ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Εύα Νικολαϊδου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο σκηνοθέτης Νίκος Χατζόπουλος και ο συγγραφέας Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης μάς προσεγγίζουν με μια σπάνια ματιά στον τομέα τους. Διευρύνουν με σοφία το θέμα, το σενάριο, τη διασκευή, προσφέροντας με τη γνώση και την εμπειρία τους ένα ξεχωριστό αποτέλεσμα.

Μια διασταύρωση απόψεων, ιδεών και σκηνοθεσίας μέσα από μια γόνιμη κουβέντα έγινε στο φιλόξενο και φιλικό σαλονάκι της ΕΣΗΕΑ, μπροστά στην αίθουσα εκδηλώσεων.

● Πώς ξεκίνησε η συνεργασία σας;

Νίκος Χατζόπουλος: Δεν το σκεφτήκαμε εμείς. Δεν είχαμε συναντηθεί ποτέ ξανά. Η παντρειά έγινε από την Κατερίνα Ευαγγελάτου. Παρ’ όλο που κινούμασταν σε παρόμοιους χώρους, δεν είχαμε καν μιλήσει.

Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης: Η ανάθεση του κειμένου όπως και η σκηνοθεσία ήταν δική της ιδέα. Στο πρώτο τηλεφώνημα που κάναμε, μου έδωσε την εντύπωση ότι δεν του άρεσε καθόλου το έργο της «Εκάβης» (σ.σ.: ο μονόλογος «Εγώ, μια δούλα» σε κείμενο του Χατζηγιαννίδη, σκηνοθεσία του Χατζόπουλου, με ερμηνεύτρια τη Φιλαρέτη Κομνηνού πρωτοπαρουσιάστηκε ενταγμένο στον κύκλο «Σύγχρονοι Αρχαίοι» του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου). Μου έκανε κάποιες ερωτήσεις περισσότερο διερευνητικές για να καταλάβει τι είχα εγώ στον νου μου. Εγώ τότε, με την απόσταση που υπάρχει πάντα σε ένα τηλέφωνο, είχα την αίσθηση ότι ήθελε να εντοπίσει κάποιες αδυναμίες του έργου. Αισθάνθηκα την απορία: «Αν δεν του αρέσει το έργο, πώς θα κάνει την παράσταση;». Την επόμενη μέρα ρώτησα την Κατερίνα Ευαγγελάτου αν του άρεσε. «Ετσι είναι», μου λέει, «ο Νίκος». Η συνεργασία μας ήταν πάρα πολύ καλή. Κανείς μας δεν έμπαινε στα χωράφια του άλλου. Ο Νίκος μού είπε κάποιες ιδέες που είχε. Σεβάστηκε απόλυτα το κείμενο όπως κι εγώ τις ιδέες του.

Ν.Χ.: Ολα γίνονται κοινή συναινέσει. Δεν χρειάστηκε καμία παρέμβαση. Αλλάξαμε μόνο μερικές λέξεις.

Β.Χ.: Αυτό είναι και η ευκολία του ηθοποιού, να μπορεί να αυτοσχεδιάσει.

Ν.Χ.: Σε έναν μονόλογο έχει μεγάλη σημασία η συμβολή του ηθοποιού. Αυτό είναι κάτι με το οποίο έχω πρόβλημα ακόμα και με το Φεστιβάλ. Προβάλλουν πάντα, ακόμα και σε μονολόγους, το όνομα του σκηνοθέτη. Σε έναν μονόλογο συγγραφέας, σκηνοθέτης και ηθοποιός είναι συνδημιουργοί. Δεν είναι ότι εγώ διευθύνω κάτι.

● Οταν γράφετε ένα κείμενο φαντάζεστε μπροστά σας και κάποιον ηθοποιό;

Β.Χ.: Δεν ήξερα τον ηθοποιό όταν έγραφα το κείμενο.

Ν.Χ.: Εγώ πρότεινα την πρωταγωνίστρια. Πρώτα υπήρξε το κείμενο ως ανάθεση, μετά βρέθηκε ο σκηνοθέτης κι εγώ πρότεινα την ηθοποιό.

