Υπέροχοι ηθοποιοί και μουσικοί, νέοι και καταξιωμένοι σκηνοθέτες, πρωτότυπα σενάρια εμπνευσμένα γύρω από ή και επικεντρωμένα στο θέμα του πολέμου, συνθέτουν μια εξαιρετικά πλούσια και ενδιαφέρουσα φιλμογραφία. Μόνο λίγα έργα θα παρουσιαστούν εδώ όμως. Πρόκειται για μια καλλιτεχνική κληρονομιά που αξίζει κάποιος να ανακαλύψει στο εύρος της και, με αφορμή -ή και όχι απαραίτητα- την εθνική επέτειο, να επανέρχεται σε αυτήν.
Κάποιες ταινίες εξ αυτών είναι ιδιαίτερα αγαπητές και δημοφιλείς και άλλες σχεδόν ή παντελώς άγνωστες. Η κατασκοπική περιπέτεια «Καταδρομή στο Αιγαίον» (1946, Μ. Καραγάτσης) αποτελεί μια από τις περιπτώσεις που παρουσιάζουν ενδιαφέρον και λόγω της παλαιότητάς τους· πρόκειται για μια από τις πρώτες παραγωγές που γυρίζονται αμέσως μετά τον πόλεμο.
Σε ορισμένες ταινίες δίδεται βάρος στην ιστορική καταγραφή ενώ άλλες αναμετρώνται με το τραύμα και τη λήθη με έναν πιο χαμηλόφωνο, ψυχαναλυτικό τρόπο, επιστρέφοντας αναδρομικά στην πληγή του παρελθόντος, όπως συμβαίνει στον «Ανθρωπο του Τραίνου» (1958, Ντίνος Δημόπουλος).
Κάποιες είναι καθαρά αντιπολεμικές και άλλες τοποθετημένες στην εμπόλεμη ζώνη για να μιλήσουν για κάτι άλλο, με τον ίδιο τρόπο που το φιλμ νουάρ απαντά στα πιο βαθιά υπαρξιακά ερωτήματα ξεγελώντας σε πως βλέπεις μια ιστορία αναζήτησης του δολοφόνου. Γιατί στην αστυνομική καταδίωξη, όπως και σε καθεστώς πολέμου, τα πάθη εντείνονται και οι χρόνοι μικραίνουν. Το παιχνίδι με τον θάνατο παύει να είναι παιχνίδι και οι άνθρωποι γίνονται πιο αληθινοί καθώς, μέσα σε μια στιγμή, μπορεί να πάψουν να είναι.
«Αμόκ», 1963, Ντίνος Δημόπουλος
Το 1950, «κάπου στην Ελλάδα», δέκα κορίτσια σχεδιάζουν την απόδρασή τους από το αναμορφωτήριο. Η Ζέτα Αποστόλου ανοίγει τη σκηνή σιγοτραγουδώντας «Βαριά είναι η καρδιά μου…» με το υπέροχο ορχηστρικό θέμα του Σταύρου Ξαρχάκου ως υπόκρουση και με τα υπόλοιπα κορίτσια να τη συνοδεύουν στο τραγούδι της, που αργότερα θα γίνει γνωστό ως «Τα Τρένα Που Φύγαν». Σκηνικό του ρεαλιστικού δράματος του Ντίνου Δημόπουλου και καταφύγιο των κοριτσιών θα γίνει ένα έρημο νησάκι του Αμβρακικού Κόλπου -στο οποίο ο σκηνοθέτης θα επιστρέψει δύο ακόμη φορές στην καριέρα του. Εμπόδιο στα όνειρα των φυγάδων για ελευθερία, ανάμεσα στις οποίες και μια Εβραία, η Σάρα (Φλωρέττα Ζάννα), θα σταθεί ένας Γερμανός ναζί (Ζώρας Τσάπελης), αποφασισμένος να ανακαλύψει το χρυσάφι που κατά τη διάρκεια του πολέμου είχε κλέψει και θάψει στο νησί.
