ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ναταλί Χατζηαντωνίου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι ο Κώστας Μουζουράκης αν και κατ’ επιλογή ολιγογράφος ανήκει κατεξοχήν στους εκπροσώπους ενός σκληρού ρεαλισμού με πρωταγωνιστές σύγχρονους περιθωριακούς αντι-ήρωες, που ζουν νουάρ ιστορίες στην ελληνική επαρχία, κινούμενοι κάπου μεταξύ βίαιου κοινωνικού δράματος και μαύρης κωμωδίας. Είναι επίσης ένας εξόχως κινηματογραφικός λογοτέχνης και δεν είναι βέβαια τυχαίο ότι πολλές από τις κριτικές για τα δύο μυθιστορήματά του που κυκλοφορούν από τον Καστανιώτη, «Φίδια στο Σκορπιό» (2010) και «Κακό χαρτί» (2016), ανίχνευαν επιρροές από τον Σαμ Πέκινπα και τον Ταραντίνο έως τον Νίκο Νικολαΐδη.

Οι ήρωές του, σκληροτράχηλοι τύποι που κινούνται στο περιθώριο και ξενυχτούν σε επαρχιακά «κωλόμπαρα», όπως ο «Σκορπιός», femmes fatales που είναι λιγότερο εύθραυστες απ’ ό,τι δείχνουν, διεφθαρμένοι αστυνομικοί και δικαστές, θα μπορούσαν πάντως άνετα να κάνουν παρέα και με τους ήρωες του Γιάννη Οικονομίδη ή του Γιώργου Παλούμπη και του Αντώνη Τσιοτσιόπουλου. Εχουν φυσικά τη δική τους, απολύτως αυτόνομη υπόσταση, όπως έχουν την ικανότητα να οδηγούν τελικά τον αναγνώστη τους, με (καλοδουλεμένο σε κάθε περίπτωση) «πρόσχημα» μια αστυνομική ιστορία, σ’ ένα πεδίο κοινωνικοπολιτικού προβληματισμού. Απ’ όσους δεν έχουν διαβάσει Μουζουράκη έως τώρα, θα το διαπιστώσουν όσοι θα επιδιώξουν να επωφεληθούν από την προσφορά της «Εφ.Συν.» το ερχόμενο Σάββατο 16/8, όταν μαζί με το σαββατιάτικο φύλλο θα δοθεί και το μυθιστόρημά του «Φίδια στο Σκορπιό».

Αυτή ήταν και η αφορμή για να αναζητήσουμε τον 50χρονο λογοτέχνη στο τηλέφωνο, καθώς ζει πια εκτός Αθηνών, στη γενέτειρά του στη Μαγνησία, δηλώνοντας πως είναι αγρότης τον μισό χρόνο και τον άλλο μισό εργάτης, διεκδικώντας όχι έγγαμο βίο με τη συγγραφή, αλλά το δικαίωμα μιας ελεύθερης, ερωτικής σχέσης («Οποτε έχω λίγο χρόνο μ’ αρέσει να γράφω, να αφηγούμαι», λέει ο ίδιος). Στο πλαίσιο αυτής, ωστόσο, έδωσε πρόσφατα δύο διηγήματα που κυκλοφόρησαν στις συλλογές Ελληνικά Εγκλήματα 6 και 7 από τις εκδόσεις Καστανιώτη και ένα στη Σκοτεινή Νήσο των εκδόσεων Κύφαντα. Κι ακόμα «εξακολουθώ», λέει, «να δουλεύω, αργά, πάνω σε ένα μυθιστόρημα που θα πιάνει το νήμα απ’ το “Κακό χαρτί” και θα προχωρά βαθύτερα στην Οθρυ». Αλλά ας επιστρέψουμε στο 2010…

