» του κράτους εξαιτίας του Διχασμού άφησαν, για χρόνια, αδιευκρίνιστα στοιχεία, όπως την αιτία του δυστυχήματος και τον ακριβή αριθμό των θυμάτων, που υπολογίζονται από 48 έως 58, ανάμεσά τους 6 μέλη του πληρώματος.
«Εις τον τόπον αυτόν δεν υπάρχει πλέον αλήθεια, υπάρχει μόνον η λογική των αντιμαχομένων πολιτικών παθών, η οποία ούτε προς την λογικήν, ούτε προς την αλήθειαν έχει σχέσιν», έγραφε, σε χρονογράφημά του, στην εφημερίδα «Εμπρός» (φ. 21.10.1916), ο λογοτέχνης και δημοσιογράφος Ιωάννης Κονδυλάκης, πρώτος πρόεδρος της ΕΣΗΕΑ, υπογράφοντας ως «Διαβάτης».
Πριν, όμως, περιγράψουμε τα γεγονότα του ναυτικού δυστυχήματος, πρέπει να πούμε ότι εκείνο το διάστημα ο διχασμός ανάμεσα σε «βενιζελικούς» και «φιλοβασιλικούς» είχε φτάσει σε ακραία σημεία. Η Ελλάδα είχε χωριστεί στα δύο, εξαιτίας της σύγκρουσης του εκλεγμένου πρωθυπουργού Ελευθέριου Βενιζέλου με τον τότε βασιλιά Κωνσταντίνο σχετικά με τη στάση, που θα έπρεπε να κρατήσει η χώρα στον «Μεγάλο Πόλεμο».
Ο Βενιζέλος είχε καταφύγει στη Θεσσαλονίκη, όπου στα τέλη Σεπτεμβρίου 1916 σχημάτισε την κυβέρνηση «Εθνικής Αμυνας» και άρχισε να συγκροτεί στρατό για να πολεμήσει στο πλευρό της Αντάντ, της συμμαχίας Αγγλίας και Γαλλίας.
Στην Αθήνα, ο βασιλιάς Κωνσταντίνος σχημάτιζε φιλικές προς αυτόν κυβερνήσεις, ενώ δεχόταν έντονες πιέσεις από την Αγγλία και τη Γαλλία να εγκαταλείψει τη φιλογερμανική «ουδετερότητα» και να ταχθεί στο πλευρό τους.
Οι πιέσεις κλιμακώθηκαν με ναυτικό αποκλεισμό, που επέβαλε η Αντάντ, τον Μάιο του 1916, και κορυφώθηκαν το Νοέμβριο με την αποστολή ενός σώματος 3.000 ανδρών στην Αθήνα και τον βομβαρδισμό στρατηγικών σημείων.
Ακολούθησαν τα λεγόμενα «Νοεμβριανά», αιματηρά επεισόδια κατά των «βενιζελικών», από παραστρατιωτικές ομάδες, τους λεγόμενους «επίστρατους», μέχρι τη φυγή του Κωνσταντίνου στο εξωτερικό.
Ορισμένοι ερευνητές θεωρούν ότι οι επιπτώσεις του Διχασμού παρέμειναν μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1930 και κάποιοι υποστηρίζουν ότι και η Μικρασιατική καταστροφή ήταν σε μεγάλο βαθμό απόρροια αυτής της εμφύλιας σύγκρουσης.
Ομως, ας επιστρέψουμε στον Οκτώβριο του 1916. Τότε πολλοί εθελοντές, στρατιωτικοί και πολίτες, ανταποκρινόμενοι στο κάλεσμα του Βενιζέλου αναχωρούσαν από την Αθήνα για τη Θεσσαλονίκη για να συγκροτήσουν εθελοντικό στρατιωτικό σώμα στο πλευρό της Αντάντ.
Τα ταξίδια γίνονταν κυρίως με πλοία. Ενα από αυτά ήταν το ατμόπλοιο «Αγγελική» της «Ιονικής Ατμοπλοΐας» των αδελφών Γιαννουλάτου. Το πλοίο αναχώρησε στις 5.30 το απόγευμα του Σαββάτου 15 Οκτωβρίου 1916 από τον Πειραιά για Χαλκίδα, Βόλο και Θεσσαλονίκη, με περίπου 350 επιβαίνοντες, μαζί με το πλήρωμα.
Μεταξύ των επιβατών ήταν 124 στρατιωτικοί (επτά αξιωματικοί, 12 υπαξιωματικοί, οπλίτες και χωροφύλακες), ενώ φαίνεται ότι ανάμεσα στους περισσότερους από 100 επιβάτες υπήρχαν και ορισμένοι ακόμα εθελοντές. Ομως, ο ακριβής αριθμός τους δεν έγινε γνωστός, διότι κατά την καταγραφή που έγινε μετά το δυστύχημα πολλοί δήλωναν απλοί επιβάτες για να αποφύγουν τη σύλληψη ως «στασιαστές».
