ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Κυριακή Μπεϊόγλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Και ο έξαλλος όχλος συνέχισε να συρρέει. Από ναό σε ναό μετακινούνταν οι πλιατσικολόγοι πλημμυρίζοντας τους δρόμους με ασυνάρτητους θορύβους. Μια φρικτή νύχτα απλώθηκε πάνω από την Αμβέρσα. Ο φόβος και ο τρόμος τρύπωσαν σε κάθε σπίτι μεταφέροντας τα νέα. Πίσω από τις σφαλιστές πόρτες χτυπούσαν πανικόβλητες καρδιές, όμως η φλόγα της εξέγερσης είχε ανάψει και κυμάτιζε σαν σημαία πάνω από ολόκληρη τη χώρα.»

Η έκδοση τριών αμετάφραστων διηγημάτων του Στέφαν Τσβάιχ δεν είναι δυνατόν να περάσει απαρατήρητη. Συνεχίζει ακόμη και σήμερα να είναι ένας από τους πιο επιδραστικούς συγγραφείς. Διεθνώς εκδίδονται συνεχώς νέες εκδόσεις των μυθιστορημάτων του, συμπεριλαμβανομένων και συλλογών ιστοριών του, με κάποιες να εμφανίζονται για πρώτη φορά στα αγγλικά, ενώ σχέδια για επανέκδοση των πολλών βιογραφιών και δοκιμίων του βρίσκονται σε εξέλιξη. Η μυθιστοριογραφία του αλλά και η περίπλοκη ζωή του έχουν δώσει έμπνευση και σε πολλά κινηματογραφικά σενάρια.

Στη χώρα μας κυκλοφόρησε πρόσφατα «Το αστέρι πάνω από το δάσος» από τις εκδόσεις Κριτική σε μετάφραση του Απόστολου Στραγαλινού. Περιέχει τρία αμετάφραστα διηγήματα, άγνωστα ώς τώρα σε μας. Πρόκειται για πρώιμα κείμενα, περισσότερο λυρικά από αυτά που γνωρίζουμε, όπου αναδεικνύονται ζητήματα με τα οποία ο Τσβάιχ θα συνεχίζει να ασχολείται ώς το τέλος της ζωής του. Η εβραϊκή θρησκεία και η καταγωγή της ανθρώπινης πίστης, ο έρωτας ως υπέρτατο αγαθό αλλά και η οδυνηρή απομάγευση, η έννοια της αγάπης αλλά και τα όρια της.

Γεννημένος στη Βιέννη το 1881, σε μια ευημερούσα εβραϊκή οικογένεια, ο Τσβάιχ μεγάλωσε σε αυτό που αργότερα θα περιέγραφε ως «χρυσή εποχή ασφάλειας». Η επιτυχία και η αναγνώρισή του ήρθαν νωρίς, όμως η άνοδος του ναζισμού τον ανάγκασε σε μια οδυνηρή εξορία, πρώτα στη Βρετανία, μετά στις Ηνωμένες Πολιτείες και, τέλος, στη Βραζιλία, όπου αυτοκτόνησε, μαζί με τη σύζυγό του, Λότε, τον Φεβρουάριο του 1942.

Στη συλλογή που μόλις κυκλοφόρησε, το πρώτο διήγημα, «Στο χιόνι», μας μεταφέρει με μια αρκετά ατμοσφαιρική αφήγηση στο σπίτι μιας εβραϊκής οικογένειας στα σύνορα Γερμανίας και Πολωνίας όπου μαζί με άλλους Εβραίους γιορτάζουν τη Χανουκά, τη «γιορτή των Φώτων». Ενας άγνωστος θα χτυπήσει την πόρτα τους για να τους ειδοποιήσει πως πλησιάζουν ομάδες χριστιανών φονταμενταλιστών για να τους επιτεθούν. Οι Εβραίοι τρέπονται σε φυγή στην πεδιάδα μέσα στον ορυμαγδό του θρήνου και της χιονοθύελλας και δεν ελπίζουν πια σε καμία βοήθεια. Μένουν σφιχταγκαλιασμένοι μέχρι να τους βρει ο θάνατός. Είναι συγκλονιστικός ο λογοτεχνικός τρόπος με τον οποίο ο Τσβάιχ μεταφέρει τις τελευταίες ώρες των ανθρώπων που δεν είδαν ποτέ την άνοιξη.

