Μέσα από αρχειακό υλικό, μαρτυρίες, έργα τέχνης και προσωπικές αναμνήσεις, το ντοκιμαντέρ του Τίμωνα Κουλμάση «Το βράδυ υποχωρεί» σκιαγραφεί την κοινή, αφιερωμένη στην τέχνη και στην αναζήτηση της ελευθερίας ζωή του ζεύγους Μέμου και Ζιζής Μακρή: ο πρώτος διάσημος γλύπτης (έχει φιλοτεχνήσει εκατοντάδες έργα τέχνης στην Ευρώπη, μεταξύ των οποίων και η κεφαλή-μνημείο για την εξέγερση του Πολυτεχνείου, η οποία φέρει τα χαρακτηριστικά του φίλου και συνοδοιπόρου του γλύπτη, ιστορικού Νίκου Σβορώνου). Οσο για τη Ζιζή Μακρή, μια σπουδαία και πολυβραβευμένη χαράκτρια και ειδική στα ψηφιδωτά, η ταινία όχι μόνο αναδεικνύει την αγωνιστική της πορεία αλλά μένει ως μάθημα ζωής και δράσης ενός ανθρώπου που μαζί με τον σύντροφο και τους συναγωνιστές του, παρά τις όποιες απογοητεύσεις, προδοσίες και πικρίες, παραμένει στη θέση του δίχως να απολέσει μήτε ψηφίδα από την ιδεολογία και τις αρχές του.
Ο Μέμος Μακρής, μετά την αντιστασιακή δράση του ως μέλος του ΕΑΜ την κατοχική περίοδο στην Ελλάδα, φεύγει με το θρυλικό πλοίο «Ματαρόα» (μαζί με τον για πάντα φίλο του Μάνο Ζαχαρία και πόσους ακόμα!) στη Γαλλία. Εκεί γνωρίζει και ερωτεύεται τη Ζιζή, ενώ λίγα χρόνια μετά αναγκάζονται να διαφύγουν στην τότε σοσιαλιστική Ουγγαρία, καθώς και η Γαλλία τους απέλασε (το ίδιο συνέβη και με τον Μάνο Ζαχαρία, ο οποίος επέστρεψε στην Ελλάδα και κατέγραψε με την κάμερά του τον Εμφύλιο στον Γράμμο κ.λπ.).
«Μες στη ζωή του Μέμου και της Ζιζής, τέχνη και ιστορία του 20ού αιώνα συναντιούνται και αλληλοδιαπερνώνται· οι ελπίδες και οι διαψεύσεις, και από τις δύο πλευρές του “σιδηρού παραπετάσματος”, αλληλεπικαλύπτονται και παράλληλα φωτίζουν η μία την άλλη» σημειώνει ο σκηνοθέτης. «Τα έργα τους, με βαθιά πίστη στην πρόοδο και αγάπη για τον άνθρωπο, διατηρούν μια ζωντανή και ενεργή σχέση με την ιστορική συγκυρία· μιλούν εντός της εποχής τους: ο αντιφασιστικός αγώνας, το Ολοκαύτωμα, η συμμετοχή – ανάμεσα στην αντίσταση και τη συνεργασία με το ολοκληρωτικό καθεστώς– στην οικοδόμηση ενός δικαιότερου σοσιαλιστικού κόσμου. Η ελπίδα που ματαιώθηκε. Η εξέγερση στη Βουδαπέστη, το 1956. Η σοβιετική εισβολή στην Πράγα, το 1968. Η πτώση του κομμουνισμού, το 1989. Ενα βλέμμα πίσω στον 20ό αιώνα που παραμένει, τραγικά, επίκαιρο».
Η ταινία κάνει ό,τι ακριβώς και το ζεύγος: δεν αφηγείται απλώς, δεν είναι ακόμη ένα καλλιτέχνημα, μα στέκεται κι αφουγκράζεται το όραμα μιας ουτοπίας, την πίστη στην ελευθερία, τη μνήμη που γίνεται μορφή, και τελικά «το φως που στέκει, όταν όλα γύρω υποχωρούν», όταν «το βράδυ» υποχωρεί.
