ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Εύα Νικολαϊδου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Γρηγόρης Βαλτινός. Είναι προικισμένος με όσα απαιτεί το επάγγελμα. Ταλέντο, φωνή, γοητεία, άνεση. Οταν περιγράφει στιγμές από τη ζωή του στο θέατρο, νομίζεις πως ακούς ανέκδοτα. Αξέχαστη παραμένει η ερμηνεία του στο «Ντα». Περιμένουμε το «Κάθε Τρίτη με τον Μόρι» -που μετά τον Μάιο επιστρέφει από τις 3/10 στο θέατρο «Ιλίσια Βολανάκης»-για να πάρουμε μια ευεργετική γεύση ζωής που μόνο ο Γρηγόρης μπορεί να τη μεταδώσει.

Γιάννης Σαρακατσάνης. Επικοινωνιακός, άμεσος, χαρισματικός. Τον συγκινεί η αναγνώριση. Υποστηρίζει: «Επειδή είμαστε σε μια εποχή του απόλυτου, της αυτοπεποίθησης και της σιγουριάς, οτιδήποτε πάει κόντρα σ’ αυτό με συγκινεί και το αναζητώ».

Στη γνώριμη, φιλόξενη Πινακοθήκη Γκίκα έγινε η συνάντησή μας. Μας εμπνέει αυτός ο χώρος. Τα έπιπλα, οι πίνακες, τα κειμήλια, οι γεμάτες προθήκες, όλα αφηγούνται κομμάτια από τη ζωή μας.

● Πώς γνωριστήκατε;

Γρηγόρης Βαλτινός: Κάνουμε παρέα και δουλεύουμε μαζί εδώ και 8 χρόνια με αφορμή μια παράσταση που ανεβάσαμε τότε, το «Κάθε Τρίτη με τον Μόρι». Την επαναλαμβάνουμε φέτος στο θέατρο «Ιλίσια». Ο ρόλος του Γιάννη, ο φοιτητής του Μόρι Σουόρτς, είναι τρομερά απαιτητικός. Θέλαμε έναν άνθρωπο ευέλικτο, επικοινωνιακό με τον κόσμο, με προσωπικό χιούμορ και με εναλλαγές ζογκλέρ. Το έργο παίζει ανάμεσα στην αφήγηση και τη διάδραση με το κοινό. Οταν βρήκαμε τον Γιάννη κατάλαβα ότι χτυπήσαμε φλέβα, ό,τι καλύτερο μπορούσαμε να βρούμε. Στην πορεία διαπίστωσα έναν άνθρωπο πανέξυπνο, καλόψυχο, γεμάτο αγάπη, καλοσύνη και με ένα χιούμορ αξεπέραστο και τελείως προσωπικό. Εγώ πάντοτε λυγίζω στο χιούμορ. Ετσι μπήκε μέσα στην καρδιά μου ως φίλος και ως συνάδελφος. Είναι αυτή η κατάσταση που σε βάζει στη διαδικασία να βρεις τι άλλα πράγματα μπορείς να κάνεις στο θέατρο για να συνεχίζουμε αυτό το υπέροχο ρήμα, το «παίζω».

Γιάννης Σαρακατσάνης: Ολα αυτά που ακούω τώρα με συγκινούν πολύ. Εγώ ήμουν ένας άνθρωπος που ήξερα τον Γ. Βαλτινό ως θεατής κι είχα ένα δέος απέναντί του. Στην παράσταση είπα «ναι» λόγω του έργου. Μίλησε στην καρδιά μου. Πραγματεύεται τις ουσιαστικές αξίες της ζωής: φιλία, οικογένεια, αγάπη, παιδιά, ανθρώπινες σχέσεις σε αντίθεση με τη φήμη, τα λεφτά, την ανέλιξη στην καριέρα κι όλα αυτά που φαίνονται τόσο δελεαστικά αλλά εν τέλει δεν μας δίνουν χαρά. Οπότε, διαβάζοντας το έργο λέω «αυτό το μήνυμα θέλω να το υπηρετήσω». Πού να ήξερα ότι το μπόνους αυτής της παράστασης ερχόταν κι ήταν ο Γρηγόρης. Πίσω από αυτή την τεράστια καριέρα είδα έναν άνθρωπο ο οποίος είναι τρομερά ακομπλεξάριστος, άμεσος, απλός, αστείος, με πολλή αγάπη.