Με ένα σπουδαίο, πολυπληθές επιτελείο (Νίκη Τριανταφυλλίδη, Μαρία Μπονέλου, Τούλα Διακοπούλου και τόσοι-ες ακόμα) και τον Νίκο Καβουκίδη διευθυντή φωτογραφίας, η ταινία πραγματεύεται, μεταξύ άλλων, το θέμα της ατιμωρησίας των εγκλημάτων πολέμου και της λεηλασίας των περιουσιών (αντικειμένων αξίας, κοσμημάτων, έργων τέχνης και αρχαιοτήτων) από τους ναζί κατά την περίοδο της Κατοχής. Αξίζει να σημειωθεί πως έμφαση στο ζήτημα των λαφύρων, που δεν θίγεται συχνά στο σινεμά, δίδεται και στο «Τελευταίο σημείωμα» (2017) του Παντελή Βούλγαρη, ο οποίος διετέλεσε βοηθός σκηνοθέτη στο «Αμόκ».
Ο Ντίνος Δημόπουλος κινηματογραφεί με νατουραλιστική ωμότητα τη βία που δέχονται αυτά τα -ήδη τραυματισμένα- κορίτσια από τον πρώην αξιωματικό των SS και τους Ελληνες που έχει κοντά του για βοήθεια -τέσσερα κακοποιά στοιχεία- και δημιουργεί μια φρενίτιδα των ανθρωπίνων ενστίκτων επιβίωσης, στρέφοντας (σχεδόν) όλους εναντίων όλων με επίκεντρο τον πολυπόθητο θησαυρό. Ταυτόχρονα, ως αντίδοτο στην αγριότητα, φωτίζει τους ιδανικούς ήρωες, την ηθική ακεραιότητα και αφήνει το περιθώριο σε έναν έρωτα αδύνατο όχι μόνο να αναπτυχθεί μα και να αντέξει: ανάμεσα στη Σάρα και τον γιο του Γερμανού, τον Πίτερ (Λευτέρης Βουρνάς). Με σκηνές απροκάλυπτου αισθησιασμού κάτω από τον ήλιο που συνεχίζει να καίει, το «Αμόκ» υπερασπίζεται τον γυναικείο ερωτισμό, που δεν χάνεται και στις πιο αντίξοες, παράδοξες ή και ακραίες συνθήκες, όπως δεν χάνεται και η ελπίδα αυτών των κοριτσιών που αγωνίζονται μέχρι θανάτου για να ζήσουν όπως θέλουν.
«Με τη λάμψη στα μάτια», 1966, Πάνος Γλυκοφρύδης
Οχι μακριά από τον Αμβρακικό, στην Αρτα, στις όχθες του ποταμού Αράχθου και στο Κάστρο της Αρτας, γυρίζεται το ποιητικό αριστούργημα του Πάνου Γλυκοφρύδη, σε σκηνοθεσία και σενάριο του ίδιου με την επιμέλεια του Ιάκωβου Καμπανέλλη. Σε κάποιο χωριό μιας (άχρονης θα μπορούσε) κατεχόμενης Ελλάδας, ο Γερμανός αξιωματικός ζητά ως αντίποινα για τον φόνο ενός στρατιώτη του, την εκτέλεση τριάντα Ελλήνων. Ανάμεσά τους τρία αδέλφια. Τα μόνα ελληνικά που γνωρίζει ο αρχαιολάτρης Γερμανός (και πάλι ο Ζώρας Τσάπελης) είναι το «Ἄνδρα μοι ἔννεπε, μοῦσα, πολύτροπον…» μας επισημαίνει από νωρίς ο Γλυκοφρύδης.
Η σημαντικότατη αυτή στιγμή του ελληνικού κινηματογράφου συνομιλεί απευθείας με την αρχαία τραγωδία με κάθε της μορφή, κάθε σκηνικό και κάθε καρέ του Συράκου Δανάλη (διευθυντής φωτογραφίας). Πρωτοστάτισσες οι σχεδόν αρχετυπικές, τρεις μορφές στην έναρξη του έργου, των Αρχών του χωριού (αντί χορού), που αιτούνται έλεος από τον κατακτητή και τον εκλιπαρούν να δώσει χάρη στο ένα από τα τρία παιδιά, για να γίνουν λίγο αργότερα οι μαντατοφόροι του τρομερού νέου: πως πέφτει στον πατέρα το δίλημμα της εκλογής.