«Την ιδέα για την ταινία είχε η Κλειώ Μακρή, σπουδαία γλύπτρια και κόρη του Μέμου και της Ζιζής» μας λέει ο Τίμωνας Κουλμάσης. «Για μένα το να φωτιστούν τα πράγματα πίσω από το “σιδηρούν παραπέτασμα” ήταν μια δελεαστική πρόκληση. Ενα ζευγάρι καλλιτεχνών στο τότε Ανατολικό Μπλοκ, το οποίο αντιστέκεται με τα δικά του εκφραστικά μέσα στο επίσημο στιλ του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, κι επιπλέον μια ιστορία αγάπης πενήντα ολόκληρων χρόνων! Γυρίσματα έγιναν στην Ελλάδα, την Ουγγαρία και τη Γαλλία, ωστόσο η ταινία γεννήθηκε στο μοντάζ (σ.σ. μοντέρ είναι η Aurique Delannoy) και αυτό παίρνει χρόνο. Δεν υπάρχουν συνεντεύξεις με ειδικούς (ιστορικούς τέχνης ή άλλους) στην ταινία, αλλά συναντήσεις με κάποιους πραγματικά εμπλεκόμενους στην ιστορία του ζεύγους: Η ευαισθησία και η συγκινησιακή μέθεξη του Ηλία Νικολακόπουλου με άγγιξαν βαθύτατα. Οπως και η πεντακάθαρη προσωπική αμεσότητα του Μάνου Ζαχαρία και η διαφάνεια της ανεπιτήδευτης μνήμης του. H αδέκαστη οξύνοια και το καυστικό χιούμορ του Péter Forgacs. Ο αισθητικός λόγος του Σάββα Μιχαήλ -ως ανθρώπου που εποπτεύει την ιστορία στην ολότητά της-, η οξύτητα της επιχειρηματολογίας του, η γεμάτη ανθρωπιά μέθεξή του, η ακαταμάχητη ενεργητικότητά του κυριολεκτικά με ενθουσίασαν. Χαρακτηρίζει τον Καρλ Μαρξ μεγάλο ποιητή… Νιώθω απέραντη ευγνωμοσύνη προς όλους τους».
«Μέσα από την ταινία φαίνεται και η ιστορία μιας ολόκληρης γενιάς» συνεχίζει. «Εκτός από την εξορία, που αυτή καθαυτή είναι βαριά δοκιμασία, πρόκειται, κατά τη γνώμη μου, για μια τραγική γενιά. Εφεραν μέσα τους τη μνήμη του φασισμού που πολέμησαν και την τρομερή αποτυχία της ουτοπίας μιας κομμουνιστικής κοινωνίας που είχαν προσπαθήσει να οικοδομήσουν. H ουσία αυτών που πέρασαν, ήταν “το ανοιχτό τραύμα της Ιστορίας“ (όπως λέει ο Σάββας Μιχαήλ), οι ιστορικές αντιφάσεις που τους δίχαζαν καθημερινά, η αντίθεση μεταξύ προσδοκίας και πραγματοποίησης, το δίλημμα του καλλιτέχνη ανάμεσα στην αντίσταση και τη συνεργασία με ένα όλο και πιο απολυταρχικό καθεστώς, που αρχικά θα έφερνε την ελευθερία και την ισότητα σε όλους – όλα αυτά τα έζησαν ως βιωμένη πράξη, δράση, ακόμα και πικρία».
Τον ρωτάμε πώς άντεξαν και όχι μόνο δεν λύγισαν, αλλά μεγαλούργησαν κιόλας: «Ολα έγιναν χάρη στην ακλόνητη πίστη τους στον άνθρωπο, στην πρόοδο του ανθρώπου, στην εγγενή δύναμη της τέχνης να αλλάξει τον άνθρωπο».
Κάποια στιγμή λέει ο Σάββας Μιχαήλ τα λόγια της Ζιζής Μακρή: «Η τέχνη για μένα είναι ταυτόχρονα το πρόβλημα της ελευθερίας και η λύση του». Ο σκηνοθέτης το σχολιάζει: «Ο λόγος της Ζιζής, με την εκπληκτική του συντομία, γίνεται καταληπτός μόνο σε συσχετισμό με μια ανελεύθερη κοινωνία, όπου η τέχνη είναι υποταγμένη σε μια πολιτική ιδεολογία και στα αισθητικά δόγματα που αυτή επιβάλλει. Καλλιτέχνες που αποτολμούσαν να αντισταθούν σε αυτό φιμώνονταν. Για παράδειγμα, ο Οσιπ Μαντελστάμ (Ossip Mandelstam), ένας από τους πιο σημαντικούς ποιητές του εικοστού αιώνα, πέθανε στα γκουλάγκ. Ο Μέμος και η Ζιζή Μακρή αποτελούν εξαίρεση, ήταν ιδιαίτερα προνομιούχοι. Αυτή η αντίφαση, κόμπος που δύσκολα ξεμπλέκεται, θα πρέπει να μας προβληματίζει, ιδιαίτερα σήμερα που νέοι απολυταρχισμοί μάς απειλούν ή ήδη μας επιτίθενται».
