ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιώργος Μαντενιώτης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Από τις εκδόσεις Αργοναύτης κυκλοφόρησε η συλλογή «Καπιταλισμός και Πόλεμος» με κείμενα μαρξιστών και κομμουνιστών επαναστατών για το θέμα του πολέμου. Με αυτή την αφορμή ο συνεπιμελητής της έκδοσης Χρήστος Κεφαλής έδωσε στον ιστορικό Τάκη Μαστρογιαννόπουλο τη συνέντευξη που ακολουθεί.

Η κυκλοφορία της συλλογής «Καπιταλισμός και Πόλεμος» έρχεται σε μια στιγμή που τα σύννεφα των πολέμων πυκνώνουν παντού στον κόσμο. Πώς προέκυψε αυτή η ιδέα; Τι περιέχει η συλλογή;

Η ιδέα για τη συλλογή ήταν του Αντώνη Παντίδη ο οποίος επέλεξε και μετέφρασε τα περισσότερα κείμενα, ενώ έγραψε και μια κατατοπιστική Εισαγωγή. Επιμεληθήκαμε από κοινού την έκδοση, στην οποία συνεισέφερα ένα Επίμετρο. Οι εκδόσεις Αργοναύτης αγκάλιασαν το εγχείρημα, η επικαιρότητα του οποίου είναι πρόδηλη. Ολοι οι σκεπτόμενοι, προοδευτικοί άνθρωποι παρακολουθούν ανήσυχοι σήμερα τους πολέμους στην Ουκρανία, την Παλαιστίνη και αλλού και είναι αδύνατο να σχηματίσουμε σωστή άποψη αν δεν κατανοούμε τα αίτιά τους. Τα κείμενα της συλλογής, γραμμένα από επιφανείς μαρξιστές και κομμουνιστές επαναστάτες, φωτίζουν τη σχέση των πολέμων με τον καπιταλισμό από όλες τις σημαντικές της πλευρές.

Στην Εισαγωγή του ο Παντίδης χωρίζει τα κείμενα σε τρεις ενότητες: ώς τον Α’ Παγκόσμιο, όταν οι μαρξιστές βρίσκονταν αντιμέτωποι με τους αστικούς πολέμους· μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, όταν οι αναλύσεις τους πλουτίστηκαν με τις εμπειρίες της συγκρότησης του Κόκκινου Στρατού· τέλος, από τον Β’ Παγκόσμιο και δώθε όταν έδωσαν βάρος στο ζήτημα του ανταρτοπόλεμου. Ποια η σημασία της κάθε περιόδου;

Αυτές οι περίοδοι αντιστοιχούν σε ιστορικά στάδια του κομμουνιστικού και ευρύτερου επαναστατικού κινήματος. Αρχικά οι μαρξιστές, ιδιαίτερα οι Μαρξ, Ενγκελς και Λένιν, εστίασαν στην επεξεργασία μιας μαρξιστικής θεωρίας του πολέμου. Η ολοκλήρωσή της έγινε από τον Λένιν, που είχε εμπρός του τη μετάβαση του καπιταλισμού στο ιμπεριαλιστικό του στάδιο, το οποίο δεν πρόλαβαν οι Μαρξ και Ενγκελς. Η νίκη του Οκτώβρη στηρίχτηκε στη δημιουργία του Κόκκινου Στρατού, που κατανίκησε την ιμπεριαλιστική επέμβαση και τους Λευκούς στασιαστές.

