Η Φινλανδία έγινε διεθνές σημείο αναφοράς στις αρχές του 2000, όταν οι μαθητές της κατέκτησαν κορυφαίες θέσεις στις διεθνείς αξιολογήσεις PISA, χωρίς φροντιστήρια, χωρίς συνεχείς εξετάσεις και χωρίς ανταγωνισμό. Η διάκρισή της αυτή προκάλεσε διεθνές ενδιαφέρον, καθώς ήρθε από μια μικρή χώρα που δεν είχε υιοθετήσει τις «μεταρρυθμίσεις» που προωθούσαν οι ισχυροί της παγκόσμιας εκπαίδευσης.
Ομως ο Pasi Sahlberg ασκεί αυστηρή κριτική στον διεθνή διαγωνισμό PISA, τον οποίο χαρακτηρίζει «παγκόσμιο διαγωνισμό ομορφιάς» που υποβιβάζει την πολυπλοκότητα των εκπαιδευτικών συστημάτων σε απλούς πίνακες κατάταξης. Θεωρεί ότι μπορεί να λειτουργήσει μόνο ως δευτερεύον εργαλείο εκπαιδευτικής διάγνωσης, ποτέ ως οδηγός πολιτικής, καθώς το PISA μετρά ένα περιορισμένο και συχνά παραπλανητικό τμήμα της πραγματικότητας, αγνοώντας κρίσιμες πτυχές, όπως η ισότητα, η ευημερία και η δημιουργικότητα. Επισημαίνει ότι η εμμονή στην άνοδο των δεικτών τροφοδοτεί μια επικίνδυνη κουλτούρα πίεσης και ανταγωνισμού, που υπονομεύει την ολόπλευρη ανάπτυξη των μαθητών. Στο «Φινλανδικά Μαθήματα 3.0» («Finnish Lessons 3.0») προειδοποιεί ότι η άκριτη χρήση του PISA αποπροσανατολίζει τις πολιτικές, θυσιάζοντας τις πραγματικές ανάγκες των σχολείων και των παιδιών στον βωμό της διεθνούς κατάταξης.
Ο εκπαιδευτικός ερευνητής κατέγραψε αυτή την πορεία στο «Finnish Lessons» (πρώτη έκδοση το 2011), ένα βιβλίο που μεταφράστηκε σε σχεδόν 30 γλώσσες (και στα Ελληνικά) και ανέτρεψε στερεότυπα για το πώς επιτυγχάνεται η σχολική αριστεία.
Φέτος κυκλοφόρησε στα ελληνικά η τρίτη του έκδοση, το «Φινλανδικά Μαθήματα 3.0», στο οποίο ο Sahlberg ανανεώνει και επεκτείνει την ανάλυσή του. Αναγνωρίζει ότι οι επιδόσεις των Φινλανδών δεν είναι πλέον στα επίπεδα της «χρυσής» δεκαετίας 2000–2010 και ότι η ισότητα στην εκπαίδευση έχει αρχίσει να υποχωρεί, αλλά εξακολουθεί να αποτελεί θεμέλιο της φιλοσοφίας του συστήματος.
Η Φινλανδία κινήθηκε κόντρα στο διεθνές ρεύμα πολιτικών που ο Sahlberg ονομάζει GERM (Global Education Reform Movement). Σε πολλές χώρες, το GERM σημαίνει τυποποιημένα αναλυτικά προγράμματα, συνεχείς εξετάσεις, πίνακες κατάταξης και ανταγωνισμό μεταξύ σχολείων. Η φινλανδική προσέγγιση, αντίθετα, βασίστηκε στην εμπιστοσύνη, τη συνεργασία και την ισότητα.
Κεντρικό ρόλο για τους Φινλανδούς έχουν πάντα οι εκπαιδευτικοί: όλοι είναι κάτοχοι μεταπτυχιακού τίτλου, για τον οποίο βέβαια η φοίτησή τους είναι δωρεάν. Οι μισθοί τους είναι ανταγωνιστικοί σε σχέση με άλλους επιστήμονες και η εργασία τους στηρίζεται, αλλά δεν ελέγχεται από την πολιτεία.
Η δε αξιολόγηση των μαθητών είναι διαμορφωτική και υποστηρικτική, χωρίς πανεθνικές εξετάσεις στην υποχρεωτική εκπαίδευση και χωρίς δημόσιες κατατάξεις. Το εθνικό αναλυτικό πρόγραμμα θέτει γενικούς στόχους, αφήνοντας στα σχολεία και στους εκπαιδευτικούς σημαντική ευελιξία για να προσαρμόσουν τη διδασκαλία. Το σχολείο είναι ενιαίο για όλους μέχρι τα 16, χωρίς πρόωρη διαστρωμάτωση, με δωρεάν γεύματα για όλες και όλους και εκτεταμένες υπηρεσίες υποστήριξης.
Η βασική αρχή είναι ότι η ποιότητα προϋποθέτει ισότητα: κάθε παιδί αξίζει καλό δημόσιο σχολείο, ανεξάρτητα από το κοινωνικοοικονομικό του υπόβαθρο. Αυτό μεταφράζεται σε μικρές διαφορές ποιότητας μεταξύ σχολείων, ελάχιστη μαθητική διαρροή και χαμηλά επίπεδα άγχους.
