ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ myrtomitraina
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Για πολλά χρόνια η μεταξύ σχέση της ψυχανάλυσης και του χριστιανισμού διαμορφωνόταν μέσα από την πόλωση των ψυχαναλυτών και των θεολόγων. Οι ειδικοί ψυχικής υγείας επέμεναν να βλέπουν την πίστη ως σύμπτωμα άλυτων εσωτερικών συγκρούσεων και οι άνθρωποι της Εκκλησίας δεν αναγνώριζαν τη χρησιμότητα της συγκεκριμένης επιστήμης. Ισως γιατί μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα, τα μοναστήρια και οι εκκλησίες στη χώρα μας είχαν επιφορτιστεί με ένα σημαντικό μέρος της ψυχιατρικής περίθαλψης. Το τοπίο άρχισε να μετασχηματίζεται μετά την ίδρυση του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους.

Σήμερα η ψυχαναλυτική θεωρία και πρακτική προσελκύει ολοένα και περισσότερους σύγχρονους θεολόγους που θέλουν να απευθυνθούν με μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα στον σύγχρονο άνθρωπο. Κι ενώ η θεολογία, η οποία διαμορφώθηκε στην προνεωτερική παραδοσιακή κοινωνία, δείχνει πρόθυμη να χρησιμοποιήσει κάποια από τα ψυχαναλυτικά εργαλεία, η ψυχανάλυση, η οποία είναι γέννημα-θρέμμα της νεωτερικότητας, μοιάζει να αναζητά τις θρησκευτικές της ρίζες. Οχι όμως αναίμακτα. Ιδίως όταν διαπλέκεται με την πολιτική. Ο μη διαχωρισμός εξάλλου της Εκκλησίας από το Κράτος καθορίζει ως γνωστόν τον τρόπο με τον οποίο ένα κράτος παίζει το παιχνίδι του λαϊκισμού.

Η ψυχανάλυση, όπως και η κοινωνική ανθρωπολογία, αναγνωρίζει πως οι θρησκευτικές παραδόσεις δεν έχουν σταματήσει ποτέ να συμβάλλουν στον σχηματισμό των συλλογικών ταυτοτήτων και νοοτροπιών. Γνωρίζουμε πως η θέση της θρησκείας στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα είναι στενά συνδεδεμένη με τον ρόλο του κοινωνικοπολιτικού κράτους κι έχουμε βιώσει στο πετσί μας πως τα πολιτικά υποκείμενα διαμορφώνονται ακόμα και σήμερα στην Ελλάδα μέσα από την ιδεολογική ηγεμονία της Εκκλησίας και τις ρητορικές της.

Πριν από μερικές ημέρες ο όρος χριστιανόμετρο διείσδυσε στον δημόσιο διάλογο πυροδοτώντας μια συζήτηση γύρω από την πολιτική καπήλευση της χριστιανικής πίστης στο κατώφλι της Μεγάλης Εβδομάδας, μια περίοδο ενδοσκόπησης και περισυλλογής, κατά τη διάρκεια της οποίας αναδύονται υπαρξιακά ζητήματα που άπτονται του θανάτου και της ανάστασης. Η Μεγάλη Παρασκευή είναι μέρα πένθους και φέρει την οδύνη της ενοχής και τον φόρο τιμής στους νεκρούς, ενώ το Μεγάλο Σάββατο ξεκινά η ευκαιρία της αναγέννησής μας. Εχει προηγηθεί μια συναισθηματική κατάσταση χαρμολύπης. Πώς επιδρά λοιπόν η θρησκευτική πίστη στον άνθρωπο;

Για τον Ζίγκμουντ Φρόιντ η εικόνα του Θεού είναι μια ιδανική πατρική φιγούρα και ο θρησκευτικά πιστός προστατεύεται σε μεγάλο βαθμό από τον κίνδυνο ορισμένων νευρωτικών ασθενειών. Για την ακρίβεια «η αποδοχή της γενικής νεύρωσης τον απαλλάσσει από το καθήκον να διαμορφώσει ατομική νεύρωση» αναφέρει χαρακτηριστικά ο πατέρας της ψυχανάλυσης. Πράγματι η θρησκεία έχει τη δύναμη να μαλακώσει τις υπαρξιακές μας ανησυχίες, να κατευνάσει τον φόβο του θανάτου και να αντιπαλέψει το άγχος μας. Η πίστη αποδεικνύεται συχνά ευεργετική για τον ανθρώπινο ψυχισμό. Γι’ αυτό και οι ψυχαναλυτές δεν υποτιμούν την ανακούφιση που αναζητούν όσοι στρέφονται προς τη θρησκεία.

Η Τζούλια Κρίστεβα, στο βιβλίο της «Αυτή η απίστευτη ανάγκη για πίστη», επανεξετάζει την ανάγκη για πίστη που δίνει ζωή στο ανθρώπινο ον, αναγνωρίζοντας την προ-θρησκευτική ανάγκη για πίστη, χαρακτηριστική όλων των πολιτισμών. Υπογραμμίζει πως ο χριστιανισμός «είναι η μοναδική θρησκεία η οποία “απευθύνεται με οικειότητα” στην οδύνη» και πως «η χριστιανική πίστη προϋποθέτει τον πόνο ακριβώς για να τον μετουσιώσει σε λόγο». Η Γαλλίδα ψυχαναλύτρια εξηγεί πως η πίστη σε έναν «Θεό που υποφέρει και πεθαίνει – πριν αναστηθεί» ενσωματώνει και μετουσιώνει το ανθρώπινο πάθος και αποσαφηνίζει πως η ίδια η πίστη δεν είναι παραληρηματική και πως απλά έχει τη δυνατότητα να γίνει παραληρηματική όταν υπάρχουν φονταμενταλιστικές τάσεις. Γι’ αυτό και η σύγχρονη ψυχανάλυση δεν έχει ως στόχο την κατάργηση ή την απαγόρευση της θρησκείας, παρά μόνο την παύση της όποιας νοσηρής θρησκοληψίας και φονταμενταλισμού.

Αν θέλουμε να αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικότερα τόσο τις φονταμενταλιστικές παρεκκλίσεις των θρησκειών όσο και τα αδιέξοδα των εκκοσμικευμένων κοινωνιών, δεν μπορούμε συνεπώς να μη λάβουμε σοβαρά την προ-θρησκευτική ανάγκη για πίστη – φράση δανεική από την Κρίστεβα. Θα πρέπει ωστόσο παράλληλα να αναζητήσουμε και να βρούμε έναν νέο ρόλο για την Εκκλησία. Αυτό δεν σημαίνει πως θα πρέπει να απαρνηθούμε τα θρησκευτικά εθιμοτυπικά τα οποία μπορούν να είναι ευεργετικά για τον ανθρώπινο ψυχισμό. Η θρησκευτικότητα εξάλλου παραμένει μια βασική πτυχή της ελληνικής κουλτούρας. Και αυτό δεν είναι πρόβλημα. Τουναντίον. Το πρόβλημα ξεκινά όταν φετιχοποιούνται οι γραφές μέσα από την απουσία οντολογικής και ουσιοκρατικής σκέψης, όταν οι πολιτικοί χρησιμοποιούν τα «θεία» εμπλέκοντας την εκκλησιαστική εξουσία με την έννοια του έθνους-κράτους.