● Κύριε Μουζουράκη, ξεκινώ από την κριτική ενός αναγνώστη για το «Φίδια στο Σκορπιό», όπως την εντόπισα σε μια ιστοσελίδα με απόψεις αναγνωστών: «Πολύ Tom Waits. Chi mai, Ennio Moricone. Bank robber blues, Tiger Lillies. Πολύ καλό. Σαν τη γλυκιά συμμορία του Νικολαΐδη». Πόσο σημαντικός είναι για εσάς ο ήχος στη γραφή; Πόσο ρόλο παίζει ο ρυθμός στην πρόζα σας; Και πόσο ρόλο παίζει η μουσική στη λογοτεχνία ενός ανθρώπου που έχει περιγράψει π.χ. τον θάνατο ως έναν γέρο μαέστρο;

H μουσική παίζει σημαντικό ρόλο, αυτό είναι αλήθεια. Κατά πρώτο λόγο σαν πηγή έμπνευσης· γεννάει συναισθήματα που με τις λέξεις μετατρέπονται σε αντίστοιχες σκηνές. Και είναι επίσης αλήθεια ότι στο «Φίδια στο Σκορπιό», ως πρώτη, άρα πρώιμη, λογοτεχνική απόπειρα, λειτουργεί περισσότερο σαν ήχος. Στη συνέχεια προτίμησα να κρατήσω όχι τόσο τον ήχο και την απευθείας αναφορά στη μουσική, όσο τον ρυθμό. Οι παύσεις, οι δυναμικές, τα εκρηκτικά ξεσπάσματα της ίδιας της γλώσσας της γραφής ως εργαλείο αφήγησης μ’ ενδιαφέρουν πια περισσότερο από τον ίδιο τον ήχο· η μουσική είναι σχολείο ρυθμού.

● Το δεύτερο που εγώ τουλάχιστον βρήκα εξαιρετικά ενδιαφέρον στην ίδια κριτική ήταν η αναφορά στον Νικολαΐδη –και όχι στον Ταραντίνο ή τον Πέκινπα, που θα ήταν ίσως πιο διακριτό. Αναφορά στον Νικολαΐδη έχω διαβάσει και σε κριτική για το μυθιστόρημά σας «Κακό χαρτί». Τι σκέφτεστε γι’ αυτό τον παραλληλισμό με τη σχεδόν αρχετυπική για τη γενιά μας «Γλυκιά συμμορία»;

Δεν υπάρχει τίποτα να σκεφτώ. Η «Γλυκιά συμμορία» καθόρισε, για ένα μέρος της γενιάς μας, τον τρόπο που βλέπουμε την εξουσία, την αυτοκαταστροφή, την αλληλεγγύη, το περιθώριο και τον εαυτό μας μέσα σ’ αυτό· τον τρόπο που βλέπουμε τα πράγματα. Αρχετυπικά και ανεξίτηλα.

● Βέβαια η αναφορά στον Νικολαΐδη μ’ έκανε να σκεφτώ και το ατού της εντοπιότητας και την ικανότητα να κάνετε ένα νουάρ ελληνικό: την ίδια στιγμή που συναντούμε στις σελίδες σας στοιχεία της «εσπεράντο» του νουάρ, του γουέστερν με τον τρόπο του Πέκινπα, του μαύρου χιούμορ του Ταραντίνο, της (τόσο στυγνής που καταντάει σχεδόν σουρεαλιστική) βίας του Κόρμακ ΜακΚάρθι, του στιλιζαρίσματος των κόμικς, την ίδια στιγμή υπάρχει η ελληνική φύση, η ελληνική ιστορία, το ελληνικό πολιτικοκοινωνικό παρόν, οι μνήμες της γενιάς του Εμφυλίου. Σε λογοτέχνες όπως εσείς ή ο Δημοσθένης Παπαμάρκου αυτή η διαδικασία είναι για τους αναγνώστες σας ένα ιδιαίτερα γοητευτικό στοιχείο: το παιχνίδι με δυτικά «αρχέτυπα» και την ελληνική παράδοση. Είναι όμως κι ένα στοιχείο λογοτεχνικής ανανέωσης, μια νέα λογοτεχνική ματιά. Συμφωνείτε;

