Δίσημη λειτουργία επιτελεί ο τίτλος /σατούρνια/ στην ποιητική συλλογή της Αναστασίας Μιχοπούλου, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Σμίλη. Saturnia, κατά μία ανεπιβεβαίωτη πληροφορία, ονομαζόταν το καράβι στο οποίο συναντήθηκαν τυχαία και συνταξίδεψαν το 1929 οι ποιητές Κωνσταντίνος Καβάφης και Φερνάντο Πεσόα. Saturnus είναι και το ρωμαϊκό όνομα του Κρόνου, για τον οποίο πίστευαν στην προνεωτερική εποχή ότι επηρεάζει τους μελαγχολικούς, τους φιλόσοφους και τους ποιητές. Η επιλογή του τίτλου και στα δύο επίπεδα ερμηνείας αποκαλύπτει τη βαθιά εκλεκτική συγγένεια της ποιήτριας με την «τέχνη της ποιήσεως».
Στα 28 ποιήματα που περιλαμβάνονται στη συλλογή, η Μιχοπούλου δημιουργεί λεπταίσθητη και εναργή ατμόσφαιρα με στίξη ιδιόμορφη και λόγο λιτό, λόγο ρυθμικό, που προχωρεί ώς τον πυρήνα των θεμάτων και χαράζει ατραπούς αλήθειας, ενώ ανατέμνει την ουσία των πραγμάτων. Με το αρχικό και το ακροτελεύτιο ποίημα του βιβλίου καταδύεται στον εσώτερο εαυτό, άλλοτε με διάθεση για αυτοσαρκασμό, άλλοτε με διάθεση για ανεύρεση της ποιητικής ταυτότητας, δημιουργώντας σχήμα κύκλου. Διαβάζουμε πρώτα το «μικρό βιογραφικό σημείωμα»: αποφάσισα να γεννηθώ/ μια νύχτα κάποιου μάρτη/ με τα μάτια ανοιχτά/ ο γιατρός εντυπωσιάστηκε απ’ αυτό μου/ το κατόρθωμα/ κι εγώ/ κατάλαβα πόσο μ’ αρέσει να κάνω φιγούρα. Και στην κατακλείδα, την «αυλαία»: αποφάσισα να γεννηθώ/ μια νύχτα κάποιου μάρτη/ κι ύστερα μέρες πολλές ταξίδεψα μ’ ένα καράβι/ που ’φερε το όνομα σατούρνια/ αποτύπωσα τον κόσμο/ όπως μπόρεσα/ κι ωστόσο/ (αυτή η φωνή μου/ παραμένει) μια απάτη.
Ανάμεσα στα δύο αυτά ποιήματα παρελαύνουν με σκηνοθετική δεξιότητα μορφές-ορόσημα, εμβληματικά ονόματα της τέχνης, της διανόησης, του μύθου. Με πνεύμα καινοτόμο και τολμηρό δηλώνει υπόρρητα κατά την ποιητική επιτέλεση το κοινωνικό, ψυχολογικό και καλλιτεχνικό γίγνεσθαι καλειδοσκοπικά. Το προσωπικό, όπως στα ποιήματα «Πίνα Μπάους», «Φρίντα Κάλο», «Βιρτζίνια Γουλφ» κ.ά., μεταβάλλεται σε παγκόσμιο και συλλογικό. Ο τρόπος συγγραφής παρωθεί τον αναγνώστη να διερευνήσει και να επανατοποθετηθεί απέναντι σε καλλιτέχνες και καλλιτεχνικές δημιουργίες.