Στο δεύτερο διήγημα, «Το αστέρι πάνω από το δάσος», που έδωσε και τον γενικό τίτλο στο βιβλίο, ο Τσβάιχ αφηγείται με μπαλζακική διάθεση την ιστορία του Φρανσουά, ενός «ευλύγιστου» σερβιτόρου του μεγάλου ξενοδοχείου της Ριβιέρας που μαγεύτηκε από την πανέμορφη Πολωνέζα κόμισσα Οστρόφσκα. «Ετσι ζωντάνεψε ξαφνικά στη ζωή ενός απλού ανθρώπου το όνειρο, όπως ένα όμορφο, προσεκτικά καλλιεργημένο λουλούδι του κήπου ανθίζει στην άκρη του δρόμου, εκεί που η σκόνη των περαστικών καταστρέφει όλους τους άλλους βλαστούς. Ηταν ο παροξυσμός ενός συνηθισμένου ανθρωπάκου, ένα σαγηνευτικό, ναρκωτικό όνειρο μέσα σε μια ψυχρή και μονότονη ζωή. Και τα όνειρα αυτού του είδους ανθρώπων είναι σαν βάρκες χωρίς πηδάλιο, που πλέουν χωρίς προορισμό σε ήρεμα, λαμπερά νερά και λικνίζονται με ευχαρίστηση, μέχρι ξαφνικά η καρίνα τους να προσκρούσει με ένα βίαιο τράνταγμα σε άγνωστη όχθη. Ετσι ακριβώς θα συγκρουστεί με την πραγματικότητα και ο Φρανσουά όταν τον εγκαταλείψει η κόμισσα Οστρόφσκα.

Στο τρίτο διήγημα, «Το θαύμα της ζωής», με φόντο την Αμβέρσα του 16ου αιώνα, ο Τσβάιχ αφηγείται την ιστορία ενός εύπορου θεοσεβούμενου άντρα που ζητά από έναν ζωγράφο να του φτιάξει μια εικόνα της Παναγίας για να εκπληρώσει έναν παλιό του όρκο. Ο ζωγράφος αναζητώντας τη γυναίκα-μοντέλο για τη Μαντόνα του στους δρόμους της Αμβέρσα, συναντά την εβραιοπούλα Εσθήρ. Γοητευμένος από την ομορφιά της πιστεύει ότι ο Θεός την έφερε κοντά του για να την κάνει να αλλάξει πίστη. Οταν το επιχειρεί η κοπέλα αντιδρά απελπισμένη και δεν υποχωρεί. Εκείνος ωστόσο τη ζωγραφίζει. Με σκηνές λογοτεχνικής μαεστρίας ο Τσβάιχ περιγράφει τις δημιουργικές ώρες ανάμεσά τους θέτοντας παράλληλα υπαρξιακά αγωνιώδη ερωτήματα για τον Θεό και την πίστη.

Ο Τσβάιχ πέρα από μεγάλος συγγραφέας ήταν και ένας ταλαντούχος χρονικογράφος του κόσμου που έζησε. Ενός περίπλοκου κόσμου δύο παγκοσμίων πολέμων που τελικά τον έκαναν να οδηγηθεί αποκαρδιωμένος στην αυτοκτονία. Είδε και έζησε πολλά, το μεγαλείο της ανθρώπινης ψυχής αλλά και την αποκτήνωσή της που οδήγησε στον αφανισμό των ομοθρήσκων του. Κάθε του κείμενο συνεχίζει να είναι σύγχρονο και τα λόγια του αντηχούν συχνά στο μυαλό μας: «Μόνο ο άνθρωπος που έχει γνωρίσει φως και σκοτάδι, πόλεμο και ειρήνη, κορυφή και πτώση, μόνο αυτός ο άνθρωπος έχει γνωρίσει πραγματικά τη ζωή».