Κοιτάξτε, έχω την εντύπωση ότι όπως παλιότερες γενιές δημιουργών ενσωμάτωσαν κάποια στιγμή στο έργο τους δυτικά πρότυπα, στη δική μου γενιά λειτούργησε η ακριβώς αντίστροφη διαδικασία. Μεγαλώσαμε ανήκοντας εις την Δύσιν και τα εργαλεία μας ήταν δυτικά εξαρχής. Στην πορεία η εντοπιότητα στρέφει τη ματιά στην ιστορία και την πραγματικότητα γύρω μας· στη βαλκανική μας παράδοση. Τα ίδια εργαλεία αλλά με πιο γνήσιο, πρωτογενές υλικό. Βλέπω σύγχρονους δημιουργούς, νέους, να το κάνουν και συμφωνώ. Είναι μια διαδικασία ανανέωσης, με παλιά, αλλά σχεδόν αχρησιμοποίητα για καιρό, υλικά. Η γραφή του Παπαμάρκου είναι ένα πολύ καλό παράδειγμα, το καλύτερο. Κι αν όντως η Τέχνη έχει κάποια σχέση με την πραγματική ζωή, κάπου έξω και γύρω απ’ το πλαίσιο που ορίζει γι’ αυτήν η σόου μπίζνες και η πάνσοφη αγορά, ίσως αρχίζει να ιχνηλατεί και λίγο προς τα πίσω. Επιλεκτικά κι υποκειμενικά, ως οφείλει, αλλά με την υποψία ότι μπορεί να μην πήγανε τελικά όλα καλά με την αστικοποίηση και τον δυτικότροπο εκμοντερνισμό του τόπου και των ανθρώπων του. Αυτό είναι η καλή εκδοχή. Η κακή είναι βάλε και λίγο φολκλόρ να φτιάξουμε είδος.

● Θεωρούμε το νουάρ κυρίως αστικό είδος. Μας δείξατε ότι άνετα μπορεί να είναι ένα είδος που εκτυλίσσεται στην ελληνική ύπαιθρο. Το επιλέξατε λόγω των καταβολών σας και του περιβάλλοντος όπου αισθάνεστε εσείς οικειότερα ή απλά εκεί σας πήγε η έμπνευση;

Νομίζω και τα δύο. Σίγουρα είχε να κάνει και με τη μετάβαση από την Αθήνα και την αστική ζωή, στην επαρχία. Κάπως σαν να γυρνάς στο χωριό με εργαλεία από την πόλη. Το περιβάλλον είναι οικείο και η ιστορία είναι εκεί αν θες να την ξεθάψεις. Είναι λίγο πιο τίμιο· τώρα λογοτεχνία κάνουν κι οι μηχανές, που δεν έχουν εντοπιότητα.

● Το νουάρ είναι βέβαια πάντοτε κι ένας κοινωνικοπολιτικός καθρέφτης. Ευδιάκριτο αυτό και στο «Φίδια στο Σκορπιό». Πώς τιθασεύσατε όμως τον κίνδυνο να γίνετε διδακτικός ή ιεροκήρυκας; Σε τι βαθμό σας επηρέασε η κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα; Π.χ. στην πρώτη σκηνή η ληστεία μιας τράπεζας από τη συμμορία που παίζει ρόλο στην πλοκή σας, εμένα μου προκάλεσε τον συνειρμό των «απαλλοτριώσεων» της «17 Νοέμβρη» και των αρχών της «κοινωνικής ληστείας», όπως είχαν διατυπωθεί πριν από τη δράση της.

