Τα βασικά χαρακτηριστικά της γραφής του Γιώργου Γκανέλη: Οι αιφνιδιαστικοί λεκτικοί συνδυασμοί και το απροσδόκητο ξετύλιγμα των στίχων. Παρέκβαση: Σε ανάλογες περιπτώσεις, ορισμένοι μιλούν για υπερρεαλιστικές πρακτικές, όμως δεν έχει πλέον νόημα να χρησιμοποιούμε τέτοιους όρους, σήμερα που τα παρελθοντικά ρεύματα έχουν αφομοιωθεί και οι τεχνικές τους επιστρατεύονται μέσα σε μια τελείως διαφορετική προοπτική. Καλό είναι λοιπόν να επινοούμε, όταν μπορούμε, όρους οι οποίοι εναρμονίζονται με την εποχή μας, ειδάλλως να ακολουθούμε την απλή περιγραφική προσέγγιση. Επιστρέφω, τώρα, στη «Χειρόγραφη φωνή»: Το δεύτερο χαρακτηριστικό της αποτελεί μια μεταμοντέρνα αίσθηση του χιούμορ, που μετατρέπει κάποια ποιήματα σε φάρσες. Το δε ύφος θυμίζει, ενίοτε, τον Νίκο Καρούζο, οπότε συναντάμε μεταφορές καρούζειες ως προς το θράσος τους. Επιπλέον, ο κερματισμός εκάστου ποιήματος, η χρήση της στίξης –ιδιαίτερα των παρενθέσεων και της διπλής παύλας– και το πληθυντικό πρόσωπο με το οποίο εμφανίζεται το ποιητικό υποκείμενο προκαλούν σημαντικές διακυμάνσεις του τόνου.
Ωστόσο, το βασικότερο χαρακτηριστικό του Γιώργου Γκανέλη συνιστά η ανάγκη του να παράγει συνεχώς ποίηση. Θα έλεγα πως και η συγκεκριμένη συλλογή οφείλεται σε ένα στοίχημα του τύπου nulla dies sine linea. Αυτό το γνώρισμα συνοδεύεται από την αυτοαναφορικότητα, γιατί, πολλές φορές, η γραφή στρέφεται στον εαυτό της, ώστε στα ποιήματα ενέχεται η μέριμνα τόσο για την ανάπτυξη και την ολοκλήρωσή τους όσο και για την περαιτέρω συνέχιση της διαδικασίας της σύνθεσης. Ετσι, εδώ μπορούμε να κάνουμε λόγο για μια ποιητική μηχανή, η οποία έχει τεθεί σε αδιάκοπη λειτουργία. Ο αμείωτος ρυθμός της ποιητικής σύνθεσης ενσωματώνεται, μάλιστα, στη συλλογή ως ένα είδος δείξεως: Μέσω μιας ενεστωτικής παραστατικότητας και ενός νευρώδους προχωρήματος φαίνεται σαν αυτή η ασταμάτητη διαδικασία παραγωγής να εκτυλίσσεται τώρα μπροστά μας. Σαν να γινόμαστε μάρτυρες της λειτουργίας της ποιητικής μηχανής του Γκανέλη.
Κι ας μην υπάρχει τίποτα / όπως όταν φεύγω άπρακτος / (θα το νιώσεις με τον καιρό) // Τόσες απόπειρες αναπνοής / τόσα ανοιχτά πουκάμισα – / πρέπει να ξέρεις από πνιγμό // Αμα πεινάσει το ακροατήριο / κατεβάζει και συντομογραφίες / αυτό που λέμε υποσυνείδητο // Ενώνεις τους αντίθετους πόλους / και σου προκύπτει εγκυμοσύνη / –κάθε άλλο παρά ανεπιθύμητη– // Και ούτε που θα το καταλάβεις / πώς σ’ εκδικήθηκε η πλημμυρίδα / και ακόμη δεν έχουμε γνωριστεί («Στροφές υπό διωγμό»)
Τα ποιήματα, όπως και το παρατιθέμενο, κεντράρονται, κατά τη σύνθεση, στη μέση της σελίδας, ώστε να ελέγχεται η έκταση των στίχων, για να δημιουργείται η εντύπωση της ισοσυλλαβίας. Είναι έκδηλος, εξάλλου, ο στόχος να καταστρέφεται η συνέχεια.