Ο σκηνοθέτης υφαίνει με μαεστρία ένα αισθητικά πανέμορφο υπαρξιακό δράμα ενώ ο Λαυρέντης Διανέλλος ως το τραγικό πρόσωπο, στον -γνώριμο σε εκείνον- ρόλο του πατέρα, δίνει την ερμηνεία της ζωής του. Κρατώντας τη μαγκούρα του με τρεμάμενα χέρια, σαν άλλος Οιδίπους επί Κολωνώ, χαρίζει ένα συγκλονιστικό φινάλε, πλάι στους Γιώργο Φούντα, Ανέστη Βλάχο και Γιάννη Φέρτη στους πρωταγωνιστικούς ρόλους των γιων, με ένα συνολικά εξαιρετικό καστ και υπό τη μουσική σύνθεση του Χρήστου Λεοντή. Η ταινία απέσπασε τέσσερα βραβεία στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης 1966 (Καλύτερου Σεναρίου, Μουσικής, Α΄ Ανδρικού Ρόλου για τον Γιώργο Φούντα και Τιμητική Διάκριση για τον Ανέστη Βλάχο).
«Ξυπόλυτο τάγμα», 1953, Γκρεγκ Τάλλας
Το διαμάντι του ελληνικού νεορεαλισμού «Ξυπόλυτο τάγμα» ίσως να αποτελεί και την πιο χαρακτηριστική καταγραφή των κακουχιών και της πείνας που βίωσε ο ελληνικός λαός τα χρόνια 1941-1944, ενώ εξίσου ενδιαφέρον με το γεγονός πως πρόκειται για αληθινή ιστορία είναι το ότι τα παιδιά που πρωταγωνιστούν ήταν και αυτά ορφανά.
Οταν το ’41 επιτάχθηκε από τους Γερμανούς το Παπάφειο Ορφανοτροφείο στην κατεχόμενη Θεσσαλονίκη, όλα τα παιδιά που φιλοξενούσε βρέθηκαν στους δρόμους έρημα και μόνα. Οργανώθηκαν έτσι, με τον καιρό, και έφτιαξαν μια συμμορία σαλταδόρων, γνωστή ως το «Ξυπόλυτο Τάγμα». Κλέβοντας τους ναζί και τους μαυραγορίτες ζούσαν όχι μόνο τον εαυτό τους αλλά συνέδραμαν και τους ανήμπορους, δημιουργώντας ένα πλέγμα αντίστασης που σήμερα φαντάζει μυθικό.
Ο επαναπατριζόμενος Γκρεγκ Τάλλας, ή αλλιώς Γρηγόρης Θαλασσινός, που υπήρξε εξαιρετικός μοντέρ στο Χόλιγουντ, εκτός από σκηνοθέτης, και θήτευσε κοντά στον Στανισλάφσκι και τον Φριτζ Λανγκ, συγκινήθηκε με την πραγματική ιστορία και συνειδητά επέλεξε μη ηθοποιούς για την ταινία του (πλην ελαχίστων). Ξεχώρισε αυτά τα παιδιά και τα περιέβαλε με φροντίδα, καταφέρνοντας έτσι να τους αποσπάσει εκπληκτικές ερμηνείες και προσφέροντάς τους εμπειρίες που δεν θα γνώριζαν ποτέ στα ιδρύματα που μεγάλωναν.
Σε σενάριο του Νίκου Κατσιώτη, με γυρίσματα στην Αθήνα, τη συμπρωτεύουσα και εντυπωσιακές σκηνές δράσης αμερικανικού τύπου στο Επταπύργιο Μνημείο στη Θεσσαλονίκη, το «Ξυπόλυτο τάγμα» αποτυπώνει την ιστορική αλήθεια με μεγάλη τρυφερότητα, χωρίς να στερείται το χιούμορ και συνάμα διατηρώντας το αίσθημα της περιπέτειας. Το 1955 απέσπασε το Βραβείο Καλύτερης Ταινίας στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Εδιμβούργου ενώ σηματοδοτεί την πρώτη φορά που ο Μίκης Θεοδωράκης συνθέτει μουσική για τον κινηματογράφο.