Ως αποτέλεσμα, χάρη και στην εργασία του Τρότσκι, αναδείχτηκαν στον Κόκκινο Στρατό επιφανείς θεωρητικοί του πολέμου, όπως οι Τουχατσέφσκι, Φρούνζε, Σβετσίν, κ.ά. οι οποίοι επεξεργάστηκαν το πολεμικό δόγμα της ΕΣΣΔ. Η ΕΣΣΔ βρέθηκε τότε στην πρωτοπορία της στρατιωτικής επιστήμης και οι θεωρίες τους βρήκαν εφαρμογή στον Β’ Παγκόσμιο στη μάχη του Στάλινγκραντ και αλλού. Βέβαια οι μεγάλοι αυτοί θεωρητικοί δεν ήταν τότε παρόντες· εκκαθαρίστηκαν το 1938 από τον Στάλιν με τις γνωστές καταστροφικές συνέπειες για την ΕΣΣΔ στην αρχή του πολέμου. Κείμενά τους περιλαμβάνονται στη συλλογή, όπως και των Ενγκελς και Λούκατς οι οποίοι ενδιαφέρονταν ζωηρά για τα ζητήματα του πολέμου. Η αφύπνιση του Τρίτου Κόσμου μετέφερε στη συνέχεια το κέντρο του επαναστατικού κινήματος στις χώρες της περιφέρειας. Μια περίοπτη όψη αυτού ήταν η άνοδος των αντάρτικων κινημάτων, νικηφόρων στην Κούβα, το Βιετνάμ και αλλού, που διαδραμάτισαν μεγάλο ιστορικό ρόλο και ενάντια στον φασισμό στα 1941-45. Η εμπειρία της περιόδου θεωρητικοποιήθηκε από τους Τσε Γκεβάρα, Μάο, Γκιαπ κ.ά.

Οι κλασικοί του μαρξισμού, ιδιαίτερα ο Λένιν, αν και τόνισαν την εναντίωση των σοσιαλιστών στους πολέμους με τη βαρβαρότητα που τους συνοδεύει, δεν αρκέστηκαν σε μια γενική καταδίκη τους. Διατύπωσαν συγκεκριμένα κριτήρια για την εκτίμηση των πολέμων και τη στάση απέναντί τους. Πώς αποτυπώθηκαν οι αναλύσεις τους;

Ο Λένιν συνόψισε τη μαρξιστική θέση για τον πόλεμο με το απόφθεγμα του Κλαούζεβιτς, του μεγάλου θεωρητικού του πολέμου, ότι ο πόλεμος είναι συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα. Αυτό σημαίνει ότι για να εκτιμήσουμε τον χαρακτήρα ενός πολέμου πρέπει να δούμε τους ταξικούς, αλλά και εθνικούς κ.ά. ανταγωνισμούς που προηγήθηκαν στις εμπλεκόμενες χώρες. Στη βάση αυτή ο Λένιν διέκρινε ανάμεσα σε προοδευτικούς πολέμους, τους οποίους η αστική τάξη διεξήγαγε κυρίως στην ανοδική της περίοδο όταν αγωνιζόταν ενάντια στη φεουδαρχία, και τους αντιδραστικούς πολέμους της ιμπεριαλιστικής εποχής που αποσκοπούν στο μοίρασμα των σφαιρών επιρροής ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις.

Κλασική τέτοια περίπτωση ήταν ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, ένας πόλεμος όχι για την υπεράσπιση της πατρίδας, όπως παρουσιαζόταν από τις κυρίαρχες τάξεις, αλλά ακριβώς για τη λεηλασία του κόσμου από τις νικήτριες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Ο Λένιν, η Λούξεμπουργκ, ο Καρλ Λίμπκνεχτ, ο Τρότσκι και ακόμη λίγοι επαναστάτες μαρξιστές της εποχής υπεράσπισαν αυτή την εκτίμηση, η οποία είχε δοθεί ήδη στα συνέδρια της Β’ Σοσιαλιστικής Διεθνούς στη Στουτγάρδη (1907) και τη Βασιλεία (1912). Η πλειοψηφία των τότε σοσιαλιστών ωστόσο, περιλαμβανομένων σημαντικών μαρξιστών όπως οι Κάουτσκι και Πλεχάνοφ, πήρε μια σοβινιστική θέση με συνέπεια τη χρεοκοπία της Β’ Διεθνούς.