Η φινλανδική εκπαίδευση διατηρεί εδώ και χρόνια μικρά χάσματα επίδοσης μεταξύ των κοινωνικών ομάδων και υψηλά ποσοστά «ακαδημαϊκής ανθεκτικότητας» – δηλαδή μαθητών από μειονεκτικό περιβάλλον που πετυχαίνουν υψηλά αποτελέσματα. Αυτό οφείλεται σε ένα δίκτυο αντισταθμιστικών πολιτικών της όπως: ενισχυτική διδασκαλία, ειδική αγωγή εντός του σχολείου και δωρεάν προσχολική αγωγή για όλα τα παιδιά.
Ωστόσο, την τελευταία δεκαετία εμφανίστηκαν νέες προκλήσεις: η αύξηση των μαθητών με μεταναστευτικό υπόβαθρο, οι περικοπές πόρων μετά την οικονομική κρίση του 2008 και οι αλλαγές στην ειδική αγωγή που ενσωμάτωσαν περισσότερους μαθητές στις γενικές τάξεις χωρίς πάντα επαρκή υποστήριξη. Αυτές οι εξελίξεις αύξησαν λίγο τις ανισότητες, αν και η Φινλανδία εξακολουθεί να βρίσκεται σε πολύ καλύτερη θέση από τον διεθνή μέσο όρο.
Η ενσωμάτωση της τεχνολογίας στη Φινλανδία έγινε προσεκτικά και με κριτήριο την παιδαγωγική της χρησιμότητα. Ολοι οι μαθητές και οι εκπαιδευτικοί έχουν εδώ και πολλά χρόνια πρόσβαση σε ψηφιακά εργαλεία και γρήγορο διαδίκτυο, αλλά η χρήση τους δεν αντικαθιστά τη διά ζώσης διδασκαλία.
Οταν ξέσπασε η πανδημία του Covid-19, αυτή η προετοιμασία απέδωσε: οι εκπαιδευτικοί ήταν ήδη εξοικειωμένοι με τις τεχνολογίες, διέθεταν αυτονομία να προσαρμόσουν τη διδασκαλία και το κράτος τους εμπιστεύtηκε να λάβουν αποφάσεις για τις τάξεις τους. Η μετάβαση στην εξ αποστάσεως εκπαίδευση και η επιστροφή στην τάξη έγιναν γρήγορα και χωρίς μεγάλες απώλειες μάθησης, σε αντίθεση με χώρες που δεν είχαν επενδύσει σε υποδομές και κατάρτιση.
Στη φινλανδική κουλτούρα, η αξιολόγηση των μαθητών είναι μέσο υποστήριξης της μάθησης και όχι μέσο επιλογής ή αποκλεισμού. Η έμφαση δίνεται στην ποιοτική ανατροφοδότηση και στην πρόοδο του κάθε παιδιού, ενώ οι εκπαιδευτικοί βελτιώνουν τη διδασκαλία τους μέσω συνεργασίας, αλληλοπαρατήρησης και κοινών σχεδίων, όχι μέσω τιμωρητικών ελέγχων. Ο Sahlberg επισημαίνει ότι η επαγγελματική αυτονομία και η εμπιστοσύνη είναι πιο αποδοτικά κίνητρα βελτίωσης από την εξωτερική πίεση.
Το «Φινλανδικά Μαθήματα 3.0» δείχνει ότι η εκπαιδευτική επιτυχία μπορεί να επιτευχθεί χωρίς τυποποίηση και σκληρό ανταγωνισμό. Ο συνδυασμός υψηλών προσδοκιών, επένδυσης στους εκπαιδευτικούς, έμφασης στην ευημερία των μαθητών, κουλτούρας εμπιστοσύνης και συνεργασίας οδήγησε σε ένα από τα πιο δίκαια και αποτελεσματικά συστήματα στον κόσμο. Δεν είναι ένα μοντέλο για άκριτη αντιγραφή, αλλά μια υπενθύμιση ότι η εκπαίδευση μπορεί να υπηρετεί ταυτόχρονα την ποιότητα και την ισότητα.
Δυστυχώς η ελληνική εκπαίδευση κινείται σε πολύ διαφορετικό πλαίσιο: η αυτονομία των εκπαιδευτικών είναι πολύ περιορισμένη, η δήθεν αξιολόγηση ταυτίζεται κυρίως με εξετάσεις για τους μαθητές και ένα πολύ αυταρχικό διοικητικό πλαίσιο για τους εκπαιδευτικούς. Το «Φινλανδικά Μαθήματα 3.0» μας δείχνει ότι η πραγματική μεταρρύθμιση δεν είναι θέμα επιπλέον εξετάσεων ή αυστηρότερου ελέγχου, αλλά επένδυσης στους ανθρώπους της εκπαίδευσης, μείωσης των ανισοτήτων και οικοδόμησης εμπιστοσύνης. Αυτές οι αρχές μπορούν να αποτελέσουν πυξίδα για ένα σχολείο που υπηρετεί ουσιαστικά το δημόσιο συμφέρον.
* Εκπαιδευτικός