«Προδοσία», 1964, Κώστας Μανουσάκης
Ο έρωτας και η τραγωδία βρίσκονται στην υψηλότατη στιγμή τους στο αψεγάδιαστο δράμα του Κώστα Μανουσάκη, ντυμένο ορχηστρικά με κομμάτια κλασικής μουσικής. Σε σκηνοθεσία και σενάριο του ίδιου, με τη συμβολή του Αρη Αλεξάνδρου και βασισμένο σε μια ιδέα του Νότη Περγιάλη, το έργο ξεκινά όταν, κατά τη διάρκεια της Κατοχής στην Αθήνα, ο υπολοχαγός Καρλ Φον Στάιν (Πέτρος Φυσσούν) εγκαθίσταται στην έπαυλη του καθηγητή Καστριώτη (Μάνος Κατράκης) και της συζύγου του (Ζωρζ Σαρρή). Εκεί διαμένει και η 19χρονη Λίζα, που τη βλέπουμε στο ευαίσθητο πρόσωπο της Ελλης Φωτίου. Μια Εβραιοπούλα, στον πατέρα της οποίας ο καθηγητής χρωστά ευγνωμοσύνη, προστατεύοντάς την έτσι και παρουσιάζοντάς την ως ανιψιά του. Ο νεαρός Καρλ μιλά ελληνικά και παίζει πιάνο, είναι ρομαντικός και δεν κρατά όπλο. Η Λίζα, που σπουδάζει και εκείνη μουσική, γοητεύεται από την ευγένεια και την καλλιέργειά του και του επιτρέπει να την πλησιάσει.
Συνδέονται, ερωτεύονται και ο ενθουσιώδης Καρλ τη ζητάει σε γάμο. Η Λίζα αρνείται και τόσο παράφορος είναι ο έρωτάς της που αποτολμά κάτι εντελώς τρελό: να τον εμπιστευθεί και να του πει την αλήθεια. Σε μια αριστουργηματική σεκάνς όπου τα τρένα περνούν καλύπτοντας κάθε άλλον ήχο, επιτρέποντάς μας να διαβάσουμε μόνο τα χείλη της, του ομολογεί το μυστικό της. Εκείνος την καταδίδει και το πραγματικό δράμα τότε ξεκινά.
Ο Καρλ μετατίθεται στο Ανατολικό Μέτωπο και το αφήγημα στο οποίο είχε πιστέψει αρχίζει αργά μα σταδιακά να καταρρέει, οι βεβαιότητές του να κάμπτονται, η συνείδησή του να μην αντέχει το βάρος. Αρχίζει η αμφισβήτηση του ναζισμού, δηλαδή η αμφισβήτηση του ίδιου του του εαυτού. Σε μια βαθιά μελέτη της ανθρώπινης ψυχής και των αντιφάσεών της, παρακολουθούμε την πλήρη μεταστροφή του και τον αναπότρεπτο κλονισμό της υγείας του, με το πραγματικό τέρας του Τρίτου Ράιχ να αποκαλύπτεται μόνο στο τέλος: στο πρόσωπο του φανατισμένου, αμετάκλητου στις ιδέες του, ψυχιάτρου Χάινριχ Στόκμαν (Δημήτρης Μυράτ), ηθικού αυτουργού της αυτοκτονίας του Καρλ στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής. Στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης 1964 η «Προδοσία» απέσπασε τρία βραβεία, μεταξύ των οποίων και βραβείο για την εξαίσια φωτογραφία της (Α΄ Ανδρικού ρόλου για τον Πέτρο Φυσσούν, Κριτικών Καλύτερης Ταινίας Μεγάλου Μήκους και Φωτογραφίας για τον Νίκο Γαρδέλη).