Εδώ είναι που κανονικά πρέπει να πούμε «καταδικάζω τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται». Ομως η κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα μας επηρεάζει έτσι κι αλλιώς· μέσα της ζούμε. Ακόμα και το να μην αναφέρεσαι σ’ αυτήν είναι μια κοινωνικοπολιτική επιλογή. Ο κίνδυνος να γίνεις διδακτικός υπάρχει όταν επιλέγεις να πάρεις θέση, κι εγώ θα ’θελα να τον είχα τιθασεύσει περισσότερο· στο πρώτο βιβλίο ξεμπουκώνεις. Θέλει προσπάθεια. Πλέον προτιμώ να δίνω την οπτική μου για τα πράγματα μέσα από την εξιστόρηση των γεγονότων, από την ίδια την αφήγηση. Οσο για τους κοινωνικούς ληστές και τη «17 Νοέμβρη», η τέχνη των καταπιεσμένων πάντα υμνούσε τα κατορθώματα των ανταρτών της τάξης τους. Ηταν και πηγή έμπνευσης. Πέρα από την απόδοση φόρου τιμής, είναι, πάντα ήταν, ένας τρόπος να μην εκτοπιστούν, με τη λυσσαλέα αναθεώρηση της ιστορίας, από τη συλλογική μνήμη.

● Υπάρχουν λοιπόν πραγματικά γεγονότα ή πρόσωπα που ενέπνευσαν την αφήγησή σας;

Προφανώς. Πάντα υπάρχουν. Δημιούργημα της φαντασίας μου είναι μόνο η πλοκή. Οι πρωταγωνιστές συνήθως προκύπτουν από τη μίξη υπαρκτών προσώπων, αλλά υπάρχουν και πραγματικοί χαρακτήρες που εισήλθαν αυτούσιοι σαν αυτόκλητοι κομπάρσοι. Οπως πραγματικά είναι και τα περιφερειακά της πλοκής γεγονότα.

● Και οι χώροι; Κάνετε βόλτα, πίνετε ένα ποτό στους χώρους που πρωταγωνιστούν στην αφήγησή σας;

Η γραφή είναι μια καλή αφορμή για να πας εκεί που ίσως δεν θα πήγαινες ποτέ. Πηγαίνω, κι αυτό που κοιτάω είναι οι λεπτομέρειες. Μια-δυο χαρακτηριστικές λεπτομέρειες αποδίδουν καλύτερα από κατεβατά ανελέητων και κουραστικών περιγραφών.

● Το γεγονός ότι ασκήσατε διαφορετικά επαγγέλματα (διάβασα ότι έχετε εργαστεί κατά καιρούς ως μπάρμαν, ηλεκτρολόγος, αφισοκολλητής, διανομέας φυλλαδίων, ταχυμεταφορέας, βιβλιοδέτης) ερχόμενος σε επαφή με διαφορετικές ομάδες ανθρώπων, σας βοήθησε να οξύνετε την παρατηρητικότητά σας;

Δεν ξέρω αν αυτό οξύνει την παρατηρητικότητα, αλλά σίγουρα σε προσγειώνει στη σκληρή πραγματικότητα. Ή σε απογειώνει, στις σπάνιες υπερβάσεις της. Κι έτσι οι άνθρωποι για τους οποίους γράφεις δεν είναι καρικατούρες ανθρώπων. Αλλωστε δεν είμαι κάποιος επαγγελματίας λογοτέχνης που μελετά τους ανθρώπους στους χώρους όπου ζουν και εργάζονται. Αγρότης είμαι, τον μισό χρόνο, και τον άλλο μισό εργάτης. Οποτε έχω λίγο χρόνο μ’ αρέσει να γράφω, να αφηγούμαι. Γράφω αυτά γι’ αυτά που ζω, δεν επιχειρώ να ζήσω αυτά που θέλω να γράψω.

● Σε ποιο βαθμό σας επηρέασε ο Ζαν-Πατρίκ Μανσέτ; Αναφέρομαι λιγότερο στο νεο-πολάρ και περισσότερο στην πολιτική στάση ενός λογοτέχνη (αν βέβαια μπορεί κανείς να διαχωρίσει τη «σχολή» του νεο-πολάρ και δη του Μανσέτ από την πολιτική θέση).