Β.Χ.: Αυτό γίνεται πολλές φορές. Και συχνά είναι γόνιμο γιατί στοιχεία της προσωπικότητας του ανθρώπου πλουτίζουν το συγγραφικό σχέδιο. Αλλες φορές, όμως, αυτό είναι περιοριστικό, πιστεύοντας ότι αυτός ο ηθοποιός δεν θα μπορούσε να αντεπεξέλθει σε κάποιες απαιτήσεις.

Ν.Χ.: Στην προκειμένη, όντως ήταν κάτι διαφορετικό για τη συγκεκριμένη ηθοποιό γιατί δεν είχε κάνει ποτέ της μονόλογο και τίποτα σχετικό με κωμωδία. Γιατί η δική μου προσέγγιση πάτησε στο ειρωνικό στοιχείο. Γι’ αυτό είχε μεγάλη αγωνία και για τα δύο.

● Τι σας συγκίνησε σε αυτό το κείμενο;

Ν.Χ.: Με ενδιαφέρει η λοξή ματιά του Βαγγέλη, που πατάει σε έναν, εν πολλοίς παραδοσιακό, τρόπο γραφής – γιατί έχει μια καταγωγή ως συγγραφέας, κρατάει από τους προηγούμενους και προσπαθεί αυτό να το μεταφέρει σε έναν δικό του χώρο, πιο ποιητικό, να το πάει κάθε φορά πιο πέρα – απέναντι σε μια ηρωίδα που την έχουμε συνηθίσει ως τραγική…

Β.Χ.: Το πιο τραγικό πρόσωπο…

Ν.Χ.: Ηταν πρόσφορο υλικό για να μπορέσει να πατήσει κάποιος και να αναδείξει ακόμα περισσότερο την τραγικότητα μέσα από το λοξό.

● Οταν ασχολείστε με κάποιο έργο αρχαιόθεμο, προσπαθείτε να βρείτε ομοιότητες και με σύγχρονες ηρωίδες;

Β.Χ.: Από τη στιγμή που εγώ είμαι ένας σύγχρονος άνθρωπος, που ζω στο 2025, και μέσα από το δικό μου μυαλό βγαίνει η ηρωίδα, δεν νομίζω ότι χρειάζεται ιδιαίτερη προσπάθεια. Αλλά, κρατώντας την ουσία του ανθρώπου που είναι αμετάβλητη –γιατί υπάρχουν πράγματα που δεν αλλάζουν στην ψυχοσύνθεση και στον τρόπο σκέψης του ανθρώπου από πάντα– η φωνή καταλήγει να είναι σύγχρονη.

Ν.Χ.: Εγώ πιστεύω ότι έτσι κι αλλιώς, συγγραφέας, σκηνοθέτης, ηθοποιός μιλάμε για τους εαυτούς μας. Χρησιμοποιούμε ως υλικό το παρελθόν για να μιλήσουμε για το σήμερα. Συνειδητά ή ασυναίσθητα. Δεν χρειάζεται να το προσπαθήσουμε.

● Τι είναι πιο δύσκολο, η συγγραφή ή η διασκευή;

Β.Χ.: Πάρα πολύ προσωπικό ζήτημα. Υπάρχουν συγγραφείς που δεν μπορούν να διανοηθούν ότι θα πατήσουν πάνω σε μια δεδομένη βάση για να δημιουργήσουν από κει και πέρα το δικό τους κι άλλοι που μόνο αυτό μπορούν να κάνουν.

Ν.Χ.: Σήμερα είναι σε πολύ μεγάλη άνθηση η διασκευή παλιότερων θεατρικών έργων…

Νίκος Χατζόπουλος

● Τι είναι πιο εύκολο για τον σκηνοθέτη;

Ν.Χ.: Ο σκηνοθέτης παραλαμβάνει ένα κείμενο. Δεν τον ενδιαφέρει από πού προέρχεται. Μόνο αν θέλει να διαπιστώσει τις προθέσεις του συγγραφέα ή αν πίσω απ’ αυτό υπάρχει κάποια προϊστορία. Εμένα αυτό με ενδιαφέρει και αυτή ήταν η πρώτη επαφή που είχα με τον Βαγγέλη και μπορεί να του φάνηκε λίγο ξινή. (Το ‘χω αυτό, πώς να το κάνουμε…) Προσπάθησα πάντως, μέσα από τον σχολιασμό του κειμένου, να βρω τις προθέσεις του Βαγγέλη ώστε να τις δεχθώ και να τις αναδείξω, με τον δικό μου τρόπο περισσότερο.

