Είναι αλήθεια πως αν ο Πάολο Κοέλιο (ο διάσημος Βραζιλιάνος μπεστσελερίστας που έχει καταστρέψει τα… καλύτερα μυαλά της γενιάς του) αναζητά μια ελληνική εκδοχή του σ’ αυτά τα αφελή τσιτάτα που κατασκεύασε κατά καιρούς για μια προκάτ ευτυχία που κατακτιέται εάν εφαρμόσεις με αφοσίωση γκουρού και χριστιανική ταπεινότητα τις προτροπές του, η Μάρω Βαμβουνάκη διεκδικεί επάξια τη θέση. Είτε στα βιβλία της, είτε ακόμα και στα ποστ της, εφευρίσκει ανάλογες προτροπές. Π.χ. «Θέλει κουράγιο η ευτυχία, δεν βολεύει πάντα τις νοσηρές μας συνήθειες, τον παγιωμένο αρνητισμό των λογισμών μας» («Ο ερωτευμένος Πολωνός»). Ή «να χαίρεσαι τις χαρές της ζωής, είναι η πιο επαναστατική στάση. Δείχνει ευγνωμοσύνη, ευχαριστία και πίστη» (ποστ).
Είναι λοιπόν αξιοσημείωτο πώς η Μάρω Βαμβουνάκη, η οποία στη δική μας κλίμακα έχει επίσης δει συχνά βιβλία της να φιγουράρουν στις πρώτες θέσεις των ευπώλητων, απαρνήθηκε εν μιά νυκτί όλα τα διδάγματά της, απαξίωσε και πρόσβαλε με τέτοιο αξιοσημείωτο «παγιωμένο αρνητισμό των λογισμών της» τον Λάνθιμο, το σινεμά του, τους θεατές της «Bugonia», που τον χειροκροτούσαν όρθιοι στο Φεστιβάλ της Βενετίας, αλλά και όσους χαιρόμαστε για τη διεθνή πορεία του. «Ξύπνησα», ποστάρισε, «με την ανάγκη να πω μια κακιούλα… Οπου και να κοιτάξω βλέπω να ξεχειλίζει η εθνική περηφάνια για το πόσα δευτερόλεπτα χειροκρότησαν στο τέλος τη νέα ταινία του Λάνθιμου στη Βενετία. 6 λεπτά; 6,2; 6,3, 6,7;… Εχω δει κάποια έργα του εντυπωσιακής τεχνικής, αλλά δεν μου άρεσαν. Ισως είμαι η μόνη απ’ τους θεατές του αλλά δεν μου αρέσει η θεματολογία, οι χαρακτήρες, η επίγευση, το όποιο νόημα. Οσο για το χειροκρότημα προχθές που τόση αξία έχει για μας ως χώρα, μήπως ο κόσμος χειροκροτούσε ενθουσιασμένος επειδή η ταινία τέλειωσε; Να το σκεφτούμε κι αυτό πριν τρελαθούμε ως λαός από το πολύ καμάρι».
Το ότι ξέφυγε από τις δικές της προτροπές δεν πειράζει. Είναι βέβαιο ότι θα ξαναβρεί το τέμπο της στο επόμενο βιβλίο της. Μια παρατήρηση όμως για τη συγγραφέα που έχει απόλυτο -εξυπακούεται- δικαίωμα να μην αγαπά το σινεμά του Λάνθιμου: αν το (ακόμα και 6λεπτο) χειροκρότημα μετά από μια λαμπερή πρεμιέρα δεν είναι ενδεικτικό της τελικής ετυμηγορίας των θεατών, πολύ περισσότερο δεν είναι τα «ευπώλητα». Εχουμε δει κατά καιρούς να φιγουράρουν σ’ αυτά απίστευτες μετριότητες, εξαιρώντας την ίδια περίοδο βιβλία υψηλής λογοτεχνίας, ποίησης ή δοκιμίου. Τουλάχιστον, ευπώλητα ή μη, εύχομαι να μην αδικούνται από προκατειλημμένους που αποφαίνονται για ένα έργο προκαταβολικά, χωρίς να το ’χουν δει, διαβάσει ή ακούσει.
