Αγαπημένη // αν κάψεις αυτό το βιβλίο / η στάχτη / θα ξεκλειδώσει / τη μεταλλική ψυχή σου / σαν μανιασμένος / άνεμος. («ψ»)
Τη γραφή του Παναγιώτη Νικολαΐδη θα την ονομάσω «κλασική». Με το τελευταίο εννοώ έναν τύπο ποίησης ο οποίος εμπιστεύεται τα υποδείγματα του παρελθόντος, φιλοδοξώντας να διοχετεύεται σε ένα γλωσσικό ρεύμα, στου οποίου τα γνωρίσματα ξεχωρίζει κυρίως το εξής: η μορφή η οποία, βασιζόμενη στη μίμηση, παραπέμπει σε πολλούς ποιητές, τόσους, ώστε, στο τέλος, δεν παραπέμπει σε κανένα. Δηλαδή, η υιοθέτηση ενός κλασικού ύφους, από τον Νικολαΐδη, χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι το ύφος του διασπείρεται από ίχνη τα οποία δείχνουν πολλά σημεία καταγωγής, όμως κανένα συγκεκριμένο. Ο ρόλος της γενεαλογίας είναι, λοιπόν, προφανής, αλλά η ίδια η γενεαλογία παραμένει απροσδιόριστη. Τα προηγούμενα έχουν περαιτέρω συνέπειες: ο ενδοκειμενικός ποιητής, η φωνή που μας μιλά, αντιπροσωπεύει, εξαρχής, μια συλλογικότητα. Εδώ, μας μιλούν πολλοί. Ετσι, η ιδιόλεκτος των ποιημάτων μετατρέπεται σε μια κοινόλεκτο. Σε έναν οικείο, κατεξοχήν επικοινωνήσιμο λόγο.
Η τέχνη του Νικολαΐδη συνιστά μια «ποιητική του ενδιάμεσου»: το πλαίσιό της είναι μια κατάσταση εξαίρεσης, η οποία συμβολίζεται με την Πράσινη Γραμμή και τη Νεκρή Ζώνη που διχοτομούν την Κύπρο σε κατεχόμενη και σε ελεύθερη. Οπως, για παράδειγμα, στον «Ριμαχό» και στην «Πόλη που ράγισε», τις δύο αμέσως προηγούμενες συλλογές, έτσι και στα «Γράμματα στην αγαπημένη» εντοπίζεται μια χρονική καθήλωση. Η νέα συλλογή, δηλαδή, υπόκειται επίσης στις μονίμως έκτακτες και παράδοξες συνθήκες τις οποίες δημιουργεί ένας βρόχος της Ιστορίας, όπου η έναρξη της τουρκικής εισβολής, τον Ιούλιο του 1974, επαναλαμβάνεται διαρκώς. Η «ποιητική του ενδιάμεσου», λοιπόν, είναι η τέχνη η οποία διαμορφώνεται εντός μιας τέτοιας κατάστασης εξαίρεσης, εντός μιας ζώνης αντινομίας, όπου συνυπάρχουν τα ασύμβατα ζεύγη της απουσίας και της παρουσίας, της ζωής και του θανάτου, του τόπου και του εκτοπισμού. Και όπου ο ποιητής, αυτός ο ενδιάμεσος, αναλαμβάνει τον ρόλο της μεσολάβησης, έχοντας δύο στόχους: Πρώτον, να μιλήσει στη θέση εκείνων που δεν μπορούν. Δεύτερον και σημαντικότερο, να αποδυθεί στην προσπάθεια να αντιμετωπίσει την αντινομία της κατάστασης εξαίρεσης. Βρίσκοντας νόημα και λογική μέσα στη ζώνη των ασυμβατοτήτων. Προσφέροντας, με άλλα λόγια, στη ζωή το δικαίωμα να προχωρήσει, ξεφεύγοντας από την παγίδευση μέσα στον βρόχο της Ιστορίας.
