«Λιπαρή και γλοιώδης λάσπη από σκόνη ή καπνιά, που προσκολλάται ή σφηνώνεται ανάμεσα σε επιφάνειες, και γενικότερα η βρόμα, η ακαθαρσία, η λίγδα». Ετσι ορίζει το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας τη λέξη «γλίτσα» που παράγει τα επίθετα «γλιτσερός» και «γλιτσιάρικος», καθώς και το ρήμα «γλιτσιάζω», δηλαδή «βρομίζω, λερώνω», αλλά και «καλύπτομαι με γλίτσα, ρυπαίνομαι». Αυτή η αηδιαστική λέξη, η γλίτσα, είναι αβέβαιου ετύμου, λέει το Λεξικό, αναφέροντας ως πιθανή πηγή της είτε τον βουλγαρικό όρο «glinza» είτε το αρχαιοελληνικό «γλίνη», γλίνα στην καθομιλουμένη.
Τώρα, πριν συνεχίσω με την πολύ ενδιαφέρουσα «γλίνα», αισθάνομαι ότι οφείλω να εξηγήσω τι μ’ έπιασε τέλος πάντων να γεμίζω τη σελίδα της εφημερίδας και της ιστοσελίδας με γλίτσα, και μάλιστα το καλοκαίρι, μια εποχή που δεν ενδείκνυται για σιχαμερές λέξεις και έννοιες, αλλά ευνοεί τα ευχάριστα, τα ξεκούραστα, τα δροσερά θέματα.
Ε, αυτές οι εξηγήσεις δεν τεκμηριώνονται με επιχειρήματα – αφορούν περισσότερο την αποτύπωση μιας διάχυτης αίσθησης. Με δυο λόγια, νιώθω πως ο όρος «γλίτσα» είναι η πληρέστερη περιγραφή για ό,τι μας περιβάλλει στη δημόσια σφαίρα αυτόν τον καιρό. Δεν θα μπορούσα να αποδώσω καλύτερα με μία λέξη τη διαφθορά των δημόσιων λειτουργών μαζί με την ολιγωρία των ελεγκτικών μηχανισμών και της δικαιοσύνης, και όλα αυτά εντός του δυστοπικού τοπίου της λαϊκής συμμετοχής στην όλη γλιτσιασμένη κατάσταση, για να μην πω συνενοχή σ’ αυτήν.
Αυτή η λίγδα είναι η παραστατικότερη λεκτική περιγραφή αυτής της συλλογικής ανοχής της σήψης: οι πολίτες δημοσίως και δημοσκοπικώς κατακεραυνώνουν τους σεσηπότες, εξωνημένους, επίορκους αξιωματούχους, αλλά βαθιά μέσα τους τούς ζηλεύουν, τους θαυμάζουν που κατάφεραν να γίνουν τόσο λαμόγια όσο οι ίδιοι δεν κατάφεραν ποτέ να καταντήσουν, όχι από ακεραιότητα, όχι από χρηστότητα, αλλά εξαιτίας της ανικανότητάς τους. Οι περισσότεροι άνθρωποι, οι καθημερινοί, οι συνηθισμένοι, αυτοί που οι δημαγωγοί αποκαλούν «κυρίαρχο λαό», είναι, γενικά μιλώντας, τίμιοι επειδή αδυνατούν να γίνουν άτιμοι. Ετσι, ασφαλώς κι έχουν, έχουμε, τα καθεστωτικά λαμόγια που μας αξίζουν, που τους κάναμε ανθρώπους, πρώτες μούρες, με την ψήφο μας. Την οποία κάποιοι άνθρωποι της διπλανής πόρτας, ή της διπλανής στάνης, πληρώθηκαν αδρά για να τη ρίξουν, ε; Να μη μιλήσουμε τώρα ούτε για εκείνο το αδιανόητο σαραντακατό, ούτε για τις 23 χιλιάδες ψήφους που έλαβε ο Κώστας Καραμανλής στας Σέρρας μερικούς μήνες μετά το Εγκλημα των Τεμπών.
Γλίτσα, λοιπόν, παντού, που ίσως ετυμολογείται από τη γλίνα, που είναι το λίπος του κρέατος, που με τον βρασμό αποβάλλεται ως λιπαρή γλοιώδης ουσία – συνώνυμα: βρομιά, λίγδα. Η γλίνα, από το ινδοευρωπαϊκό «gleiΔεν είναι μια εντυπωσιακή οικογένεια λέξεων αυτή; Από τη γλίτσα, τη μεταφορική βρομιά της προϊούσας καθετοποιημένης, από τα πάνω προς τα κάτω, κοινωνικής διαφθοράς, μέχρι τους γλίσχρους μισθούς, αλλά και τους γλίσχρους ανθρώπους που προσκολλώνται στους έχοντες και κατέχοντες για να αποκομίσουν οφέλη, για να τα ’κονομήσουν…
