ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Πόπη Φιρτινίδου*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το βιβλίο της Αννας Στεφούλη «Σύνδρομο Γκέκας» (εκδ. Ατέχνως) κυκλοφόρησε στα τέλη του 2024. Το εξώφυλλο το λέει καθαρά: «Αστυνομική νουβέλα», και έχει όλα τα συστατικά ενός «αστυνομικού» πονήματος: ένα έγκλημα τοποθετημένο κοινωνικά, ψυχολογικά, χρονικά και γεωγραφικά, ένα πρόσωπο που προσπαθεί να το εξιχνιάσει, ένα περιβάλλον λίγο ή πολύ σοκαρισμένο, λίγο ή πολύ τραυματισμένο, λίγο ή πολύ τσακισμένο και στο τέλος η αποκάλυψη της αλήθειας και η ανάγκη όσων μένουν πίσω να ζήσουν με τις αλήθειες που αναδύονται στην πορεία.

Η συγγραφέας ρίχνει στα γεγονότα και στα πρόσωπα μια ματιά που μπορεί να χαρακτηριστεί ψυχρή, μα οι λεπτομέρειες που συνοδεύουν τις περιγραφές της μαρτυρούν μια υποδόρια ευαισθησία που δεν μπορεί και δεν πρέπει να μείνει κρυμμένη.

Σκυλόφιλη η ίδια, πρόσεξα ιδιαίτερα τον τίτλο. O Γκέκας είναι ένα ελληνικό κυνηγόσκυλο, ζώο τόσο φύλαξης όσο και συντροφιάς. Στο οπισθόφυλλο γίνεται ερμηνεία του χαρακτήρα του: «υπομονετικό, προσεκτικό, επίμονο…». Στην περιγραφή της γνωριμίας της αστυνόμου Πολυβίου με έναν Γκέκα αρχικά διαβάζουμε: «τα μάτια του ζώου εξέπεμπαν διαρκή ένταση, και επιφυλακτικότητα, σαν να άκουγε να χτυπούν αόρατα καμπανάκια», αλλά λίγες αράδες παρακάτω έρχεται μια τρυφερή σκηνή: «το ζώο τούς πλησίασε, ακούμπησε τα μπροστινά πόδια στα γόνατά της κι άρχισε να της γλείφει τα χέρια! Οταν έσκυψε να χαϊδέψει το πανέμορφο κεφάλι του, αυτός άρχισε να της δίνει φιλιά στα μάγουλα».

Παρά το γεγονός πως η φράση «σύνδρομο Γκέκας» προφανώς παραπέμπει στην ικανότητα της αστυνόμου να λύνει αινίγματα, η σκηνή αυτή μας δίνει το δεύτερο πρόσωπό της, την ικανότητά της να δίνει και να παίρνει υποστήριξη και να συνδέεται.

Αφήνω σε άλλους ειδικότερους να δακτυλοδείξουν τη «σχολή» στην οποία ανήκει η συγγραφέας και να την τοποθετήσουν στο ευρύτερο πεδίο του νουάρ βιβλίου, για να πω πως η πραγματική πρωταγωνίστρια του βιβλίου, κατά τη γνώμη μου, είναι η Θεσσαλονίκη των ημερών μας και η παρακμή της, κομμάτι της ευρύτερης παρακμιακής χοάνης, πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής, που ρουφάει τη χώρα.

Το έγκλημα διαπράττεται στην Κάτω Τούμπα, μια γειτονιά πυκνοδομημένη, που κάποτε ήταν αμιγώς λαϊκή και με έντονο το προσφυγικό στοιχείο, ενώ τώρα είναι αστική. Εκεί μεγάλωσε η Βάσω Μπίρη, ένα ναυάγιο της ζωής που ο βίαιος θάνατός της γίνεται το θέμα του βιβλίου. Γεννημένη με ιδιαίτερες ικανότητες και πολλά υποσχόμενη ως μαθήτρια, η τεθλασμένη της ζωής της πηγαίνει πρώτα από πληγή σε πληγή και αργότερα από λάθος σε λάθος, εν τέλει καταλήγει κακοπαντρεμένη, συνηθισμένη στις κακές επιλογές και τις ευκαιριακές ανακουφίσεις. Υποτασσόμενη στη νομοτέλεια της εντροπίας που θέλει το χάος μόνο να αυξάνεται, το παιδί-θύμα που ήταν, γίνεται θύτης ενδοοικογενειακών μικρών ή μεγάλων εγκλημάτων και δεν αθωώνεται όταν δολοφονείται, πράγμα που θεωρώ θαρραλέο εκ μέρους της συγγραφέως.