Βέβαια ο Λένιν προειδοποιούσε ισχυρά ενάντια στην άποψη ότι επειδή κυριαρχούσε παγκόσμια ο ιμπεριαλισμός, όλοι οι πόλεμοι θα ήταν εφεξής ιμπεριαλιστικοί και δεν ήταν πλέον δυνατοί οι εθνικοί πόλεμοι. Τόνισε ότι τέτοιοι πόλεμοι, όπως εκείνοι των λαών των αποικιών και των μικρών χωρών ενάντια στις μεγάλες δυνάμεις, ήταν προοδευτικοί και αναπόφευκτοι. Αυτή η θέση του έχει μια επίκαιρη διάσταση για τον τωρινό πόλεμο στην Ουκρανία, που εμπλέκει μια λαϊκή αντίσταση στον μεγαλορωσικό σοβινισμό του καθεστώτος Πούτιν, ενάντια στο τσαρικό ανάλογο του οποίου προειδοποιούσε επίμονα ο Λένιν.

Μια βασική πλευρά των τωρινών εξελίξεων είναι ο εντεινόμενος μιλιταρισμός και η διαμόρφωση των δύο ιμπεριαλιστικών μπλοκ, των Δυτικών και της Ρωσίας – Κίνας. Η κατάσταση θυμίζει έντονα εκείνη πριν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τι έχουν να μας πουν οι τότε αναλύσεις των μαρξιστών για όσα επικίνδυνα διαδραματίζονται στις μέρες μας;

Στη δεκαετία του 1900-10 σχηματοποιήθηκαν οι δύο αντίπαλοι ιμπεριαλιστικοί συνασπισμοί της Αντάντ (Γαλλία, Βρετανία, Ρωσία) και των Κεντρικών Δυνάμεων (Γερμανία, Αυστροουγγαρία), που έσυραν την ανθρωπότητα στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι κυρίαρχες τάξεις εμφάνιζαν τη συγκρότησή τους και τον μιλιταρισμό που πυροδότησαν ως εγγύηση για την ειρήνη, αφού τα δυο στρατόπεδα, έλεγαν, ήταν τόσο ισχυρά που κανένα δεν θα τολμούσε να επιτεθεί στο άλλο. Ανάλογα επιχειρήματα ακούμε και σήμερα από τις κυβερνήσεις, περιλαμβανόμενης της ελληνικής, ότι οι εξοπλισμοί τους διασφαλίζουν την ειρήνη κ.ο.κ.

Οι μαρξιστές της εποχής, ιδιαίτερα ο Λένιν και η Λούξεμπουργκ, απάντησαν πειστικά ότι ο μιλιταρισμός και οι εξοπλισμοί δεν ήταν μια διασφάλιση απέναντι στον πόλεμο, αλλά ο δρόμος που οδηγούσε στον πόλεμο. Η Ιστορία τούς δικαίωσε. Σήμερα έχουμε μπει σε μια εποχή μεγάλων κλυδωνισμών του καπιταλισμού και έντασης του ανταγωνισμού ανάμεσα στα ιμπεριαλιστικά μπλοκ, με την Κίνα να διεκδικεί την παγκόσμια ηγεμονία από τις ΗΠΑ. Αν σταθούμε στη μαρξιστική άποψη για τον πόλεμο ως συνέχιση της πολιτικής, είναι σαφές ότι ακόμη και μια λήξη του πολέμου στην Ουκρανία δεν θα σημάνει επιστροφή στην ειρήνη. Δεδομένου ότι οι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί οξύνονται, οι πολεμικοί κίνδυνοι επίσης θα οξύνονται.

Οι μαρξιστές, ιδιαίτερα ο Λένιν, άσκησαν οξεία κριτική στον πασιφισμό, την άποψη ότι είναι δυνατό στο πλαίσιο του καπιταλισμού να καταργηθούν οι πόλεμοι μέσα από συμφωνίες αφοπλισμού κ.ο.κ. Ποια η σημασία της για το σήμερα;