Είστε δηλαδή συγκοινωνούντα δοχεία.

Β.Χ.: Εντελώς. Είτε ο συγγραφέας είναι ζων είτε νεκρός, υπάρχει μια συνομιλία.

Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης

● Οταν ασχολείστε με ένα έργο, υπερισχύει το συναίσθημα έναντι της πραγματικότητας;

Β.Χ.: Κάποιες φορές ναι.

Ν.Χ.: Εξαρτάται ποιος είναι ο στόχος σου σε σχέση με το συγκεκριμένο κείμενο. Αν πιστεύεις ότι η υπερτόνιση συναισθηματικών στοιχείων είναι ένα εργαλείο για να πεις κάτι, το επιστρατεύεις – όχι «καπελώνοντας» τον άλλο, αλλά ως εργαλείο ισχυρό και έγκυρο. Πολλές φορές, όμως, ο υπερσυναισθηματισμός «καπελώνει» την ουσία.

Β.Χ.: Η διαχείριση του συναισθηματικού φορτίου (η καλλιτεχνική κι αισθητική επιλογή, πόσο εμφανές θα είναι το συναίσθημα), είτε για τον σκηνοθέτη είτε για τον συγγραφέα, είναι από τα μεγάλα ερωτήματα κάθε φορά. Το πόσο θέλεις, δηλαδή, να ξεπεράσεις ένα όριο ή να κρατήσεις το συναίσθημα πίσω. Είναι βασικό ανθρώπινο χαρακτηριστικό, άρα μας αφορά πάντα. Πολλές φορές το μελό είναι επίσης θεμιτό αν εξυπηρετεί κάτι.

Ν.Χ.: Υπάρχει μια βασική διαφοροποίηση. Μιλάμε για συναίσθημα επί σκηνής ή στην πλατεία; Αν θέλουμε να ενισχύσουμε το συναίσθημα στην πλατεία, εμείς πολλές φορές πρέπει να μένουμε πολύ πιο παγεροί και πολύ πιο αποστασιοποιημένοι απ’ όσο θα χρειαζόταν αν εμπλεκόμασταν συναισθηματικά ως καλλιτέχνες με αυτό που κάνουμε. Υπάρχει ένα ρητό της πιάτσας που το πιστεύω: «Οταν κλαίει ο ηθοποιός, δεν κλαίει ο θεατής». Το ίδιο ισχύει και για το γέλιο. Αρα, όλα τα πράγματα πρέπει να ζυγιάζονται σε σχέση με έναν στόχο.

Β.Χ.: Κι αυτό που μας συγκινεί πάντα περισσότερο είναι όταν βλέπουμε κάποιον που προσπαθεί να καλύψει τη συγκίνηση ή τη φόρτισή του, παρά έναν που κλαίει μπροστά μας με μαύρο δάκρυ.

● Πώς θα σχολιάζατε τη σημερινή κατάσταση;

Ν.Χ.: Δεν ξέρω. Στα χρόνια που έχω ζήσει είναι η πρώτη φορά που βλέπω την ανθρωπότητα σε τόσο επικίνδυνο σημείο. Δεν έχω ζήσει τα χρόνια των πολέμων, δεν έχω ζήσει τα χρόνια πριν από τον Β’ Π.Π. Αυτή τη στιγμή και σε παγκόσμιο αλλά και σε τοπικό επίπεδο υπάρχουν πράγματα που δεν περίμενε κανείς ότι θα υπάρχουν μία δεκαετία πριν. Σαν να θεωρούμε αυτονόητο ότι καταργούμε δικαιώματα, τα οποία τα είχαμε δεδομένα. Είχαμε την εντύπωση ότι αυτά, τα είχαμε αφήσει πίσω μας και προχωρούσαμε.

Σε κοινωνικό, πολιτικό και σε παγκόσμιο επίπεδο. Το να βγαίνει ένας πολιτικός σήμερα και να λέει «η γνώμη μου είναι να μην παίρνετε παρακεταμόλη γιατί προκαλεί αυτισμό» –και να θορυβούνται όλοι–, μερικά χρόνια πριν θα ήταν ανήκουστο.

