Οταν πήγα στο βιβλιοπωλείο «Επί λέξει» για να ενημερωθώ για τις πρόσφατες εκδόσεις και να προμηθευτώ τα βιβλία μου, στα χέρια μου έπεσαν οι ημερολογιακές σημειώσεις του ποιητή Γιώργου Μαρκόπουλου με τον τίτλο: «Σε πλάγιο φωτισμό: κείμενα για πρόσωπα, γεγονότα, ημέρες» (εκδ. Κέδρος, 2025). Πέρασα την ανοιξιάτικη νύχτα αγκαλιά μ’ έναν τύπο γραφής ο οποίος πράγματι έχει τα χαρακτηριστικά της «αιωρούμενης γραφής». Ο συγγραφέας γράφει για τις καθημερινές στιγμές της ζωής του, για τις παρέες του, για τις φιλίες του, για τις συντροφιές του με τρόπο «ανθρώπινο – πολύ ανθρώπινο» (κατά τον Nίτσε). Ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται πως ο ποιητής Μαρκόπουλος δεν μπορεί να ξεφύγει από τα δεσμά της ποιητικής δημιουργίας του. Σ’ αυτό το πόνημά του δεν γράφει ποίηση. Χρησιμοποιεί τις λέξεις και τη γλώσσα για να περιγράψει γήινες εμπειρίες και βιώματα ζωής, τα οποία συναπαρτίζουν αυτό που ο ίδιος ονομάζει «χαρούμενη περίοδο» της Μεταπολίτευσης.
Ο Μαρκόπουλος γεννήθηκε το 1951 και χωρίζει το βιβλίο του σε πέντε θεματικές ενότητες (από το 1970 έως το 2019). Προσθέτει δύο υπο-ενότητες: στην πρώτη γίνεται αναφορά στο 1968 και η δεύτερη περιλαμβάνει τα έτη 2020-2023. Μέχρι το 1970 έχουμε να κάνουμε με την ενηλικίωση και την κοινωνικοποίηση του συγγραφέα. Μετέπειτα αρχίζει η «περιπέτεια της γραφής». Για την περίπτωσή του «η περιπέτεια της ποίησης». Μ’ αρέσει η ποίησή του, στην οποία συνεχώς επανέρχομαι κάθε φορά που θέλω να νομίζω πως είναι ποτάμι ο δρόμος που βλέπω. Ας ανατρέξουν οι αναγνώστες στις σελίδες 137-138 (τίτλος 2014, Δεκέμβριος), στις οποίες απαριθμούνται πολλοί λόγοι που απαντούν στο ερώτημα «γιατί γράφω ποίηση;».
Γιατί λοιπόν ο ποιητής Μαρκόπουλος πέρα από την ποιητική δημιουργία του επιλέγει να γράψει ημερολογιακές σημειώσεις για τα βιοτικά θέματα της ζωής του; Αυτό είναι το θεμελιώδες ερώτημα, στο οποίο καλούμαστε εμείς οι αναγνώστες, ο καθένας ξεχωριστά και για τον εαυτό του, να απαντήσουμε. Ας μου επιτραπεί να δώσω τη δική μου προσωπική απάντηση και αυτή είναι η εξής: Το βιβλίο του Μαρκόπουλου «Σε πλάγιο φωτισμό» λειτουργεί ως «συμπλήρωμα» της ποιητικής γραφής του. Και αυτό γίνεται όχι μόνο επειδή επεξεργάζεται τα ίδια θεματικά αντικείμενα για τα οποία γράφει στο ποιητικό έργο του, αλλά προ πάντων επειδή οι δύο τύποι γραφής, δηλαδή η ποιητική από τη μία και η ημερολογιακή από την άλλη, συγκροτούν μια ολότητα γραφής η οποία φιλοδοξεί να «ανακατασκευάσει» το «άλλως είναι» (κατά τον Aντόρνο) της πραγματικότητας.
Τα αντι-επιχειρήματα που διατυπώνονται είναι ήδη γνωστά: η ποιητική γραφή του Μαρκόπουλου είναι ρεαλιστική και ο ίδιος ως δημιουργός δεν ενδιαφέρεται για υψιπετή σχέδια ανθρώπινης μεγαλοσύνης. Η καθημερινότητα των ανθρώπων, ο κοινωνικός βιόκοσμος, οι αγωνίες της βιοπάλης, οι ανεκπλήρωτες ελπίδες και προσδοκίες δεν είναι παρά «πράγματα» που αιωρούνται «από ένα κάτασπρο σύννεφο» (Νίκος Καρούζος).
Τονίζω πως η γραφή του Μαρκόπουλου σ’ αυτό το βιβλίο του είναι «αιωρούμενη». Αυτό σημαίνει πως δεν ανήκει στον τύπο της ποιητικής γλώσσας, η οποία έχει τη δική της δημιουργική λογική, αλλά από την άλλη δεν αντιπροσωπεύει την αναπαραστατική λογική των ρεαλιστικών ημερολογιακών σημειώσεων. Η γραφή στο «Σε πλάγιο φωτισμό» υπαινίσσεται πως δεν μπορεί να είναι η γραφή της λύτρωσης! Ούτε καν η γραφή του ιλαρού φωτός! Είναι μια γραφή-μεταίχμιο ανάμεσα σε μια πραγματικότητα που δεν μπορεί να αναπαρασταθεί και σε μια γλώσσα η οποία αντιμετωπίζει εγγενή δομικά προβλήματα. Ο συγγραφέας του πονήματος ως δεξιοτέχνης της γραφής επινοεί αυτόν τον τύπο γραφής που ονομάζω «αιωρούμενη γραφή» για να υπερβεί το αδιέξοδο των αναπαραστάσεων και των ανασυγκροτήσεων.
Ως τελικό συμπέρασμα των σχολιασμών μου μπορεί να διατυπωθεί το εξής: Ο Γιώργος Μαρκόπουλος έγραψε αυτό το βιβλίο όχι για να κάνει πειραματισμούς στη γλώσσα (όπως προσπαθώ εγώ να καταδείξω), αλλά για να μιλήσει για τη «χαρούμενη Μεταπολίτευση»! Για τα βιώματά του, για τις φιλίες του, για τις ανθρώπινες συναναστροφές.
Στις σελίδες του βιβλίου του παρελαύνουν πάνω από 100 ποιητές, λογοτέχνες, διανοούμενοι και διαπιστώνει ο αναγνώστης ότι όλοι αυτοί με τις ανεξαργύρωτες επικοινωνιακές επαφές τους διαμόρφωσαν τις συνθήκες της χαρούμενης ζωής κατά την περίοδο της Μεταπολίτευσης. Θέτω όμως ένα τελευταίο ερώτημα: Αραγε σ’ όλες αυτές τις ανθρώπινες συναναστροφές της «χαρούμενης Μεταπολίτευσης» δεν υπήρξαν εργαλειακές συνθήκες ανθρωπίνων σχέσεων; Δεδομένου ότι και εγώ προσωπικά συνδέθηκα και συνδέομαι μ’ όλους αυτούς τους πνευματικούς ανθρώπους, αναρωτιέμαι πώς ο Μαρκόπουλος δεν σκόνταψε στις συνθήκες του εργαλειακού Λόγου (Χορκχάιμερ); Γιατί κατασκεύασε τελικά έναν αγγελικό καντιανό ανθρώπινο κόσμο;
* Πολιτικός φιλόσοφος & συγγραφέας
