ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Αθηνά Κουφοπάνου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Σε μια από τις φτωχότερες γειτονιές της Ισπανίας, την Πουέντε ντε Βαγιέκας, η θερμοκρασία φέτος το καλοκαίρι έφτανε τους 41,4 βαθμούς Κελσίου. Ηταν απομεσήμερο. Μερικά μέτρα πιο κάτω, το θερμόμετρο έπεφτε στους 38, 6 βαθμούς. Τη θερμοκρασιακή διαφορά –που δεν είναι πολύ σημαντική, γίνεται όμως τουλάχιστον ανεκτή σε συνθήκες μεσογειακού καύσωνα– την κάνουν τα δέντρα.

Ακτιβιστικές οργανώσεις στη Μαδρίτη υποστηρίζουν ότι ειδικά οι φτωχογειτονιές της πόλης χάνουν τη δενδροκάλυψή τους, γι’ αυτό πιέζουν για περισσότερες δενδροφυτεύσεις.

Στην Ελλάδα το ζήτημα της δενδροφύτευσης δημόσιων χώρων μετά και τις πρόσφατες πυρκαγιές που έφτασαν μέσα στις πόλεις επανέρχεται σχεδόν δραματικά. Η κλιματική αλλαγή, η απαίτηση για ανθεκτικές πόλεις δημιουργούν σύνθετες προκλήσεις και εγείρουν ερωτήματα που πρέπει άμεσα να απαντηθούν με εφικτές βιώσιμες λύσεις. Για δεκαετίες το πράσινο στα τσιμεντοποιημένα ελληνικά αστικά κέντρα ήταν «υπό διωγμόν». Τώρα είναι «σανίδα σωτηρίας» για περισσότερο δροσισμό και καλύτερη ποιότητα αέρα.

Η έρευνα που εκπονήθηκε από τον υποψήφιο διδάκτορα Νικόλαο Συλλίρη, με την επίβλεψη του καθηγητή του τμήματος Μηχανικών Χωροταξίας και Ανάπτυξης του ΑΠΘ Απόστολου Παπαγιαννάκη, απέδειξε ότι ο δείκτης θερμικής άνεσης στη Θεσσαλονίκη θα μειωνόταν έως και 10 βαθμούς εάν φυτεύαμε περισσότερα δέντρα!

Μελετήθηκαν οι επιπτώσεις του φαινομένου της αστικής θερμικής νησίδας σε επιλεγμένους οδικούς άξονες του πολεοδομικού συγκροτήματος της Θεσσαλονίκης, συγκρίνοντας την υφιστάμενη κατάσταση με εναλλακτικά σενάρια παρεμβάσεων που θα μπορούσαν να βελτιώσουν το αστικό μικροκλίμα και την ποιότητα του αέρα.

Οπως εξηγεί ο κ. Συλλίρης, «η μελέτη εστιάζει σε τρεις χαρακτηριστικές περιοχές της Θεσσαλονίκης: το ιστορικό κέντρο της πόλης, την περιοχή Ντεπώ στα ανατολικά και τον Εύοσμο στα δυτικά. Οι περιοχές επιλέχθηκαν με βάση συγκοινωνιακά, πληθυσμιακά, χωρικά, τεχνολογικά, μετεωρολογικά και κοινωνικοοικονομικά κριτήρια». Σε κάθε περιοχή εξετάστηκαν οι οδοί με τον δυσμενέστερο δείκτη θερμικής άνεσης: η Παλαιών Πατρών Γερμανού, η 25ης Μαρτίου και η Καραολή & Δημητρίου, καθώς και οι οδοί με τους υψηλότερους κυκλοφοριακούς φόρτους που είναι η Ι. Τσιμισκή, η λεωφόρος Βασιλίσσης Ολγας και η οδός Καραολή & Δημητρίου στα δυτικά.

Ο φυσικός σκιασμός μειώνει αισθητά τον δείκτη θερμικής άνεσης

«Τα σενάρια βελτιώσεων που εξετάστηκαν στη διάρκεια της μελέτης μέσω λογισμικού προσομείωσης του μικροκλίματος περιλαμβάνουν: 1) τη βασική αναβάθμιση του δημόσιου χώρου των επιλεγμένων οδών με την ενίσχυση των δενδροφυτεύσεων, τη δημιουργία πράσινων δωμάτων, καθώς και την αντικατάσταση των επιφανειακών συμβατικών υλικών με βιοκλιματικά, όπως ψυχρά υλικά με υψηλή αντανακλαστικότητα, πορώδη και υδατοπερατά δάπεδα και φωτοκαταλυτικά υλικά και 2) τον ριζικό μετασχηματισμό της λειτουργίας των οδών με την εφαρμογή επεμβάσεων βιώσιμης κινητικότητας όπως μέτρα ήπιας κυκλοφορίας, ηλεκτροκίνηση στο 50% της κυκλοφορίας και ολικές πεζοδρομήσεις.

