Γελούσε σπάνια. Δούλευε ασταμάτητα. Ολα περνούσαν από κόσκινο – όχι αυτό με τις μεγάλες τρύπες. Κρησάρα κανονική. «Γεννούσε». Ασταμάτητα επίσης. Αλλά με κοιλοπόνι. Κάθε γραμμή, κάθε καμπύλη στα σκίτσα του, κάθε λέξη στους διαλόγους του, κάθε ομοιοκαταληξία στις φράσεις του, κάθε εύρημα στα θεατρικά του – όλα τα είχε σκεφτεί ξανά και ξανά και ξανά. Οχι, δεν τον γνώρισα. Ζούσα σαν ζούσε, αλλά ήμουν μικρή πολύ το 1995 που μας έφυγε. Μέντη τον έλεγαν. Το καλλιτεχνικό του ψευδώνυμο ήταν Χρύσανθος. Τον ξέρουμε ως Μποστ.
«Είναι φοβερά ευαίσθητος ο κύριος Χρύσανθος και γι’ αυτό πληγώνεται εύκολα. Τον θαυμάζω, τον σέβομαι, τον αγαπώ και φιλώ το χέρι του. Τον ξέρω καλά. Ζω στη σκιά του. Είμαι ένας από τους γιους του και είμαι περήφανος γι’ αυτό». Αυτά έλεγε ο γιος του Κώστας, που δυστυχώς «έφυγε» και αυτός από τη ζωή πριν από τρία χρόνια. Δεν έχουμε μείνει δίχως Μποστ-ατζόγλου όμως. Ο Γιάννης είναι εδώ, εδώ και η Θαλασσινή – η κόρη του και εγγονή του Μέντη. Και δεν ξέρω και ποιος άλλος, καθώς δεν έχω εντρυφήσει στο γενεαλογικό τους δέντρο. Ο Μποστ, ωστόσο, έχει εντρυφήσει στο δικό μου. Και στο δικό σου και σε όλων μας. Μας έχει περιγράψει – και όποιος δεν το ξέρει, δεν ξέρει τι χάνει!
Κωνσταντινουπολίτης ήταν ο Μποστ. Πολυδιαβασμένος. Βρε τον άτιμο, πόσα είχε διαβάσει. Ως εικονογράφος πρωτοεμφανίστηκε στο περιοδικό «Νεοελληνικά Γράμματα» του Δημήτρη Φωτιάδη. Και σκιτσογράφος ήταν, και γελοιογράφος και στιχουργός και λογοτέχνης και θεατρικός συγγραφέας και ζωγράφος και χαρτογράφος (των ζωών μας, αλλά ποιος να τον βρει να του το πει) και λατρεμένος ήταν. Σαν τον άλλο τον μοναδικά αλλόκοτο, τον Λουκιανό – καουμπόι – Κηλαηδόνη. Που μαζί με τον Μποστ συνεργάστηκαν επί χούντας ακόμη: το 1973 ο Λουκιανός γράφει μουσική για τις «Εκλογές του Μποστ» που ανεβαίνει στο Αμιράλ. Τον προηγούμενο χρόνο είχαν συνεργαστεί στη «Φαύστα» για το Θεατρικό Εργαστήρι της «Τέχνης» στο θέατρο Αμαλία. «Η Φαύστα κάθεται μόνη σε μια πολυθρόνα και κεντάει ένα καρέ ντε ταμπλ. Υφος, παράστημα και πόζες εποχής Βερναρδάκη και μελοδραματικές στάσεις, στα κρίσιμα σημεία, Αικατερίνας Βερώνη ή Παρασκευοπούλου, με συγκερασμό κινήσεων Λίας ντε Πούττι του Βωβού Κινηματογράφου. Γενικά, αέρας του παλαιού Ελληνικού διδακτικού Θεάτρου». Αυτά έγραφε ο Μποστ στην πρώτη σκηνή της Φαύστας και να μη λατρέψω εγώ τώρα έναν που μιλάει για το «παλαιό ελληνικό διδακτικό θέατρο» που τόσο σύγχρονό του ήταν (μέσα στη χούντα ήμασταν, μην το ξεχνάμε) και που αν κι αν το παρακολουθούμε να υπάρχει ευθυτενές και εθνικοπατρισμένο και σήμερα και όποιος τολμήσει κριτική από του Μποστ το μποστάνι να δρέψει, θα τον φάει το μαύρο χώμα. Τουτέστιν τα μαύρα τα κατάστιχα των «θεατρικών κύκλων».