Ο Τσάντλερ μ’ έκανε ν’ αγαπήσω το νουάρ· ο Μανσέτ μ’ έκανε να γράψω. Θα τον λάτρευα κι απλώς ως δημιουργό, αλλά έχετε δίκιο, είναι αδύνατον να διαχωρίσει κανείς τον Μανσέτ ως συγγραφέα από την πολιτική του στάση. Ο ίδιος φρόντιζε γι’ αυτό δημόσια κι ανοιχτά· το νουάρ είναι όπλο βίαιης κοινωνικής παρέμβασης, έλεγε. Με την έννοια ότι λέει στο κοινό πράγματα τα οποία δεν έχει απαραίτητα όρεξη ν’ ακούσει. Εσπασε το στερεότυπο που ήθελε χώρια τον συγγραφέα από τον πολιτικοκοινωνικά δρώντα άνθρωπο και το έκανε με τον καλύτερο τρόπο. Κι έτσι απελευθέρωσε κι εμάς τους υπόλοιπους.

● Κι εσάς δεν φαίνεται να σας ενδιαφέρει το αστυνομικό αίνιγμα, παρά μόνον σαν εργαλείο αποκάλυψης της κοινωνικής παρακμής και της πολιτικής διαφθοράς…

Ισχύει, σε μεγάλο βαθμό. Αλλά επίσης ισχύει ότι το μυστήριο προσθέτει στην αφήγηση το αίσθημα της αγωνίας, κρατάει τον αναγνώστη, όπως και τον ακροατή, σε εγρήγορση. Οι άνθρωποι που τους αρέσει να αφηγούνται πάντα το ήθελαν αυτό.

● Αν εξακολουθεί το μυθιστόρημα να συνδέεται με την ταξικότητα όπως μας το έμαθε η μεγάλη γαλλική λογοτεχνία, εσείς αισθάνεστε κοινωνικά στρατευμένος;

Εχω την εντύπωση ότι, κατά βάθος, το μυθιστόρημα συνδέεται με την ταξικότητα, την όποια ταξικότητα, είτε το θέλει είτε όχι. Δεν υποστηρίζω όμως, σε καμία περίπτωση, ότι ο δημιουργός οφείλει να ασκεί κοινωνική κριτική. Τίποτα δεν οφείλει, σε κανέναν. Δεν οφείλει να είναι κοινωνικά στρατευμένος. Εγώ είμαι.

● Στο «Φίδια στο Σκορπιό» περιγράφετε διεφθαρμένους θεσμούς από τη μια και μοναχικούς, βίαιους ανθρώπους που ψάχνουν τη δική τους δικαιοσύνη. Ολα αυτά το 2010. Σήμερα, το 2025, ακόμα ένα καλοκαίρι στο οποίο έχουμε ζήσει εν τω μεταξύ τα Τέμπη, τις υποκλοπές, τον ΟΠΕΚΕΠΕ, τι ισχύει;

Σήμερα, κατά τη γνώμη μου, η πραγματικότητα στην οποία ζούμε είναι πιο ζοφερή από ποτέ. Αν τότε, στην αρχή της κρίσης, το θέμα ήταν ο προσωπικός αξιακός κώδικας και η προσωπική αξιοπρέπεια, σήμερα το θέμα είναι η συλλογική επιβίωσή μας. Και η συλλογική αξιοπρέπειά μας. Αυτά απαιτούν συλλογικές απαντήσεις, αυτό που μας λείπει δηλαδή. Μέχρι τότε, η αυτοδικία θα προκύπτει από τις συνθήκες, πιο πολύ από ποτέ. Θέλω να πω, βλέπετε τι γίνεται με τη δικαιοσύνη. Κάποιοι θα πουν ότι έτσι θα γίνουμε ζούγκλα. Κι όμως, στη ζούγκλα είναι καλύτερα. Εκεί δεν υπάρχουν ψευδαισθήσεις για θεσμική απόδοση δικαιοσύνης. Δείτε και σε διεθνές επίπεδο, δείτε την Παλαιστίνη.

● Η βία στο έργο σας είναι υπέργεια, η ζωή μας υφίσταται μία διαρκή υπόγεια βία. Η λογοτεχνία είναι για εσάς ένας τρόπος να την εμφανίσετε στο φως, να επισημάνετε τι μας συμβαίνει;

Ετσι είναι. Αφηγούμαι μικρογραφίες πολέμου.