Η δυστοπική εικόνα ενός υπογείου, ενός απομονωτηρίου και γενικότερα κάθε τύπου εγκλεισμού είναι κάτι που απασχολεί το ανθρώπινο φαντασιακό και διακλαδώνεται σε σκέψεις σχετικές με την οργανωμένη κοινωνική ζωή και τα όρια που θέτει αυτή. Αυτό το ζήτημα, λοιπόν, απασχολεί, πέρα από τη φιλοσοφία, έντονα και τη λογοτεχνία – θα μπορούσαμε να πούμε κατά το μεγαλύτερο μέρος αυτήν. Καθώς μέσω της πλοκής μιας ιστορίας και των υποθετικών σεναρίων της ξεκλειδώνονται εικόνες και σκέψεις που δεν θα μπορούσαν να καταγραφούν αλλιώς.
Ετσι, από τον Ντοστογιέφσκι, τον Οργουελ και από κει στον Κάφκα (αναφέροντας μόνο κάποιους από τους πιο γνωστούς συγγραφείς του είδους), παρατηρούμε αυτό το αποπνικτικό και κλειστοφοβικό κλίμα που τόσο μας γοητεύει, γιατί κατά βάθος μας προβληματίζει. Ο πολυπράγμων Νικήτας Σινιόσογλου στο νέο βιβλίο του, Απομονωτήριο Λοιμύποπτων Ζώων (εκδ. Κίχλη, Αθήνα 2024), σκιαγραφεί τη δική του εκδοχή για το ζήτημα αυτό, με έναν άκρως καυστικό και ταυτόχρονα στοχαστικό τόνο, που δεν χάνει σε καμία περίπτωση από λογοτεχνικό ειρμό, συνοχή και γλωσσική ποιότητα.
Πιο συγκεκριμένα, στην κεντρική ιστορία του βιβλίου περιγράφονται στιγμές από τη ζωή του «Ανεπιτήρητου Παραγωγικού Ζώου», δηλαδή ενός ζωόμορφου όντος με αρκετά ανθρώπινα χαρακτηριστικά, που βρισκόταν, μέχρι τη στιγμή που ξεκινάει η ιστορία, ελεύθερο, αλλά αναζητώντας κάποιο «σπίτι» – ένα σημείο αναφοράς.
Στην αρχή της αναζήτησής του οδηγείται σε έναν οίκο ανοχής, που συμβολίζει ταυτόχρονα όλες τις πρόσκαιρες και εφήμερες απολαύσεις, μέχρι που το κλείνουν στο «Απομονωτήριο Λοιμύποπτων Ζώων», όπως αναφέρει και ο τίτλος του βιβλίου, για οχτώ βράδια. Σε εκείνο το μέρος, μέσα στο οποίο προβαλλόταν –σχεδόν προπαγανδιστικά και υποκριτικά– στους εγκλείστους ο «θετικός» τρόπος ζωής και εγκαρτέρησης της «ευαισθησίας» και της «ενσυναίσθησης» προς τους άλλους, γνωρίζει κάποια πολύ περίεργα όντα, επίσης υβριδικά: μια γάτα, ένας ερημίτης κάβουρας, ένας κύκνος, ένα δελφίνι, ένα λιοντάρι, ένα ελάφι και τέλος μια τίγρης κάνουν σταδιακά την εμφάνισή τους, αφηγούμενα την ιδιαίτερη ιστορία τους. Επτά σε σύνολο ζώα που κλείστηκαν στο απομονωτήριο – πληγωμένα από τη ζωή τους στον κόσμο των ανθρώπων. Με τις αφηγήσεις τους σκιαγραφούν, πέρα από το περιορισμένο πλαίσιο της ανθρώπινης αντίληψης, του πραγματικού αντίκτυπου του πολιτισμού και τις πολλαπλές πλάνες της ιδέας της προόδου, και τις ίδιες τις πήλινες βάσεις της ανθρώπινης γλώσσας, κάθε φορά που προσπαθεί να αντιληφθεί τα όρια μεταξύ της ζωής και του θανάτου.
Στο τέλος του βιβλίου, το οποίο έχει επίσης μεγάλο ενδιαφέρον, το «Ανεπιτήρητο Παραγωγικό Ζώο» καλείται, λόγω της μη προσαρμογής του στο «ένδοξο» αυτό θεραπευτήριο, να αντιμετωπίσει πέρα από τους «ειδικούς επιστήμονες» του απομονωτηρίου και τα άλλα ζωόμορφα όντα, που παρουσιάζονται πλέον με το πραγματικό τους πρόσωπο, ως ουραγοί δηλαδή της καταπίεσης και της όποιας εξουσίας. Καταφέρνει, όμως, να δραπετεύσει εξουδετερώνοντας σε ένα κρεσέντο βίας τον «ειδικό επιστήμονα», που το προετοίμαζε για τη σφαγή του.
Μια ευφάνταστη και καλοδουλεμένη νουβέλα, που για μένα πρέπει να διαβαστεί με προσοχή όπως και τα άλλα βιβλία του συγγραφέα, καθώς έχει να μοιραστεί με τον αναγνώστη της πολλά μυστικά. Μέλλει να δούμε, βέβαια, τις πρωταρχές της ιστορίας αυτής και –γιατί όχι;– κάποια επιπλέον στοιχεία για το μέλλον της στο νέο βιβλίο που έχει προαναγγείλει ο συγγραφέας, ως συνέχεια αυτού.
*Υποψήφιος διδάκτορας στο Τμήμα Φιλοσοφίας του ΕΚΠΑ
