Δεν είναι δεδομένο ότι η ουσία ενός μυθιστορήματος δίνεται από την πλοκή του. Αυτή είναι μόνο το περιτύλιγμα ενός αφηγηματικού υλικού, η ύπαρξη του οποίου πρέπει να αναζητηθεί στην «πραγματική ζωή» των πρωταγωνιστών του. Στο «Θάνατος το απομεσήμερο», ο Χέμινγουεϊ αρνείται να τους αποκαλέσει «πρωταγωνιστές». Ενας συγγραφέας όταν γράφει ένα μυθιστόρημα θα πρέπει να δημιουργεί ανθρώπους ζωντανούς, όχι πρωταγωνιστές. Ενας πρωταγωνιστής είναι μια καρικατούρα. Αυτοί οι «ζωντανοί άνθρωποι», και όχι η μυθιστορηματική πλοκή, είναι που θυμάσαι και αφιερώνεις την προσοχή σου.
Στις σελίδες της μνήμης σου παραμένουν αξέχαστοι ο διαβολικός Σταβρόγκιν των «Δαιμονισμένων» του Ντοστογιέφσκι, ο περιπλανώμενος Φερντινάντ Μπαρνταμί στο «Ταξίδι στην άκρη της νύχτας» του Σελίν, ο αριστοκρατικός Ούλριχ στον «Ανθρωπο χωρίς ιδιότητες» του Μούζιλ, ο αισθησιακός Αντρέα Σπερέλι στην «Ηδονή» του Ντ’ Ανούντσιο, ο καταπιεσμένος Ντίνο στην «Πλήξη» του Μοράβια, ο βαριεστημένος Ροκεντέν στη «Ναυτία» του Σαρτρ, οι αμφιλεγόμενοι Ασενμπαχ και Τάτζιο στον «Θάνατο στη Βενετία» του Τ. Μαν, ο «άνθρωπος-κουτάβι» Μόγλης στο «Βιβλίο της Ζούγκλας» του Κίπλινγκ, ο ονειροπόλος Ντον Φαμπρίτσιο στον «Γατόπαρδο» του Λαμπεντούζα, ο παρανοϊκός Περεντόνοφ στον «Μικρό δαίμονα» του Σολόγκουμπ.
Δεν πρόκειται για έναν απλό κατάλογο χωρίς ιστορική σειρά, αλλά για μια ψυχολογική βιβλιογραφία, ελάχιστη αλλά συγχρονική που, αν είναι χρήσιμη για το γράψιμο, δεν μπορείς να μην τη λάβεις υπόψη σου.

Πέρα από τον ρόλο που παίζουν οι πρωταγωνιστές, υπάρχουν μυθιστορήματα ικανά να συλλάβουν την ακούσια μνήμη των αναγνωστών χάρη στη στρατηγική μιας προσεκτικής γραφής στραμμένης σε μικρότερα ή και ασήμαντα περιστατικά, όπως το «κάπνισμα» στη «Συνείδηση του Ζήνωνα» του Σβέβο ή το «αρσενικό» της Μποβαρί του Φλομπέρ. Το ίδιο για τις «βελόνες των πεύκων» όπου πάνω τους ξαπλωμένος ο Ρόμπερτ Τζόρνταν περιμένει το τέλος ακούγοντας τους χτύπους της καρδιάς του στο «Για ποιον χτυπά η καμπάνα» του Χέμινγουεϊ ή το «γιλέκο» που φορά το κουνέλι που ακολουθεί στο όνειρό της η Αλίκη στο «Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων» του Λούις Κάρολ ή τα «σώβρακα» του Αουρελιάνο Μπουενδία στα «Εκατό χρόνια μοναξιάς» του Μάρκες ή το «πρόστεγο της πρύμης» που στηρίζει τη γιγαντιαία φιγούρα του Αχαάβ στο «Μόμπι Ντικ» του Μέλβιλ. Ακόμη η χοντρή Μπρουνέλντα στην «Αμερική» του Κάφκα ή τα φανταχτερά και κακόγουστα ρούχα του Γκάτσμπι στον «Υπέροχο Γκάτσμπι» του Φιτζέραλντ ή οι υψηλής ραπτικής φορεσιές του ψυχοπαθούς Μπέιτμαν στο «American Psycho» του Ελις ή τα μπισκότα και το τσάι στην «Αναζήτηση» του Προυστ, τα φώτα και το θρόισμα των φύλλων στον «Τροπικό του Καρκίνου» του Μίλερ ή το μοναχικό δέντρο στο εξοχικό μονοπάτι όπου οι δυο περιπλανώμενοι, Βλαντιμίρ και Εστραγκόν, περιμένουν τον «Γκοντό» του Μπέκετ.
Το λογοτεχνικό κείμενο δεν είναι ένας λειτουργικός κώδικας επικοινωνίας, αλλά μια δημιουργική γλώσσα διακεκριμένων, συγκεκριμένων, αυθεντικών εμπειριών που μεταστρέφονται στην πραγματικότητα.
Ο Πούσκιν δεν γνωρίζει τον πλούσιο και βιτσιόζο Ευγένιο Ονέγκιν, τον επινοεί, το ίδιο κάνουν ο Χόφμαν με τον σκυθρωπό πατέρα Μεντάρ στα «Ελιξίρια του διαβόλου», ο Ουγκό με τον Γιάννη Αγιάννη στους «Αθλιους», ο Σταντάλ με τον Ζιλιέν στο «Κόκκινο και το μαύρο», ο Κόνραντ με τον λιποτάκτη «Λόρδο Τζιμ», ο Ντίκενς με τον «Ντέιβιντ Κόπερφιλντ», ο Κάφκα με τον αθώο Γκρέγκορ Σάμσα στη «Μεταμόρφωση», ο Κανέτι με τον κακοπαντρεμένο βιβλιόφιλο καθηγητή Κίεν στο «Auto da fė», ο Τόμας Μαν με τον φανταστικό συνθέτη Αντριαν Λέβερκιν στο «Δόκτωρ Φάουστους», ο Ναμπόκοφ με τον Χάμπερτ Χάμπερτ στη «Λολίτα», ο Μοράβια με τον μικρό Αγκοστίνο, ο Γκάντα με τον επιθεωρητή Ινγκραβάλο κ.λπ. Επινόησε ξανά το πραγματικό, μετάτρεψε, ξαναδημιούργησε και πολλαπλασίασε την ύπαρξη.
Τελικά -όπως συμβουλεύει ο Ορτέγα ι Γκασέτ σε κάθε μυθιστοριογράφο- «πήγαινε να δεις την πόρτα του Βαπτιστηρίου στη Φλωρεντία του Λορέντζο Γκιμπέρτι. Σε μια σειρά μικρών κάδρων, περιέχεται σχεδόν ολόκληρη η Δημιουργία» (στο «Ιδέες πάνω στο μυθιστόρημα»).
*Ομότιμος καθηγητής ΑΠΘ