● Εσύ, Γιάννη, κυνηγάς αυτές τις διαπροσωπικές σχέσεις. Αντίστοιχο ήταν και το «Μυγοφαές», έτσι δεν είναι;

Γ.Σ.: Με ενδιαφέρει πολύ το δισυπόστατο της ανθρώπινης φύσης. Το καλό και το κακό, η ζωή και ο θάνατος. Αυτό είναι και ο Μόρι. Σου πετάει στην αρχή της παράστασης τον θάνατο και διαχειρίζεσαι λίγο αυτό το σοκ. Σου λέει ότι αν ξεπεράσεις το σοκ, μετά υπάρχει πολλή ομορφιά και περιεχόμενο.

● Τι θεωρείτε ωραίο;

Γ.Σ.: Πέρα από τη φυσική ομορφιά που πρέπει να την αναγνωρίζουμε, με συγκινεί πάρα πολύ η συγχώρεση. Οι άνθρωποι που αλλάζουν γνώμη. Αυτοί που παλιά ήταν απόλυτοι και τελικά καταλαβαίνουν το λάθος τους. Αυτό επίσης το έχει η παράσταση. Ο χαρακτήρας μου είχε μια πεποίθηση για τη ζωή του που άλλαξε τελείως και όσον αφορά τον Μόρι. Με συγκινεί η αναγνώριση. Γενικά, επειδή είμαστε σε μια εποχή του απόλυτου, της αυτοπεποίθησης και της σιγουριάς, οτιδήποτε πάει κόντρα σε αυτό με συγκινεί και το αναζητώ.

Γ.Β.: Για μένα όχι μόνο ομορφιά αλλά και η ευφυΐα στον άνθρωπο και στην καθημερινότητά του είναι τα μικρά πράγματα. Αυτό συμβαίνει μόνο αν γυρίσεις να δεις με πολύ ενδιαφέρον ένα λουλούδι, ένα παπούτσι που σκονίστηκε, κάποια φρούτα στον μανάβη που πήγες να τα αγοράσεις. Να δεις τα σχέδια σε αυτό το τραπεζομάντιλο και να πεις: «Κοίταξε τι ωραία που είναι, ποιος τα σχεδίασε, ποιος τα έφτιαξε, πώς ζουν οι άνθρωποι που φτιάχνουν τραπεζομάντιλα, τι ομορφιά που έχει η ζωή, η καθημερινότητα γύρω μας». Επειδή ζούμε πια στην εποχή των πιο μεγάλων πραγμάτων, των εκκωφαντικών, είτε από τεχνολογικής άποψης είτε από την ερμηνεία τού τι είναι επιτυχία και τι αποτυχία, ποιος είναι ευτυχισμένος, ποιος έχει βάλει περισσότερη σιλικόνη, θεωρώ εξαιρετικά ευφυές το να βρεις την ευτυχία στο μικρό, στο δωρεάν. Ετσι θα είσαι ευτυχισμένος σε όλη σου τη ζωή γιατί θα εκτιμάς το οξυγόνο που αναπνέεις.

● Η ψυχή σας πότε γαληνεύει;

Γ.Β.: Πιστεύω ότι γαληνεύει με την υγεία. Με την ειρήνη μέσα στην οικογένεια, με την αγάπη και τον έρωτα, με τα παιδιά, με τους πολύ καλούς συναδέλφους. Με μικρούς στόχους που βάζεις καθημερινά κι έχεις την ικανοποίηση ότι στο τέλος της μέρας τούς πέτυχες ή με τους μεγαλύτερους –αυτά τα στοιχήματα που βάζει κανείς– για τη φανέλα. Θα ανεβάσουμε μια παράσταση, για να δούμε θα πετύχει; Εμείς οι ηθοποιοί έχουμε μια τέτοια σχέση με τους ρόλους, με τις ιδέες, με το ιδανικό, με την ηθική όταν έχουμε στο μυαλό μας την επιτυχία, να μην έχουμε καθόλου στο μυαλό μας το ταμείο και την τσέπη μας. Θέλουμε μόνο να βάλουμε γκολ. Τίποτα άλλο. Γιατί τότε δικαιώνονται όλες σου επιλογές, του έργου, της σκηνοθεσίας, των συναδέλφων που πλαισίωσαν κι έπαιξαν τους ρόλους.