Μεταξύ των επτά αξιωματικών ήταν ο νεαρός τότε ανθυπολοχαγός Δημήτρης Ψαρρός, αντιμοναρχικός αξιωματικός, ηγετική μορφή της Εθνικής Αντίστασης (1941-44). Ηταν συνιδρυτής της σοσιαλδημοκρατικής αντιστασιακής οργάνωσης ΕΚΚΑ και δολοφονήθηκε το 1944 από έναν ταγματάρχη του ΕΛΑΣ, έπειτα από διαπληκτισμό.
Οπως είχε περιγράψει ο υποπλοίαρχος του πλοίου Δημήτρης Πετούσης, το «Αγγελική», φτάνοντας στον προλιμένα «υπεβλήθη εις τη συνήθη νηοψία υπό συμμαχικού πολεμικού» και αναχώρησε για το δρομολόγιό του περίπου στις 7.30 το βράδυ.
Μιάμιση ώρα αργότερα, περίπου τρία μίλια ανοιχτά των Φλεβών, «έξαφνα ηκούσαμεν έναν τρομερόν κρότον συγχρονισθέντα προς ισχυρόν κλυδωνισμόν του πλοίου», όπως αφηγήθηκε ο Πετούσης. Από την έκρηξη αποκόπηκε «ως διά ξυραφίου» το πρωραίο τμήμα, σε μήκος 6 μέτρων, με αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους όσοι βρίσκονταν στις καμπίνες κοντά στην πλώρη.
Ο πλοίαρχος Παπαδογιάννης, παρά τον εμφανή κίνδυνο βύθισης, επέδειξε θαυμαστή ψυχραιμία και έδωσε εντολή στο μηχανοστάσιο για «οπίσω ολοταχώς», με αποτέλεσμα το πλοίο να προσαράξει στην ανατολική πλευρά της νησίδας και ν’ αποτραπεί η βύθισή του.
Μετά την έκρηξη προκλήθηκε πανικός ανάμεσα στους επιβάτες, που δεν μπόρεσε να ελέγξει το πλήρωμα. Κάποιοι έπεσαν στη θάλασσα και άλλοι μπήκαν σε μια βάρκα, έκοψαν τα σχοινιά με μαχαίρια και η βάρκα έπεσε με δύναμη στη θάλασσα και ανατράπηκε. Ολοι πνίγηκαν καθώς παρασύρθηκαν από την έλικα του σκάφους.
Σύμφωνα με τον Παπαδογιάννη (εφ. «Εμπρός», φ. 17.10.1916) κατά την έκρηξη σκοτώθηκαν έξι μέλη του πληρώματος και 25 από τους επιβάτες και τους εθελοντές. Αλλοι 20 πνίγηκαν πέφτοντας στη θάλασσα. Με βάση αυτά τα στοιχεία, τα θύματα ήταν 51, αλλά νεότερα δημοσιεύματα τους ανέβαζαν σε 58. Ο ιστορικός της Ναυτιλίας Αναστάσιος Ι. Τζαμτζής ανέφερε 48 απωλεσθέντες και 70 τραυματίες.
Το πρωί της επόμενης μέρας (Κυριακή 16/10), ο δήμαρχος Πειραιά Αναστάσιος Παναγιωτόπουλος, που ανήκε στο κόμμα του Βενιζέλου, υποδέχθηκε, σε μια εθιμοτυπική επίσκεψη, στο δημαρχείο τον Γάλλο διοικητή των συμμαχικών ναυτικών δυνάμεων Μεσογείου, αντιναύαρχο Φουρνέ (Louis Dartige du Fournet).
Εκεί ο Φουρνέ ανακοίνωσε ότι «την πρωίαν της σήμερον γερμανικόν υποβρύχιον ετορπίλλισεν έξωθι των Φλεβών το ατμόπλοιον “Αγγελική” του Γιαννουλάτου, δι’ ου μετεφέροντο εθελονταί εις Θεσσαλονίκην».
Στο Λιμεναρχείο αρχίζει να συγκεντρώνεται κόσμος για να μάθει νέα για τους ανθρώπους του, ενώ ταυτόχρονα άρχισε η επικοινωνιακή εκμετάλλευση, με ενεργό συμμετοχή των πρεσβειών των εμπόλεμων κρατών. Οι «βενιζελικές» εφημερίδες, όπως το «Εθνος», κατηγορούσαν ευθέως τη Γερμανία, ενώ οι «φιλοβασιλικές», όπως το «Εμπρός», προσπαθούσαν να «ρίξουν τους τόνους», δημιουργώντας αμφιβολίες για τα αίτια.