Η κριτική των μαρξιστών στον πασιφισμό ήταν μέρος της γενικότερης κριτικής τους στον ρεφορμισμό, την άποψη ότι αφήνοντας άθικτη τη βάση του καπιταλισμού μπορεί σιγά σιγά να τον μεταρρυθμίσουμε σε μια δίκαιη και ειρηνική κοινωνία. Ο Λένιν τόνισε τον ουτοπικό χαρακτήρα των πασιφιστικών σχεδίων για τον αφοπλισμό, τα οποία αγνοούν τη συνύφανση του ιμπεριαλισμού με τους πολέμους. Η κατάργηση των πολέμων είναι αδύνατη όσο διατηρείται ο χωρισμός της κοινωνίας σε τάξεις και η συγκέντρωση του κοινωνικού πλούτου στα χέρια μιας μονοπωλιακής ελίτ. Ο πασιφισμός καταλήγει αδιάλειπτα σε μια φυγή από τις δυσχέρειες του σοσιαλιστικού αγώνα υποσχόμενος εύκολες, αλλά απραγματοποίητες λύσεις. Η ειρήνη στην Ευρώπη μετά το 1945 ήταν το αποτέλεσμα της συντριβής του ναζισμού από τους λαούς, που εκμηδένισε την άκρα αντίδραση για 50 χρόνια· όχι κάποιας φιλειρηνικής στροφής των κυρίαρχων τάξεων.

Τα αντάρτικα κινήματα έπαιξαν έναν μεγάλο προοδευτικό ρόλο τόσο στον Β’ Παγκόσμιο όσο και μεταπολεμικά στον Τρίτο Κόσμο. Από τις τάξεις τους αναδείχτηκαν επιφανείς επαναστάτες, όπως ο Αρης Βελουχιώτης και ο Τίτο στον Β’ Παγκόσμιο, αργότερα ο Τσε, ο Μάο, ο Γκιαπ στα αντάρτικα της Κούβας, της Κίνας, του Βιετνάμ. Αυτές οι εμπειρίες έχουν μια άμεση αναφορικότητα σήμερα;

Στα αντάρτικα κινήματα αφιερώνονται αρκετά κείμενα της συλλογής. Ενα από αυτά, γραμμένο από τον Μαρξ, αναφέρεται στον ανταρτοπόλεμο των Ισπανών ενάντια στη ναπολεόντεια Γαλλία στα 1809-14. Ο Μαρξ παρατηρεί διεισδυτικά εκεί ότι ενώ το ισπανικό καθεστώς ήταν αντιδραστικό, όταν ο πόλεμος ξέφευγε από τον έλεγχό του και μετατρεπόταν σε ένα αντάρτικο τοπικών στρατιωτικών σωμάτων ενάντια στους εισβολείς έτεινε να πάρει λαϊκό χαρακτήρα. Αυτή η μετάβαση παρατηρήθηκε σε πολλές περιπτώσεις στον 20ό αιώνα. Μορφές όπως ο Αρης Βελουχιώτης και ο Τίτο στον Β’ Παγκόσμιο, ο Φιντέλ και ο Τσε μεταπολεμικά, έγιναν θρύλοι και κατέχουν μια εξέχουσα θέση στο επαναστατικό πάνθεον.

Εξέφρασαν στον καιρό τους την κίνηση της Ιστορίας προς τα εμπρός, την αφοσίωση στους αγώνες των καταπιεσμένων ενάντια στον φασισμό και τον αμερικανισμό και στην υπόθεση του σοσιαλισμού. Εδωσαν γνήσια επαναστατικά πρότυπα, συχνά ενάντια σε «κομμουνιστικές» ηγεσίες που πρότασσαν τα οργανωτικά φετίχ και τους συκοφαντούσαν. Βέβαια η δράση τους ξετυλίχτηκε σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο, όταν υπήρχε η ΕΣΣΔ και οι συσχετισμοί εξελίσσονταν ευνοϊκά για τα κινήματα διεθνώς. Σήμερα είναι δύσκολο να φανταστούμε πώς θα συμβεί κάτι ανάλογο. Δεν είναι αδύνατο· οι Κούρδοι π.χ. διεξάγουν έναν δίκαιο εθνικό αγώνα και αν εξασθενίσει ο Ασαντ οι πολιτοφυλακές τους θα μπορούσε να τον ανατρέψουν. Οπωσδήποτε όμως οι δυνατότητες είναι πιο περιορισμένες. Αυτό δεν σημαίνει ότι το πρότυπο του Αρη και του Τσε έχει ξεπεραστεί. Οι μεγάλες επαναστατικές παραδόσεις αναζωογονούνται σε κάθε στάδιο με νέους τρόπους.

