ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ελένη Καρασαββίδου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Σε ένα γράμμα του προς τον Πάστερνακ, παραμονή Χριστουγέννων του 1952, ο Β. Σαλάμοφ, συγγραφέας των «Ιστοριών από την Κολυμά», έγκλειστος στο γκουλάγκ, δίνει έναν από τους ουσιαστικότερους ορισμούς της ποίησης ως ανάχωμα αντίστασης, έστω και υπόγεια, στη χυδαιότητα της ζωής: «Γνωρίζω ότι ένας αληθινός δημιουργός αναπτύσσεται απαρνούμενος και καταστρέφοντας τον εαυτό του, αλλά ξέρω επίσης και κάτι άλλο. Γνωρίζω άτομα που έζησαν, που επέζησαν, που παρέμειναν άνθρωποι, χάρη στους στίχους, χάρη στην πρόσληψη του κόσμου που εκφέρουν. Το σκεφτήκατε ποτέ αυτό;»

Εάν ξέρω έναν άνθρωπο τον οποίο το γράμμα του Σαλάμοφ περιγράφει καλά είναι η Φανή Αθανασιάδου, έχοντας μια ήδη πολύ σημαντική ποιητική συνεισφορά χρόνων.

Η γεννημένη στην Αθήνα αλλά για λόγους προσβασιμότητας διαμένουσα στη Θεσσαλονίκη Αθανασιάδου, αν και χτυπημένη από βαριάς μορφής πολιομυελίτιδα στα 12 της χρόνια, δεν έπαψε ποτέ να νοιάζεται και να δρα. Μέλος κοινωνικών κινημάτων και πολιτιστικών φορέων από την Εταιρία Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης ως πολιτιστικές πρωτοβουλίες «βάσης», με παρουσία στο θέατρο και στο ραδιόφωνο στο παρελθόν, βραβεύτηκε από τον Σύνδεσμο Εκδοτών Βορείου Ελλάδος, το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, το Δίκτυο Γυναικών Θεσσαλονίκης, το Κρατικό Θέατρο το οποίο παρουσίασε θεατροποιημένη ποίησή της στη Μονή Λαζαριστών κ.α., επανέρχεται με τη νέα ποιητική συλλογή της «Παραλλαγές σ’ ένα σώμα» (εκδόσεις ΑΩ, 2024).

Με φωνή που γίνεται ζωντανή μαρτυρία των απόκληρων και των αποκλεισμένων

(Κι έτσι σε κάθε πέρασμα/Τοποθετούσαν εμπόδια/Με τέτοιο τρόπο ώστε να φαίνονται αδυναμίες δικές μας γράφει), αλλά και με έναν τόνο βαθύ, προσωπικό κι ατόφιο, που μπορεί να μετατρέπει το αστικό σαλόνι σε θέατρο στο οποίο παίζεται αποξαρχής η μοίρα του κόσμου στο ημίφως: Απλωσε τα δυο της χέρια να προλάβει να σκεπάσει/Οτι μπορέσει από την ανοικονόμητη ζωή της/Ενα ρούχο της νύχτας όλο κι όλο/Εφτασε να την καλύψει/Επεσε σεντόνι στα λόγια/Ξέχασε τι ήθελε να πει/Επιλεκτική λήθη/Τώρα ακούει ήχους από εντειχισμένα ρολόγια/Το ρυθμικό τικ τακ/Εναρμονισμένο με τη φορά της κουνιστής πολυθρόνας/Οταν κάθεται και συλλογάται/Τι είχε τι έχασε/Και πόσα χρωστά ακόμα/Μαζί με κάτι ακατανόητους ψιθύρους που ξεστομίζει/ Στρατιωτάκια ακούνητα, αμίλητα και αγέλαστα/Φτου ξελευθερία.

Η ποίηση της Αθανασιάδου, όπως βαθαίνει σαν ένα παλιό σπιτικό λικέρ στον χρόνο, λικέρ που μοιράζεσαι με μουσαφίρηδες όχι μόνο δικούς της μα και ανέστιους και ξένους, μιλά για την ξενότητα του οικείου που χαρακώνει χειριστικά το βλέμμα και τον ορίζοντα, μα και αντίστροφα για την οικειοποίηση του ξένου εντός μας ως ένα διαρκώς επανερχόμενο αίνιγμα μεταξύ λύσης και τραγωδίας:

Ο Οιδίποδας του χρόνου μοιρολογά/Πάνω από δέκα αιώνες μοναξιάς μετράει/Περιπλανιέται κρατώντας γερά στη μνήμη/Τη λύση και το αίνιγμα/Κι αν τη βρήκε -σκέφτεται- τι μ’ αυτό/Πού τον ωφέλησε αναρωτιέται/Αφού όλη η πλάνη γράφτηκε/Στη δική του πλάτη/Και τώρα στα γεράματα ψάχνει να βρει/Μιαν άκρη μια κώχη/Να ξαποστάσει το κορμί του/Μα όπου κι αν πάει/Οι άνθρωποι τον αναγνωρίζουν/Τον φωνάζουν με τ’ όνομά του/Και τον διώχνουν μακριά απ’ τον τόπο τους/Ξένος και πρόσφυγας νιώθει σε κάθε μέρος/Ακόμη και στην ίδια του τη μάνα γη/Που τόσο αγάπησε.

Με αλληγορίες που μιλούν για το παντοτινό της και το πρόσκαιρο της ζωής μας και πατώντας σε μια γνήσια «φιλοσοφικότητα» που αναβλύζει σε σχεδόν κάθε στίχο, αλλά δεν αρνείται να δει την καθημερινή σκληρότητα μα πατά «καταγής» με φτερά αντί για πόδια, επικαλείται το παρελθόν και το μεταποιεί σε μέλλον;

Είμαστε μνήμη/Ενα πέτρινο αποτύπωμα στον χρόνο/Λέξεις από χώμα που κυριεύουν σώματα/Οταν δεν γίνονται πληγές/Κραυγές στον άνεμο/Που κερδίζουν σε διάρκεια/Τη δύναμη ν’ αντισταθούν/Στο φθαρτό, στο μάταιο στο αναπόφευκτο. Ν’ αποκτήσουν έστω για λίγο/Το ελάχιστο από τη χαμένη τους ελευθερία.

Δεν είμαστε ελεύθεροι όσο επιθυμούμε, όσο θέλουμε, όσο φοβόμαστε έγραψε η Γιουρσενάρ μιλώντας για μία από τις λέξεις-κλειδιά στην τελευταία κατάθεση της Φανής.

Ομως, όπως η λέξη ποίηση βγαίνει από το «ποιώ», η Αθανασιάδου με τη γραφή και τη στάση ζωής της μας θυμίζει πως τόσο η ποίηση όσο και η ελευθερία ίσως να μην πραγματώνεται πουθενά όσο στο αγωνιζόμενο πλάσμα που στέκεται όρθιο μπροστά στη μοίρα του.

Μέρα χωρίς απάντηση ζητά να πάρει πίσω τον λόγο της, γράφει κάπου. Με τους στίχους της, ακόμη κι αν νυχτώνει, βοηθά τόσο την ποίηση όσο και την ποιητικότητα να μην πάρουν πίσω τον δικό τους.