Οι «Στροφές υπό διωγμό» παίρνουν ολοένα άλλη κατεύθυνση. Το αντικείμενο της αναφοράς μεταβάλλεται διαρκώς. Η διάρθρωση σε τρίστιχες ενότητες φέρνει στον νου τη μέθοδο του Ντίνου Σιώτη. Οι πέντε ενότητες που προκύπτουν είναι αυτόνομες, ώστε προκαλείται ένα πολυφωνικό αποτέλεσμα: Μιλούν πέντε διαφορετικά ποιητικά υποκείμενα, το καθένα βάσει της δικής του οπτικής. Είναι σαν να έχεις κλείσει, στο ίδιο δωμάτιο, πέντε ανθρώπους οι οποίοι αποφαίνονται, ο καθένας για άλλο ζήτημα, χωρίς να λαμβάνει καθόλου υπόψη τους υπόλοιπους. Μια εμπρόθετη σύγχυση μαζί με το ομόλογό της, το κενό.
Ομως, στο παραπάνω ποίημα, αναδεικνύεται και ένα καταστατικό στοιχείο ολόκληρης της συλλογής. Η ποιητική μηχανή του Γιώργου Γκανέλη υπόκειται σε καθορισμένα όρια. Ή, για να το διατυπώσω πιο κυριολεκτικά, ο ίδιος ο ποιητής βάζει ένα όριο στο αισθητικό πρόταγμά του. Λέει, δηλαδή, «την τέχνη μου θα την τεντώσω μέχρι εδώ και δεν θα προσπαθήσω για παραπέρα». Ετσι, τα ποιήματά του φτάνουν έως το σημείο εκείνο στο οποίο αποτελούν άρτιες κατασκευές του παράλογου: Κατασκευές στηριγμένες σε ένα συνεπές δομικό σχέδιο οι οποίες, ωστόσο, εξυπηρετούν τη διάλυση της αφήγησης και, εν γένει, της νοηματικής συνέχειας. Μια οργανωμένη λοιπόν μορφή και ένα χαοτικό περιεχόμενο. Αυτά τα δύο αντιπροσωπεύουν το αισθητικό πρόταγμα και, ταυτόχρονα, το όριο του Γκανέλη. Μεταφράζονται, επιπλέον, στην εξής δήλωση: «Τα ποιήματά μου περιορίζονται στο να συμμορφωθούν προς τη συνθήκη του παράλογου η οποία εφαρμόζεται από τον σύγχρονο κόσμο». Θεωρώ, όμως, πως δεν αρκούν τα προηγούμενα, όσον αφορά την ποιητική πράξη ενός σημερινού δημιουργού. Σύμφωνοι, ζούμε στην κοινωνία της διακινδύνευσης του Ulrich Beck, στους ρευστούς καιρούς του Zygmunt Bauman, αλλά το να αναγνωρίζουμε, απλώς, την πολυπλοκότητα των ετερόκλιτων παραγόντων, που προξενεί χάος στη ζωή μας, δεν βοηθά σε τίποτα. Οσοι σκέφτονται και όσοι γράφουν χρειάζεται να κάνουν ένα βήμα παραπέρα, διαρρηγνύοντας το φράγμα που σηκώνεται από το παράλογο του χάους, σε αναζήτηση μιας νέας αφήγησης και μιας νέας νοηματικής συνέχειας. Γι’ αυτό προκρίνω τα σημεία όπου η ποιητική μηχανή του Γιώργου Γκανέλη υπερβαίνει τα καθορισμένα όριά της:
[…] Και το φτερούγισμα της ψυχής / μια ήπια παρατεταμένη εκπνοή / ώσπου να συναντήσει το Μηδέν […] («Αποδημία»)
*Ποιητής, ομηριστής, κριτικός λογοτεχνίας
