Πριν από τρία χρόνια, ο κ. Γεωργιάδης είχε χαρακτηρίσει «μουρλούς» τους κατοίκους των Αγράφων που προσέφευγαν στο Συμβούλιο της Επικρατείας για να μπλοκάρουν την ίδρυση αιολικού πάρκου στα βουνά τους, κάτι που θα συντελούσε, κατά τη γνώμη του, στο να έχουμε όλοι μας φθηνότερο ρεύμα.
Σήμερα, τρία χρόνια μετά, η Ελλάδα λίγο απέχει από το να γίνει η μπαταρία της Ευρώπης, με τις υπόπτως καμένες κορυφογραμμές της κατειλημμένες από ανεμογεννήτριες, αλλά η τιμή του ρεύματος αυξάνεται. Είναι μια μουρλή κατάσταση, για την οποία σίγουρα δεν ευθύνονται οι εχέφρονες αντιδρώντες.
Ομως, ο έξαλλος Πρώην Τηλεπωλητής Νανογιλέκων, που υποδύεται εδώ και πολλά χρόνια τον υπουργό, μας θύμισε μια ωραία λέξη. Μουρλός! Είναι, σύμφωνα με το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, αυτός που ξεφεύγει από τη λογική, που τον χαρακτηρίζει η τρέλα, είναι ο τρελός, ο παλαβός, ο παράφρων, ο ζουρλός, ο ανισόρροπος. Είναι επίσης αυτός που κάνει πράγματα παράτολμα, που δεν συνηθίζει να κάνει ένας λογικός, ένας εχέφρων άνθρωπος, αλλά «μουρλός» είναι κι ο ξετρελαμένος με κάτι, αυτός που του αρέσει κάτι πολύ.
Δεν είναι βέβαιη η ετυμολογία της λέξης. Πιθανώς, λέει το Λεξικό, να προέρχεται από το «μουρολόγος» < «μωρολόγος» (αυτός που λέει ανοησίες), ή από τον συμφυρμό των λέξεων «μωρός» και «λωλός». Οπως και να ’χει, ο «μουρλός» αποτελεί μια νοηματική αξία για την ελληνική γλώσσα, δείχνοντας πως γενικώς, ως λαός, τη βίδα μας την έχουμε από αρχαιοτάτων χρόνων, και με την καλή και με την κακή έννοια.
Οταν έχουμε αναστάτωση, θόρυβο ή κοσμοσυρροή, λέμε πως γίνεται «της μουρλής» – και όχι «του μουρλού», να παρατηρήσω… Ο σεξισμός στην κοινωνία αντανακλάται ασφαλώς στη γλώσσα, η οποία ως φορέας διαμόρφωσης της σκέψης επηρεάζει με τη σειρά της τις ανθρώπινες σχέσεις. Ας πούμε, υπάρχουν κι άλλες αστείες, παραστατικότατες λέξεις της καθομιλουμένης που καταθέτουν την ίδια μαρτυρία για τον σεξισμό στη γλώσσα: έχουμε τη «μουρλοπαντιέρα», που είναι η άμυαλη και επιπόλαιη γυναίκα, αλλά και τη «μουρλαίγκω», με αι, όπως ορθογραφεί τη λέξη το Λεξικό (με συνώνυμα τα «τρελαίγκω» και «τρελοκαμπέρω»), από το «μουρλαίνω», που σημαίνει «κάνω κάποιον τρελό», τον «εκνευρίζω», αλλά και τον «ξεμυαλίζω», τον «ξετρελαίνω», ενώ στον μεσοπαθητικό τύπο (μουρλαίνομαι) το ρήμα σημαίνει «παλαβώνω».
Εχουμε λοιπόν το στερεότυπο της μουρλής γυναίκας συχνό στη γλώσσα, ενώ δεν υπάρχουν, ας πούμε, ούτε «μουρλοπαντιέρος», ούτε «τρελαίγκος», ούτε «μουρλαίγκος». Το «τρελοκαμπέρος» υπάρχει μεν, αλλά δεν πολυχρησιμοποιείται – στην παραδοσιακή ελληνική οικογένεια, η γυναικεία τρέλα, η «υστερία», ήταν εντελώς απαράδεκτη. Μια γυναίκα δεν άφηνε τον εαυτό της να ξεσπάσει, εκτός κι αν ήθελε να της κολλήσουν το «μουρλοπαντιέρα» διά βίου, ενώ το να είναι ένας άντρας μουρλός για κάτι, για την πολιτική ή το ποδόσφαιρο, ας πούμε, ήταν μια κατάσταση ενοχλητική μεν, πλην όμως ανεκτή.
Δεν είναι τυχαίο πως είναι θηλυκού γένους το ουσιαστικό «μούρλια» (από το «μουρλός»), οτιδήποτε πολύ ωραίο, όπως ένα καλομαγειρεμένο φαγητό ή ένα κομψό ρούχο, καθώς και τα δύο, και η μαγειρική και η ένδυση, θεωρούνταν γυναικείες αρμοδιότητες…
Πάντως, για να το μαζεύουμε το θέμα, από πολιτική άποψη ο Αλλόφρων Τηλεβιβλιοπώλης, ο Υπουργός Δημοσίας Ασθενείας, ένα δίκιο το έχει όταν μας λέει όλους μουρλούς και μουρλές. Οχι φυσικά επειδή αντιδρούμε στο ύποπτο νταβατζιλίκι των αιολικών πάρκων, αλλά επειδή τον ψηφίσαμε. Δύο φορές.