Οχι κάποιος κομμουνιστής, αλλά ο Χένρι Κίσινγκερ έχει προειδοποιήσει επανειλημμένα ότι οι τωρινές εξελίξεις, τις οποίες σύγκρινε με εκείνες στις παραμονές του πολέμου του 1914-18, κάνουν ορατή την απειλή ενός Γ’ Παγκόσμιου Πολέμου. Κάτι τέτοιο θα οδηγούσε βέβαια στον πυρηνικό όλεθρο. Δεδομένης της τεράστιας ισχύος των ιμπεριαλιστικών μπλοκ και της παρούσας αδυναμίας των κινημάτων είναι ρεαλιστική η ματαίωση αυτής της προοπτικής;

Η παγκόσμια κατάσταση σήμερα, αν τη δούμε γεωπολιτικά, μοιάζει πράγματι με εκείνη της πρώτης δεκαετίας του 20ού αιώνα. Αν τη δούμε από την ταξική-κοινωνική πλευρά της όμως μοιάζει πολύ περισσότερο με τον Μεσοπόλεμο, που σημαδεύτηκε από την ορμητική άνοδο του ναζισμού και της ακροδεξιάς αντίδρασης. Είναι σίγουρα δύο αρνητικά δεδομένα, ο συνδυασμός των οποίων δεν προοιωνίζεται τίποτα καλό. Βέβαια στον Μεσοπόλεμο η επίθεση της αντίδρασης πυροδότησε από το 1934-35 μια αντεπίθεση των κινημάτων, ιδιαίτερα στη Γαλλία και την Ισπανία, με την αντιφατική μορφή των Λαϊκών Μετώπων. Νομίζω ότι και σήμερα μπορούμε να περιμένουμε μια ανάλογη αντίδραση. Οι λαοί έχουν υποστεί τα πάνδεινα τις τελευταίες δεκαετίες και αυτό δεν μπορεί να μην προκαλέσει κοινωνικές εκρήξεις.

Σε αυτές βρίσκεται η μοναδική ελπίδα να ματαιωθούν οι πολεμικοί κίνδυνοι, αν οι λαοί μπορέσουν να βάλουν έγκαιρα τη σφραγίδα τους στις εξελίξεις. Αυτό προϋποθέτει να υπάρχει ένας επαρκής φορέας, μια νέα κομμουνιστική πρωτοπορία, για να εκφράσει και να δώσει ώθηση στην κοινωνική διαμαρτυρία. Σήμερα δεν υπάρχει κάτι τέτοιο· απεναντίας, έχουμε μόνο ψευδο-πρωτοπορίες που θα θέσουν εμπόδια, με πιο τυπικό παράδειγμα τη νεοσταλινική ηγεσία του ΚΚΕ. Οπως σωστά τονίζετε στο βιβλίο σας «Η άνοδος και η πτώση των Εργατικών Διεθνών», το 1914 οι διεθνιστές ήταν μια ισχνή και απομονωμένη μειοψηφία στο διεθνές σοσιαλιστικό κίνημα. Και όμως μέσα σε 3-4 χρόνια χάρη στη σωστή εκτίμηση της κατάστασης και τη βασισμένη σε αρχές πολιτική γραμμή τους μπόρεσαν να καθοδηγήσουν μια νικηφόρα επανάσταση στη Ρωσία και μεγάλα κινήματα που συντάραξαν τη Δυτική Ευρώπη. Είναι η απάντηση της Ιστορίας στις πεσιμιστικές στάσεις, στη σύλληψη των όρων της οποίας συνεισφέρουν τα κείμενα της συλλογής.