Επιπλέον, με οξύνοια και ρηξικέλευθη ροπή παρεμβαίνει στον χώρο του μύθου και μεταπλάθει τον πυρήνα του με την ανάδυση της οντολογικής του διάστασης. Επιλεγμένο παράδειγμα από τη «μήδεια»: […] /ιάσων/ λέει/ και φυτρώνει ένα μάτι στην κοιλιά της/ ιάσων/ τα τακούνια της αντηχούν σ’ ένα διάδρομο από νέον/ η τρομερή γυναίκα δεν είναι πια εκεί/ επειδή ξέρει/ επειδή νιώθει/ επειδή -είναι-/. Παράλληλα, μορφές της Τέχνης, όπως η «σελεστίνα», ή της λογοτεχνίας, όπως η Λαβίνια από τον Σέξπιρ στο ποίημα «λαβίνια, ή βία φωτός», νοηματοδοτούνται ως υπαρκτά πρόσωπα που βιώνουν την πραγματικότητα με τρόπο οδυνηρό και γίνονται φορείς γνώσης σε μία εξελικτική δυναμική πορεία. Ετσι η κακοποιημένη Λαβίνια υπομένει του φωτός τη βίαιη διείσδυση και η τυφλή Σελεστίνα, που τα βλέπει όλα, βλέπει και μια γυναίκα με ένα μάτι μπλαβί/ να βράζει τα νυφικά της στέφανα.
Η ποιητική συλλογή /σατούρνια/ δεν αποτελείται από στατική λεκτική εξεικόνιση των προσώπων στον χώρο και τον χρόνο. Δημιουργεί εικόνες παλλόμενες και αιμάσσουσες, που συναπαρτίζουν στα μάτια του αναγνώστη κινηματογραφικές ταινίες μικρού μήκους, όπως «τα χέρια του θεού»: είδα τα χέρια του θεού στο χώμα φυτεμένα/ αράχνες σιλικόνης είχαν χτίσει/ μέσα στις χούφτες του μια πολιτεία. Η ποίηση της Μιχοπούλου γίνεται έτσι αποτύπωση πυκνού νοηματικά στοχασμού αλλά και πορεία σε έναν εικαστικό κόσμο. Το τελευταίο στοιχείο προσφέρει στη συλλογή νέα τεχνοτροπία ποιητικής καταγραφής και στον αναγνώστη εναργέστερη πρόσληψη με ερεθίσματα για τη νόηση και το συναίσθημα.
Δύο χρώματα κυριαρχούν κατά βάση στη /σατούρνια/: κόκκινο και μοβ. Εκτός από το κατακόκκινο εξώφυλλο του βιβλίου, οι αναφορές στα χρώματα σχετίζονται με τις γυναίκες. Κόκκινο για το αίμα, το πάθος, τον έρωτα, την οργή. Το ποίημα «ένα πουλάκι» καταλήγει: πώς να τραγουδήσω/ για τις κόκκινες γυναίκες/ που περνούνε βιαστικά/ ψάχνοντας το δρόμο τους. Το μοβ είναι το χρώμα που επέλεξαν οι φεμινίστριες για να εκφράσουν τις διεκδικήσεις τους. Με το μοβ δίνει φωνή στις γυναίκες η Αναστασία Μιχοπούλου: («μαρκαδόρος») αγόρασα ένα μαρκαδόρο με μοβ μελάνι/ τον κουβαλώ παντού μαζί μου/ σα φυλαχτό ή όπλο/… /γυρνώ στην πόλη με το μοβ μου μαρκαδόρο/ σε κάθε επιφάνεια γράφω το όνομά μου/… / με τεράστια γράμματα γράφω το όνομά μου/ κι ας είμαι μόνο ένα φάντασμα/ σαν όλα τα φαντάσματα/ των δολοφονημένων γυναικών.
Η Αναστασία Μιχοπούλου με την αρχιτεκτονική των ποιημάτων στη συλλογή /σατούρνια/ τεχνουργεί γέφυρες επικοινωνίας με το αναγνωστικό κοινό. Το αναπροσανατολίζει και νοηματοδοτεί την κοινωνική και υπαρξιακή διερώτηση.
*Φιλόλογος, M.A., PhD
—
Τη σελίδα αυτή δεν τη φτιάχνουν επαγγελματίες κριτικοί βιβλίου. Γράφεται από αναγνώστες που απευθύνονται σε αναγνώστες για να τους μιλήσουν για κάποιο βιβλίο που τους συνεπήρε. Αν θέλετε να μοιραστείτε όσα νιώσατε διαβάζοντας ένα βιβλίο, στείλτε το κείμενό σας (το πολύ 700 λέξεις) στο [email protected]