Γ.Σ.: Συμφωνώ με όσα είπε ο Γρηγόρης. Επειδή εγώ είμαι νέος πατέρας, έχω έναν γιο πέντε ετών, οι στιγμές που μπορώ να είμαι με τον γιο μου –που μπορώ να βγάλω τη δουλειά από το μυαλό μου– όταν καθόμαστε το βράδυ, όταν διαβάζουμε βιβλίο, όταν πάμε βόλτα, είναι ωραίο γιατί εκείνη τη στιγμή συμβαίνει κάτι που σου δίνει χαρά και δεν εξαρτάται μόνο από σένα. Εξαρτάται κι από έναν αστάθμητο παράγοντα που είναι στην προκειμένη περίπτωση ο γιος μου. Οταν βλέπεις ότι ο άλλος κάτι παίρνει από σένα και σου δίνει κι αισθάνεσαι ότι δεν είσαι μόνος σου. Αντίστοιχα κι αυτό που λέει ο Γρηγόρης με τις παραστάσεις. Είναι της ίδιας ποιότητας γαλήνη. Γιατί δεν είμαι μόνο εγώ κι ο Γρηγόρης που παίξαμε έναν ρόλο. Είναι κι ένα κοινό που κάτι θέλει να δει και μια συγκυρία ότι κάνουμε μια παράσταση τώρα. Στην περίπτωση του Μόρι περάσαμε μια χρονιά ψυχικής γαλήνης, γιατί ξέραμε ότι παίζαμε μια παράσταση επιτυχημένη και προσφέραμε κάτι. Ανυπομονούσαμε παρ’ όλη την κούραση κάθε μέρα να το δώσουμε.

Γ.Β.: Είναι η μόνη παράσταση που είχα όλη μέρα την αγωνία πότε θα ξαναρχίσει το βράδυ έχοντας αυτή τη χαρά, την ικανοποίηση και τον… σαδισμό ότι θα επηρεάσουμε ψυχές και οι άνθρωποι θα φύγουν διαφορετικοί… Ελεγα πότε θα δω αυτό το κοινό να συγκινείται και δεν εννοώ να κλαίει μόνο αλλά να συν-κινείται μαζί μας.

● Τι ρόλο μπορεί να παίξει η μουσική σε μια παράσταση;

Γ.Σ.: Είναι μια παράμετρος πέρα από σένα που θα παίξει κι αυτή τον ρόλο της, πάλι ως αστάθμητος παράγοντας. Υπάρχουν φορές που η μουσική έχει φέρει κάτι που κανείς δεν το περίμενε κι έχει πάρει την παράσταση και την έχει πάει αλλού. Παλαιότερα είχαμε πρωτότυπη μουσική. Την άκουγα και έλεγα πως δεν έχει καμία σχέση με ό,τι είχα φανταστεί κι ευτυχώς γιατί είναι πολύ καλύτερη.

Γ.Β.: Κάποτε είχα ανεβάσει μια παράσταση. Σκηνοθετούσα και έπαιζα ταυτόχρονα. Μου είχε καρφωθεί όλη η μουσική του έργου να είναι από ένα cd. Σαν να γράφτηκε από τον ίδιο συνθέτη αυτός ο δίσκος για αυτή την παράσταση. Επρεπε να βρω κομμάτια τα οποία θα ταίριαζαν και στη διάρκεια αλλά και στο ύφος εκείνης της στιγμής. Οδηγούσα. Επρεπε να πάω κάπου μακριά να κάνω μια συναυλία, νομίζω. Εβαλα το cd, οδηγούσα πέντε ώρες, είχα δίπλα μου ένα χαρτί κι ήμουν τόσο αφοσιωμένος που άκουγα, οδηγούσα και σημείωνα με το άλλο μου χέρι νούμερα από πού αρχίζει και πού τελειώνει και για ποιο σημείο της παράστασης μου κάνει. Κράτησε πέντε ολόκληρες ώρες. Μετά βέβαια όλο αυτό το πράγμα μού έφαγε έναν ολόκληρο μήνα για να το φέρω εκεί που ήθελα. Είχα τέτοιο πάθος, σαν να είχα ερωτευτεί ένα κορίτσι εκείνη τη στιγμή και ανυπομονούσα πότε θα βρεθώ μαζί της.

● Κάθε παράσταση δεν είναι κι ένας έρωτας;

Γ.Β.: Ακριβώς. Είχα ακούσει ένα κομμάτι από τον δίσκο Redviolin. Ηθελα σε ένα σημείο μια φωνή. Ακούω τον δίσκο και το βασικό θέμα της μουσικής του έργου το αποδίδει μια υψίφωνος. Εκεί κόλλησα. Προσπαθούσα μετά να βρω σημεία που να έχει ατόφια μουσική χωρίς λόγια, γιατί οι μουσικές συνήθως στο θέατρο δεν θέλουν μεγάλες ενορχηστρώσεις, θέλουν μονοφωνικά όργανα.