Να τονιστεί ότι σε αυτά τα σενάρια η ανάκτηση του δημόσιου χώρου από τα αυτοκίνητα επιτρέπει την περαιτέρω ενίσχυση των πράσινων υποδομών στις οδούς που εξετάστηκαν», λέει ο καθηγητής του τμήματος Μηχανικών Χωροταξίας και Ανάπτυξης του ΑΠΘ επιβλέπων της έρευνας Απόστολος Παπαγιαννάκης.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα αυτής της μελέτης, ο δείκτης θερμικής άνεσης μειώνεται από 2,4 έως 9,8 βαθμούς Κελσίου και βασικοί κυκλοφοριακοί ρύποι όπως το οξείδιο του αζώτου και τα μικροσωματίδια αντίστοιχα μειώνονται από 15,8% έως 86,5% και από 2,7% έως 5,5%.

Αξίζει, μάλιστα, να σημειωθεί ότι ο φυσικός δροσισμός αναδεικνύεται ως η βασικότερη στρατηγική βελτίωσης της θερμικής άνεσης. Ειδικότερα, ο μερικός ή ολικός αποκλεισμός της κυκλοφορίας προς όφελος της αύξησης του πρασίνου στον δημόσιο χώρο της οδού, σε συνδυασμό με την εφαρμογή βιοκλιματικών υλικών επιφέρουν αξιοσημείωτη μείωση της θερμοκρασίας αέρα και επιφάνειας καθώς και της θερμικής καταπόνησης.

Οσον αφορά την ατμοσφαιρική ρύπανση, η μείωση και απαγόρευση της κυκλοφορίας των οχημάτων οδηγούν σε σημαντική πτώση των επιπέδων οξειδίου του αζώτου και των αιωρούμενων σωματιδίων, τα οποία συνδέονται άμεσα με αναπνευστικές παθήσεις και πρόωρη θνησιμότητα σε αστικά περιβάλλοντα. Η ηλεκτροκίνηση προσφέρει σημαντική μείωση των οξειδίων του αζώτου, όμως δεν μειώνει αισθητά την ύπαρξη των μικροσωματιδίων και δεν δίνει τη δυνατότητα επανασχεδιασμού των οδών για αύξηση της βλάστησης και της διαπερατότητας, επειδή ο κυκλοφοριακός φόρτος και το χωρικό αποτύπωμα των οχημάτων παραμένει αναλλοίωτο.

Επαναπροσδιορίζοντας τον δημόσιο χώρο: ένας ανοιχτός διάλογος

Ο υποψήφιος διδάκτορας και πρόεδρος του ΤΕΕ/ΤΔΜ Νίκος Συλλίρης εξηγεί ότι η κλιματική αλλαγή αλλά και η εμπειρία του COVID-19 έχουν επιδράσει ριζικά στον δημόσιο χώρο:

«Η κλιματική αλλαγή αποτελεί καθοριστικό παράγοντα μετασχηματισμού του δημόσιου χώρου, καθώς η αύξηση της θερμοκρασίας, τα κύματα καύσωνα και οι πλημμυρικοί κίνδυνοι επιβάλλουν νέες σχεδιαστικές στρατηγικές. Ο αστικός σχεδιασμός πλέον ενσωματώνει φυσικές υποδομές προσαρμογής, όπως για παράδειγμα αύξηση δενδροφυτεύσεων, πράσινες στέγες, κάθετους κήπους με στόχο τη θερμική άνεση και τη μείωση του φαινομένου της αστικής θερμικής νησίδας. Η ανάγκη για ανθεκτικές πόλεις καθιστά τον δημόσιο χώρο στρατηγικό εργαλείο για την περιβαλλοντική διαχείριση.

»Η υιοθέτηση έξυπνων τεχνολογιών έχει προσδώσει νέες διαστάσεις στον δημόσιο χώρο, ενσωματώνοντας αισθητήρες έξυπνου φωτισμού και ψηφιακές υποδομές. Παράλληλα όμως αναδεικνύονται και ζητήματα κοινωνικής ισότητας και προσβασιμότητας, καθώς η κατανομή των δημόσιων χώρων αντικατοπτρίζει κοινωνικές ανισότητες. Το δικαίωμα στην πόλη και η συμμετοχική διαχείριση του δημόσιου χώρου αποτελούν πλέον βασικούς άξονες σχεδιασμού.

»Η εμπειρία της πανδημίας COVID -19 επιτάχυνε την τάση προς προσωρινές και ευέλικτες παρεμβάσεις όπως pop-up πάρκα, πεζοδρομήσεις, tacticalurbanism (χαμηλού κόστους παρεμβάσεις σε δημόσιους χώρους) που προσδίδουν προσαρμοστικότητα στον δημόσιο χώρο. Οι αστικές αρχές πειραματίζονται με αναστρέψιμες λύσεις που μπορούν να ανταποκριθούν σε κοινωνικές περιβαλλοντικές και υγειονομικές κρίσεις».