Αντιστικτικά προς την Τούμπα, στο κέντρο έχουμε μια βουή-τούλι που κρύβει, αλλά όχι πολύ αποτελεσματικά, τους ανθρώπους και τα πάθη τους.

Στην εφημερίδα όπου εργάζεται ο Φίλιππος Χανιώτης, κύριος ύποπτος για το φονικό, οι συνάδελφοί του είναι –κατά τεκμήριο– μορφωμένοι, άνθρωποι του κόσμου, υποψιασμένοι και ενήμεροι. Αυτό, όμως, δεν τους κάνει πολύ καλύτερους και διακριτικότερους από τους γείτονες της Βάσως Μπίρη από την ταπεινή Τούμπα: διακινούν φήμες για τις σεξουαλικές προτιμήσεις του μόνο και μόνο επειδή δεν μοιράζεται μαζί τους τα προσωπικά του, και όταν η Ασφάλεια επισκέπτεται τα γραφεία της εφημερίδας, ο Χανιώτης περπατάει δίπλα στους συναδέλφους του και κόβονται με το μαχαίρι οι συζητήσεις.

Οπως στη ζωή της Βάσως Μπίρη υπάρχει η καλή φίλη, η λαϊκή αισθητικός με την ειλικρινή αγάπη για το θύμα, στη ζωή του Φίλιππου Χανιώτη φαίνεται πως υπάρχει επίσης μια καλή φίλη. Μέσα στον ζόφο της κατηγορίας για φόνο που κάνει τους περισσότερους να απομακρύνονται σε απόσταση ασφαλείας, αναδύεται η Ελένη, φιλάνθρωπη πινελιά εκ μέρους της συγγραφέως που αγαπάει τους χαρακτήρες της και τους πετάει ένα σωσίβιο όταν πνίγονται.

Οι δεύτεροι ρόλοι στο βιβλίο αυτό δεν είναι «γλάστρες» που έρχονται να πουν τα λογάκια τους, να λαδώσουν τη μηχανή και να εξαφανιστούν. Ιδιαίτερη συγκίνηση προκαλεί ο νεαρός τοξικομανής: θα μπορούσε κάλλιστα να λείψει, στη λύση του αινίγματος δεν προσφέρει τίποτα. Κι όμως, η συγγραφέας αφιερώνει σ’ αυτό το πρεζάκι ένα ολόκληρο κεφάλαιο: ανασύρει αυτό το τραυματισμένο παιδί, το βγάζει από τις πιάτσες και το χέρι της αστυνόμου το επανασυνδέει με την πατρική αγκαλιά.

Ανάμεσα στα αναγνωρίσιμα τοπόσημα της ευρύτερης Θεσσαλονίκης, σαν πινελιές σε πίνακα ιμπρεσιονιστικό, εμβόλιμοι χαρακτήρες εκτός από τις ψυχολογικές και κοινωνικές συνθήκες περιγράφουν και την επικαιρότητα: ο κόβιντ, η επέλαση των πρακτικών και της αισθητικής της Ακροδεξιάς, η περιπέτεια των Αρχαίων του σταθμού Βενιζέλου, ο ξεπεσμός του δημοσιογραφικού επαγγέλματος και η οικονομική κρίση χρωματίζουν το σύνολο, κάνοντάς το τελικά ένα ψηφιδωτό της σύγχρονης Θεσσαλονίκης, της ασχήμιας της, της ασχήμιας μας.

*Μουσικός – συγγραφέας