● Σας διαβάζω ένα κειμενάκι του Σενέκα: «Τα πάντα σ’ αυτόν τον κόσμο συμβαίνουν σύμφωνα με τον νόμο του πολέμου… Η αρετή μπορεί να υπάρξει μόνο εκεί που υπάρχει ενότητα».

Γ.Β.: Πατήρ πάντων όλων, όπως έλεγε κι ο Ηράκλειτος. Δεν ήταν φανατικός του πολέμου, δεν εννοούσε τη σύγκρουση και τα όπλα, εννοούσε την πάλη των πραγμάτων η οποία ενδεχομένως να είναι απαραίτητη για να αφήσει ένα αποτέλεσμα. Σκεφτείτε ακόμα και σε προσωπικές διεργασίες, πόσα αντίρροπα πράγματα συμβαίνουν μέσα στο μυαλό μας, τα οποία πολεμάνε μέχρι να καταλήξουμε κάπου.

● Τι μπορεί να μας αποκαλύψει η τέχνη;

Γ.Β.: Στο θέατρο μπορεί να θριαμβεύσει το κακό ακριβώς γι’ αυτό, για να το καταγγείλεις. Καταγγέλλεις το αρνητικό, αυτό που πρέπει να αποφύγεις. Είναι πολύ μεγάλη τέχνη, νομίζω.

Γ.Σ.: Συμφωνώ απόλυτα στο ότι η τέχνη είναι ένα πεδίο δοκιμών, όπου έχουμε τη δυνατότητα να τρέξουμε σενάρια. Η σύγχρονη τέχνη περισσότερο ίσως, αν και είμαι σίγουρος ότι και η παλιά το κάνει, μας δείχνει αυτόν τον εσωτερικό πόλεμο των ανθρώπων. Πάντα εξωραΐζουμε τις εμπειρίες μας. Αφού τις ζήσουμε, φαίνονται όλες μονόδρομος και ξεχνάμε πόσο δύσκολο ήταν να επιλέξεις το σωστό ή τα λάθη που κάνουν οι άνθρωποι.

● Πώς βλέπετε τον άνθρωπο του μέλλοντος;

Γ.Σ.: Για πρώτη φορά στη ζωή μου είμαι απαισιόδοξος για το μέλλον, ενώ πάντα έλεγα: «Ελα μωρέ, θα τα καταφέρουμε». Εκτός αν η ανθρωπότητα λίγο πριν φτάσουμε στο τέλμα κάνει κάποιο κόλπο, έρθει π.χ. κάποιο ώριμο και δημιουργικό μυαλό και μας δείξει έναν άλλο δρόμο.

Γ.Β.: Συμφωνώ απόλυτα με τον Γιάννη. Επίσης, ένα πράγμα εξαιρετικά επικίνδυνο είναι το κουμπί ή η εξέλιξη αυτού το touch. Το ακουμπάς σαν θεός. Εγώ έτσι έχω φανταστεί τον θεό, να ακουμπάει κάτι και να γίνεται μια ήπειρος. Αυτό δίνει την εντύπωση στις ανώριμες ηλικίες, στα μωρά, στους ανώριμους εγκεφάλους ότι τα πράγματα είναι εξαιρετικά εύκολα. Η ζωή όμως δεν είναι καθόλου εύκολη. Μεγαλώνει και εκπαιδεύει καινούργια μωρά που είναι πεπεισμένα ότι όλα θα γίνονται με ένα touch. Αυτό κάνει τις δυνάμεις τους και την προσπάθειά τους να αδρανούν. Τους επιτήδειους και τους δυνατούς τούς βολεύει εξαιρετικά γιατί βγαίνουν ανεκπαίδευτοι και αγύμναστοι «στρατιώτες» στο πεδίο της ζωής.

Γ.Σ.: Καθώς οι μηχανές υποκαθιστούν τον άνθρωπο οδηγούμαστε σε μια τρομερή μοναξιά όπου έρχονται οι μηχανές και τα ΑΙ τα οποία εξυπηρετούν κάθε μας επιθυμία, ανάγκη, πάθος. Σταματάμε να αλληλεπιδρούμε με άλλους ανθρώπους με αποτέλεσμα να ξεχνάμε πώς είναι να συμβιβάζεσαι. Η λύση για μένα είναι επιστροφή και στα βιβλία, στις παρέες, στους ανθρώπους, στα θέατρα, να πάμε να συγχρωτιστούμε με ανθρώπους για δυο ώρες, να θυμηθούμε πώς είναι να είσαι μαζί τους.