«Παρά τα όσα πέρασαν, η ιστορία της αγάπης τους, η κοινή πορεία τους, είναι εξαιρετική. Η πίστη τους στα συλλογικά ιδεώδη είναι αξιοθαύμαστη. Ωστόσο, αυτό που για μένα είναι πιο δύσκολα κατανοητό είναι η απόλυτη σιγή τους ως προς τα “λάθη” του κόμματος, “που έγιναν από πολιτικές ηγεσίες ανάξιες”, όπως λέει ο Μάνος Ζαχαρίας» συνεχίζει ο Τίμωνας.
Τέλος, τον ρωτάμε για το αν είμαστε πράγματι στην εποχή του τέλους των ιδεολογιών και πώς μια τέτοια ταινία μπορεί να αγγίξει ένα νέο παιδί σήμερα, που δεν έχει καν σημεία αναφοράς στη σύγχρονη ελληνική, πόσο μάλλον την ευρωπαϊκή Ιστορία: «Αντί για απάντηση στο πρώτο ερώτημα, θα ήθελα να σας παραπέμψω στα λόγια του Πίτερ Βάις, όπως τα γράφει στην “Αισθητική της αντίστασης”, ένα από τα σημαντικότερα λογοτεχνικά έργα του 20ού αιώνα: “Ακόμα κι αν τίποτα δεν γινόταν όπως το ελπίζαμε, αυτό δεν θα άλλαζε τις ελπίδες μας. Οι ελπίδες θα παρέμεναν. Η ουτοπία θα ήταν απαραίτητη. Και, αργότερα, οι ελπίδες θα αναζωπυρώνονταν αμέτρητες φορές, ο εχθρός, ισχυρότερος, θα τις κατέσβηνε, εκείνες θα ζωντάνευαν και πάλι. Το πεδίο τους θα ήταν ευρύτερο από ό,τι στον καιρό μας, θα απλώνονταν σε όλες τις ηπείρους”. Οσο για τις νεότερες γενιές, ακριβώς επειδή ζούμε σε μια α-ιστορική εποχή, με ελάχιστη συνείδηση του παρελθόντος της, ο νέος θα μπορούσε θα βρει στοιχεία που ρίχνουν φως στα προβλήματα και τις προκλήσεις της. Εξάλλου, η ταινία είναι κάθε άλλο παρά διδακτική. Η κινηματογραφική γλώσσα της είναι ποιητική, μιλάει για τις μοίρες ανθρώπων, για τα συναισθήματά τους, τις ελπίδες τους, τις αντιφάσεις τους. Πιστεύω βαθιά πως οι νέοι, ακριβώς επειδή η τηλεόραση και τα social media επιχειρούν συστηματικά το αντίθετο, διψάνε για κάθε τι που προσδίδει νόημα στη ζωή, για μια πηγή έμπνευσης».
Κλειώ Μακρή
«Η τέχνη δεν είναι αποκομμένη από την πραγματικότητα»
Η Κλειώ Μακρή είναι η «μικρή» που αναζητούσε η Ζιζή σαν ήταν φυλακή. Ηταν το κοριτσάκι της, το από κοινού δημιούργημα με τον αγαπημένο της Μέμο, τον «θησαυρό» της όπως τον αποκαλούσε. Η μικρή γεννήθηκε το 1954 στην Ουγγαρία, όταν το ζεύγος βρήκε φιλοξενία στη Βουδαπέστη, μετά τον κατάπτυστο αναγκαστικό διωγμό τους από τη Γαλλία επειδή ήταν κομμουνιστές. Μεγαλώνοντας, σπούδασε στην Ecole Nationale Superieure des Beaux Arts (τμήματα Ζωγραφικής, Ψηφιδωτών, Γλυπτικής, Φρέσκο, Ταπισερί και Λιθογραφίας) και στο Πανεπιστήμιο Paris V-Sorbonne Ψυχοθεραπεία μέσω της Τέχνης. Πλέον, ζει και εργάζεται στην Αθήνα, από το 1998, ως ειδική θεραπεύτρια (Art Therapy) στη Μονάδα Απεξάρτησης 18 Ανω.
«Υπήρχε δημιουργικό κλίμα στο σπίτι» μας λέει. «Ζούσα και μεγάλωσα μέσα σε δύο εργαστήρια καλλιτεχνών – όχι μόνο των γονιών μου, αλλά και ολόκληρη η γειτονιά ήταν σαν μια κοινότητα καλλιτεχνών. Αυτό με σημάδεψε στη ζωή μου, γιατί ήταν ένα παράδειγμα ζωής και δράσης: πώς η τέχνη μπορεί να γίνει βιωμένη πολιτική πράξη και ύπαρξη. Αυτό το παράδειγμα ζωής με έκανε να καταλάβω πώς λειτουργούσε η δημιουργικότητα όλης αυτής της γενιάς των γονιών μου και συγχρόνως με έκανε να δω και να νιώσω τον σεβασμό που είχαν προς τη δουλειά οι μεν των δε.