Είσαι επιστήμων; Οχι. Βασίζεσαι σε επιστημονικά δεδομένα; Οχι. Με ποιο δικαίωμα παίρνεις το μικρόφωνο και λες κάτι τέτοιο; Πώς γίνονται πράγματα σε όλο τον κόσμο με τα οποία η διεθνής κοινότητα διαφωνεί και παρ’ όλα αυτά συνεχίζουν να γίνονται; Παράδειγμα, το θέμα της Παλαιστίνης. Αυτή η σαρωτική γενοκτονία –που δεν έχω ζήσει τέτοιο πράγμα στα χρόνια μου– θεωρείται κάτι δεδομένο που κάπου συμβαίνει και δεν μας επηρεάζει, ούτε παίρνουμε θέση. Ενώ καμία αφορμή δεν δικαιολογεί μια τέτοια συμπεριφορά από ένα κράτος απέναντι σε έναν άλλο λαό.

Υπάρχει αυτή η αδιαφορία. Αλλες φορές θα σηκωνόμασταν και θα βγαίναμε στους δρόμους, τώρα έχουμε μουδιάσει. Προσωπικά θεωρώ ότι έχω μουδιάσει, γιατί νιώθω ότι τίποτα δεν περνάει από το χέρι μου.

Β.Χ.: Αισθανόμαστε ανίσχυροι.

Ν.Χ.: Και ανυπεράσπιστοι απέναντι σε μια διεθνή και ντόπια αυθαιρεσία. Κανείς δεν μας δίνει σημασία. Ο καθένας ανερυθρίαστα βγαίνει και λέει ό,τι ψέμα θέλει, κάνει ό,τι αυθαιρεσία θέλει, χωρίς να τρέχει κάστανο.

Β.Χ.: Εγώ είμαι φύσει αισιόδοξος για το ανθρώπινο είδος και την πορεία της ανθρωπότητας. Αισθάνομαι ότι στο πέρασμα των αιώνων –αν σκεφτούμε μάλιστα τι περάσαμε ως ανθρωπότητα– κάνουμε βήματα προς το σωστό. Από την άλλη, υπάρχουν περίοδοι που αυτή η ανθρωπότητα είναι σαν να νοσεί. Αυτή την περίοδο, σίγουρα είμαστε στην εντατική. Ολα όσα είπε ο Νίκος και συμβαίνουν είναι δείγμα ότι η ανθρωπότητα νοσεί. Θέλω να πιστεύω ότι θα περάσει και θα βρούμε τον τρόπο να βγούμε από αυτό. Ελπίζω τότε να μην έχει καταστραφεί η μισή ανθρωπότητα ή τουλάχιστον ένα ολόκληρο έθνος. Οτι θα έχουμε τα λιγότερα δυνατά σημάδια σ’ αυτό το κορμί το έρμο.

● Ποια είναι τα σχέδιά σας;

Ν.Χ.: Εγώ επειδή έχω τρεις-τέσσερις ιδιότητες… Εχω μεταφράσει ένα έργο για τη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, τον Οιδίποδα του Ρόμπερτ Τάικ, που θα ξεκινήσει πρόβες. Ετοιμαζόμαστε να ξεκινήσουμε πρόβες για ό,τι θα συν-σκηνοθετήσω μαζί με τον Ακύλα Καραζήση –κάτι που το κάνουμε συχνά–, μια διασκευή από τα Χρόνια της Ανί Ερνό, στο θέατρο «Θησείο». Μετά, θα ξεκινήσω πρόβες ως ηθοποιός πια για τον Ιβάνοφ του Τσέχοφ που θα ανεβάσουμε στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά.

Β.Χ.: Ενα παλιότερό μου έργο με τον τίτλο «Κέικ» είναι ήδη σε πρόβες, θα ανέβει στο θέατρο «Εμπορικόν». Θα το σκηνοθετήσει ο Θανάσης Ζερίτης. Εδώ και αρκετούς μήνες έχω επιστρέψει στη συγγραφή ενός μυθιστορήματος που το πιάνω και το αφήνω αρκετά χρόνια και τους τελευταίους μήνες προσπαθώ να είναι το μόνο πράγμα που σκέφτομαι και έχω ως συγγραφικό στόχο.