Αυτή η ποίηση βυθίζεται στο καθολικό: την Ιστορία της Κύπρου και το συνεχές της γλώσσας της. Η κυπριακή διάλεκτος παρεισφρέει στα ποιήματα και σε ένα, το «ξ», καταλαμβάνει τους περισσότερους στίχους του. Στη συγκεκριμένη συλλογή το καθολικό πριμοδοτείται, μάλιστα, ακόμη περισσότερο, έναντι του προσωπικού στιγμιότυπου, το οποίο σχεδόν εκλείπει. Εφαρμόζονται τεχνικές ενός αφηρημένου λυρισμού. Ο σκοπός είναι να αναδυθεί η πραγματικότητα μέσα από την πραγματικότητα: ο κόσμος, δηλαδή, που διέπεται από το τραύμα της εισβολής να πάρει τη θέση του επίπλαστου και, εν τέλει, ξένου σημερινού κόσμου. Και, για να επιτευχθεί το προηγούμενο, χρειάζεται η εξακολουθητική επαναφορά των παραλλαγών του κακού και του θανάτου. Πρόκειται για ένα είδος νεκροπολιτικής οικονομίας, η οποία, επιπλέον, δεν βασίζεται σε ρεαλιστικές εικόνες αλλά εικόνες δύσκολες, με την έννοια ότι εμποδίζουν τη σαφή παράστασή τους. Αυτή η τροπικότητα του ανολοκλήρωτου γεμίζει τα ποιήματα με ανοιχτές πληγές. Η τραυματική πραγματικότητα αναδύεται ασύνταχτη και αποσπασματική. Αποτυπώνεται –όσο γίνεται να αποτυπωθεί– με μια μεταφορικότητα η οποία ακρωτηριάζει κάθε τι το εναργές, ώστε ο θάνατος και το κακό να αποδίδονται μέσα από συνδηλώσεις και υποδηλώσεις. Ενας βασικός λεκτικός τρόπος στην ποίηση, εν γένει, του Παναγιώτη Νικολαΐδη, η προσωποποίηση της αγαπημένης γυναίκας, η οποία του παρέχει τη δυνατότητα να μεγεθύνει την ένταση της δημόσιας ελεγείας, συσπειρώνοντάς την σε ένα λυρικό κέντρο, απομένει, επίσης, σε αυτή τη συλλογή, αφηρημένη και ανοιχτή. Περιορίζεται στο να αντιπροσωπεύει το αναγκαίο έτερο, την προϋποτιθέμενη συνάντηση με τον άλλο, προκειμένου να συγκροτηθεί και να αποκτήσει υλικότητα η φωνή του ενδοκειμενικού ποιητή.
Τα «Γράμματα στην αγαπημένη» περιλαμβάνουν εικοσιτέσσερα ποιήματα τα οποία έχουν ως τίτλους τα γράμματα του αλφάβητου. Πράγμα που αφήνει την αίσθηση του οριστικού, του κλεισίματος. Και που δίνει –αν ληφθούν υπόψη τα παρακάτω– ακόμη και την εντύπωση της παγίδευσης. Σημείωσα ήδη ότι η συγκεκριμένη συλλογή, ενώ έχει στηθεί βάσει της ποιητικής των προηγούμενων, εμφανίζει μια αυξημένη καθολικότητα και αφαίρεση. Οι δύσκολες εικόνες και η ακρωτηριάζουσά της μεταφορικότητα δημιουργούν, σε αρκετές περιπτώσεις, εκτεταμένες σειρές επαναλαμβανόμενων μοτίβων φθοράς, σκοτεινότητας και θανάτου. Εδώ, λοιπόν, η «ποιητική του ενδιάμεσου» χάνει τον στόχο της, αφού ο ποιητής, αντί να επιχειρεί να αντιμετωπίσει την αντινομία την οποία συνεπάγεται η κατάσταση εξαίρεσης, παγιδεύεται μέσα σε αυτή την κατάσταση. Παραδίδεται στη συμπτωματολογία του τραύματος και, κυρίως, στις εκδηλώσεις του πένθους και την ομολογία της ενοχής. Θα ήθελα, αντιθέτως, να βλέπω τον ενδοκειμενικό ποιητή του Παναγιώτη Νικολαΐδη, τον ευρισκόμενο στη ζώνη της εξαίρεσης, στο σημείο ακριβώς της διχοτόμησης, συστηματικά και αδιάλλακτα να προσπαθεί να συνδέσει τα χωρισμένα μέρη της πατρίδας, του εαυτού του και των άλλων.
*Ομηριστής, φιλόλογος, κριτικός λογοτεχνίας, ποιητής