«Ωραία το απήγγειλεν – υπήρχε φυσικότις», ακούμε στην παράσταση «Το μποστάνι του Μποστ» που παίζεται στο θέατρο Μεταξουργείο, της Αννας Βαγενά. Του θεάτρου που έφτιαξαν μαζί με τον Λουκιανό. Και τώρα φιλοξενεί αυτή την παράσταση, που συνταιριάζει το τότε με το τώρα. Βέβαια, διαβάζοντας τα της παράστασης βλέπουμε: «Η Θεατρική Εταιρεία THEARTES των Κωνσταντίνου Κυριακού και Κατερίνας Μπιλάλη παρουσιάζει την εξωφρενικά επίκαιρη σπονδυλωτή κωμωδία “Το μποστάνι του Μποστ” με επιθεωρησιακά κείμενα του αξεπέραστου και αμίμητου σατιριστή Μποστ, τα οποία συνοδεύονται από τη μελωδικότατη μουσική του διαχρονικού Λουκιανού Κηλαηδόνη». Ωστόσο, γρήγορα καταλαβαίνουμε πως δεν πρόκειται μόνο για κείμενα του Μποστ, ούτε βλέπουμε μόνο και για πρώτη φορά, όπως λένε οι συντελεστές, «τα πραγματικά φινάλε που έγραψε ο Μποστ στα ήδη γνωστά έργα του -”Φαύστα”, “Μήδεια”, “Ρωμαίος και Ιουλιέτα”-, δίνοντας μία άλλη, διαφορετική κωμικοτραγική διάσταση στην εξέλιξη των ιστοριών τους!». Ισως το κοινό, το οποίο πράγματι διασκέδασε και γελούσε συνεχώς κατά τη διάρκεια της παράστασης, να μην κατάλαβε καν πως τα κείμενα δεν ήταν μόνο του Μποστ αλλά και του Κωνσταντίνου Κυριακού, που παίζει στην παράσταση. Μέχρι τις γερμανικές αποζημιώσεις αναφέρει στο κείμενό του, που «μποστίζει», και τα Μάρμαρα του Παρθενώνα. Μας λέει και τι να ψηφίσουμε και τι όχι: «Τον σοσιαλισμό, αλλά όχι τον ξενόφερτο» ακούμε στην παράσταση πως πρέπει να στηρίξουμε, δίχως τουλάχιστον εμείς να έχουμε καταλάβει τι εννοεί. Ισως στη ζέση του επάνω, ο κλώνος (το κλωνάρι δηλαδή) από το Μποστάνι του Μποστ να πλησίασε κάπως στο «ελληνικό διδακτικό θέατρο» που τόσο κριτίκαρε ο ίδιος ο Μποστ. Οπως και να ‘χει, καλό θα ήταν, σαν τα κείμενα δεν ήταν μόνο του Μέντη, να το ξέραμε. Να αναφέρονταν.
Οπως και να ξανάχει βέβαια, όποιος τον Μποστ προσεγγίζει, μόνο χαμένος δεν θα βγει. Ακόμη κι αν ακούει μαζί με λόγια άλλων προσεγγιστών του. Το γέλιο ήταν εκεί – ελπίζω και ο προβληματισμός που ανέδυαν τα κείμενα του σπουδαίου αυτού γλύπτη της ζωής μας. Γιατί απ’ όλα όσα λέμε και λένε και έλεγε πως ήταν τόσο ο Μποστ όσο και ο Λουκιανός, τελικά αυτό ήταν: γλύπτες.