»Θυμάμαι μυρωδιές, ήχους δυνατούς, θυμάμαι την πέτρα που σπάει για να δημιουργηθούν οι ψηφίδες για τα έργα της Ζιζής, τα μέταλλα που δούλευε ο Μέμος, θυμάμαι κόσμο πολύ να πηγαινοέρχεται, θυμάμαι την τόση αγάπη που είχαν για τη δουλειά τους. Που δεν ήταν απλά “δουλειά” αλλά το καλλιτεχνικό αποτύπωμα της σκέψης, των αξιών, των αρχών, της αισθητικής και της ιδεολογίας τους σε όλα τα επίπεδα, από το πολιτικό έως το ερωτικό και το υπαρξιακό».
Στην ταινία ακούμε τον πατέρα της Κλειώς, τον Μέμο Μακρή, να λέει πως «το θέμα της τέχνης είναι να καλυτερέψουμε τον άνθρωπο». Οσο για τη μητέρα της, όσα κι αν πέρασε (προδοσία, πικρίες από το κόμμα και από την κατάρρευση των οραμάτων), ποτέ δεν άλλαξε ρότα από τα όσα πίστευαν με τον άντρα της και τους συντρόφους τους. Ρωτάμε την Κλειώ από τι πιστεύει πως μπορεί να κρατηθεί κάποιος σήμερα ώστε να μην λοξοδρομήσει από αυτόν τον δρόμο της βιωμένης τέχνης για τον άνθρωπο, εφόσον φυσικά υπάρχει ακόμα αυτός ο δρόμος: «Ηταν άλλες εποχές τότε» μας απαντά. «Αυτοί οι άνθρωποι, που είχαν ζήσει τις στερήσεις του πολέμου, ζούσαν και δημιουργούσαν εκείνη την εποχή στην Ουγγαρία σε ένα κοινωνικό πλαίσιο που έδινε μια ιδιαίτερη σημασία στους καλλιτέχνες και στη δημιουργικότητα. Αυτό με έκανε κι εμένα να συνειδητοποιήσω από νωρίς τον ρόλο της τέχνης στην κοινωνία, το ότι η τέχνη δεν είναι κάτι το αφηρημένο, το άπιαστο, το αποκομμένο από την πραγματικότητα. Στο σχολείο μαθαίναμε από την Α’ Δημοτικού την αλφάβητο αλλά ταυτόχρονα και τις νότες της μουσικής. Μας δίνονταν, δηλαδή, από νωρίς τα εργαλεία για να μπορέσουμε να εκφραστούμε μέσω της τέχνης.
Στη σημερινή εποχή έχουμε μείνει πολύ πίσω σε σχέση με όλα τα παραπάνω και πιστεύω πως δεν πρέπει να στερούμε από τις νέες γενιές τη δυνατότητα να εκφραστούν μέσα από τις τέχνες, πόσο μάλλον να το κάνουν με τον πιο ουσιαστικό δυνατό τρόπο.
Θα ήθελα να πω όμως και κάτι ακόμα, που συνδέεται με τα παραπάνω και με το ντοκιμαντέρ του Τίμωνα: έχοντας δει την ταινία που έκανε τα προηγούμενα χρόνια ο Τίμων για τον πατέρα του (σ.σ. «Πορτραίτο του πατέρα σε καιρό πολέμου», 2016) απέκτησα μια μεγάλη εκτίμηση για τη δουλειά του και θέλησα η ταινία για τους γονείς μου να γίνει μέσα από τη δική του τη ματιά, ακριβώς πάνω σε μια γενιά που χάνεται και δεν πρέπει να αφήσουμε να ξεχαστεί».
? «Το βράδυ υποχωρεί» Το ντοκιμαντέρ θα προβάλλεται ακόμα δύο μέρες (26 και 27/4) στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος στην Αθήνα και στο Σινέ Βακούρα στη Θεσσαλονίκη. Στην ταινία συμμετέχουν με την παρουσία τους ο γιατρός, πολιτικός και συγγραφέας Σάββας Μιχαήλ, ο σκηνοθέτης Μάνος Ζαχαρίας, ο καλλιτέχνης και ανεξάρτητος παραγωγός ταινιών Πίτερ Φόργκατς (Péter Forgács) και ο πρόωρα εκλιπών (που μας λείπει πολύ και ήταν πολύ συγκινητικό να τον βλέπουμε στην ταινία) Ηλίας Νικολακόπουλος