Το «Εθνος» (φ.16.10.1916) έγραφε «Ετελέσθη φρικτόν κακούργημα κατά των Ελλήνων εθελοντών, οίτινες μεταβαίνουσι διά τον ιερόν αντιβουλγαρικόν αγώνα». Από την άλλη, το «Εμπρός» (19.10.1916) ανέφερε ότι επιτροπή πραγματογνωμόνων του Ναυτικού, που εξέτασε το πλοίο μόλις ρυμουλκήθηκε στον Πειραιά δεν βρήκε καμία ένδειξη για τορπίλη ή νάρκη, αφήνοντας να εννοηθεί πως μπορεί να έγινε έκρηξη στο εσωτερικό του πλοίου, όπως είχε γραφτεί.
Στον «χορό» μπήκαν και οι διπλωματικές αρχές. Η γερμανική πρεσβεία ανακοίνωσε ότι το «Αγγελική» δεν τορπιλίστηκε, αν και θα μπορούσαν να βληθούν πλοία «που μετέφεραν επαναστάτες προς ενίσχυση της Ανταντ», ενώ ο πρέσβης επισκέφθηκε το υπουργείο Εξωτερικών και είχε συνομιλίες, αγνώστου περιεχομένου, για το θέμα.
Από την πλευρά των Γάλλων, ο Φουρνέ ανακοίνωσε ότι το πλοίο είτε βλήθηκε από τορπίλη γερμανικού υποβρυχίου είτε προσέκρουσε σε νάρκη. Η γαλλική πλευρά απέδωσε σε τορπιλισμό και τη βύθιση του ατμόπλοιου «Κική Ησαΐα», στις 18 Οκτωβρίου 1916, στην ίδια περιοχή, ενώ ταξίδευε κενό φορτίου από τον Πειραιά στην Κύπρο. Τέσσερα μέλη του πληρώματος έχασαν τη ζωή τους, ενώ οι υπόλοιποι διασώθηκαν από γαλλικό πολεμικό.
Για πολλά χρόνια επικρατούσε η άποψη ότι τα δύο πλοία είχαν τορπιλιστεί. Μάλιστα λεγόταν ότι στο «Αγγελική» ρίχτηκαν τέσσερις τορπίλες, από τις οποίες οι τρεις πρώτες αστόχησαν! Αργότερα, όμως, έρευνα στα γερμανικά αρχεία και σε άλλα στοιχεία έδειξε ότι τα δύο δυστυχήματα οφείλονταν σε πρόσκρουση σε νάρκες που είχε ποντίσει, μια μέρα πριν το δυστύχημα του «Αγγελική», το γερμανικό υποβρύχιο U-73, με κυβερνήτη τον Γκούσταβ Σις (Gustav Sieß).
Τις επόμενες μέρες η ένταση κορυφώθηκε. Ανταποκρίσεις από τη Θεσσαλονίκη μετέφεραν την αγανάκτηση του Βενιζέλου και για την τέλεση μνημόσυνου για τα θύματα του «Αγγελική» στην εκκλησία της Αγίας Σοφίας. Στην Αθήνα προγραμματιζόταν ταυτόχρονα με την κηδεία να γίνει μεγάλο συλλαλητήριο κατά της Γερμανίας. Ομως, μια από τις βραχύβιες φιλομοναρχικές κυβερνήσεις της περιόδου, με πρωθυπουργό τον Σπυρίδωνα Λάμπρου, απαγόρευσε την τέλεση κηδείας στην Αθήνα. Παράλληλα, ο Πειραιάς στρατοκρατήθηκε, καθώς εστάλησαν 220 στρατιώτες και λήφθηκαν ειδικά μέτρα για τα προξενεία της Γερμανίας και της Αυστρίας.
Δημοσιεύματα φιλομοναρχικών εφημερίδων ανέφεραν ότι κάποιοι έκλεψαν δύο πτώματα και τα μετέφεραν στην Αθήνα για να τελεστεί η κηδεία, αλλά οι δράστες εντοπίστηκαν από στρατιώτες και οι σοροί επέστρεψαν στον Πειραιά. Η κηδεία τελέστηκε τελικά στις 19 Οκτωβρίου στον Πειραιά με τη συμμετοχή πολλών εργατικών σωματείων και παρουσία του Φουρνέ. Ωστόσο, 18 σωματεία αποφάσισαν να απέχουν καταγγέλλοντας τους «βενιζελικούς» για προσπάθεια κομματικής εκμετάλλευσης. Τρεις μέρες αργότερα 185 εθελοντές, σχεδόν όλοι ναυαγοί από το «Αγγελική», αναχώρησαν για τη Θεσσαλονίκη με γαλλικό ατμόπλοιο.
