ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Παναγιώτης Βούζης*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μου αρέσουν οι Νεοϋορκέζοι ποιητές/ γιατί στα ποιήματά τους/ βγαίνουν έξω από τα μπαρ για να καπνίσουν/ και τρώνε νουντλς και σασίμι/ και νιώθουν τύψεις που δεν πηγαίνουν/ όσο θα έπρεπε στο γυμναστήριο· // και έχουν γάτες,/ και το φθινόπωρο, που συνήθως ερωτεύονται,/ διαβάζουν τους Ρώσους κλασικούς/ και πηγαινοέρχονται στην πόλη με το μετρό/ και μιλάνε ακατάπαυστα/ και φοράνε πάντα τα πιο ωραία κασκόλ. // Τέτοια πράγματα, δικά μας, συμπαθητικά. («NY»)

Ο Ντίνος Σιώτης θεωρεί την ποίηση του Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου συγγενή με αυτήν του Μπίλι Κόλινς. Συμφωνώ με την άποψή του, ειδικότερα επειδή ο Αμερικανός ποιητής έχει χαρακτηριστεί reader conscious. Δηλαδή, όταν γράφει, έχει συναίσθηση του αναγνώστη. Το ίδιο ισχύει για τον Γιαννακόπουλο και στην πιο πρόσφατη συλλογή του. Η τελευταία χωρίζεται σε τρία μέρη με τους τίτλους: «Δυτικά των λέξεων», «Ποιητής στη Νέα Υόρκη», «Το ποίημα λέει σε θέλω».

Το τρίτο μέρος αποτελείται από μια σειρά σπασμένων ιαμβικών δεκαπεντασύλλαβων. Ο καθημερινός λόγος, ο φυσικοποιημένος, μέσω της επιτελεστικότητας υποχρεώνεται να εγκαταλείψει την τεχνητή του φυσικότητα, προκειμένου να προσαρμοστεί σε αυτό το συγκεκριμένο μετρικό και συλλαβικό σχήμα. Μας δείχνεται, λοιπόν, πόσο εύκολα η κοινή γλώσσα μεταβάλλεται σε ποίηση.

Εκεί που σπάει ο στίχος μου,/ παίρνω βαθιά ανάσα. («ριγ’»)

Επιπλέον, το σπάσιμο του δεκαπεντασύλλαβου μετατρέπει την παγιωμένη τομή της όγδοης συλλαβής σε διασκελισμό. Κατά συνέπεια, η μικρή παύση, η οποία, κανονικά, θα γινόταν περίπου στη μέση, δίνει τη θέση της σε ένα κενό. Ο στίχος μένει εκκρεμής, μέχρι να ακολουθήσει το άλλο του μισό. Αυτή η δημιουργία μιας έλλειψης καθώς και η διαίρεση σε δύο στίχους προσδίδουν την εντύπωση της έκτασης, καθιστώντας τους σπασμένους δεκαπεντασύλλαβους αυτόνομα ποιήματα.

Στο πρώτο μέρος της συλλογής περιλαμβάνονται επιγραμματικά ποιήματα, μεταξύ των οποίων και χαϊκού. Εδώ, επιτυγχάνεται, όντως, ο στόχος τον οποίο είχε, εξαρχής, η επιγραμματική ποίηση: να αποδοθεί, πιστά, η διάρθρωση του συμβάντος. Να περιληφθούν, δηλαδή, όλες εκείνες οι παράμετροι που καθορίζουν ένα εξωτερικό ή ένα ψυχικό γεγονός, μπορεί, φαινομενικά, ασήμαντο, το οποίο όμως προκαλεί ρωγμές στο κύτος της πραγματικότητας, ώστε επιδρά, ριζικά, στον ποιητή.

Στην περίπτωση του Ο θάνατος πλένει το πρόσωπό του στα νερά που κυλάνε απ’ το σώμα σου έχουμε μια ποίηση του αλλού, η οποία ως πεδίο αναφοράς της ορίζει την ουτοπία. Και, όπως όλοι όσοι περιγράφουν ουτοπίες, έτσι και ο Γιαννακόπουλος δίνει στην ιδανική χώρα του, στο δεύτερο μέρος της συλλογής, μια πολύ συγκεκριμένη μορφή: Είναι μια Νέα Υόρκη κατοικημένη από ποιητές, που προτιμούν το πράσινο τσάι, αποφεύγουν το κόκκινο κρέας, αλλά όχι το κρασί. Που αγαπούν τον Μότσαρτ και ερωτεύονται διαρκώς, συχνά με αρνητική έκβαση. Που νοικιάζουν αστραφτερές λιμουζίνες για να πίνουν σαμπάνια με τα κορίτσια τους και να ακούν Περγκολέζι διασχίζοντας την Πέμπτη Λεωφόρο του Μανχάταν. Εχουν γάτες και φορούν τα πιο ωραία κασκόλ. Που το φθινόπωρο διαβάζουν τους Ρώσους κλασικούς και τον Ιανουάριο ταΐζουν τα σπουργίτια στο Σέντραλ Παρκ.

xaralampos giannakopoulos

Ποιητής δεν είναι τόσο αυτός που εμπνέεται, όσο αυτός/ που μας εμπνέει να κατοικήσουμε μέσα στα ποιήματά του. […] («Λόρενς Φερλινγκέτι»)

Η περιγραφή της ουτοπίας συνοδεύεται από μια ανοιχτή πρόσκληση. Για να φτάσουμε εκεί, φτάνει να μπούμε στην ποίηση, αφού έξω από τα ποιήματα είμαστε, σύμφωνα με τον Γιαννακόπουλο, όλοι μας θνητοί. Ως έναν βαθμό, καλά όλα τα προηγούμενα. Ομως, ανακύπτει και μια αντίρρηση: Το αλλού αυτής της ποίησης, είτε πρόκειται για μια φανταστική Νέα Υόρκη είτε για κάποιον διαφορετικό ιδεατό τόπο, στον οποίο παραπέμπουν τα άλλα μέρη της συλλογής, αποτελεί μια παραδείσια προβολή εφηβικών προσδοκιών, με τις συνακόλουθες ναρκισσιστικές της αποχρώσεις. Ισως κάτι τέτοιο δεν ταιριάζει στο γούστο όλων σε όσους απευθύνεται η ανοιχτή πρόσκληση.

Βέβαια, το βιβλίο είναι καλό και θα συνεχίσω με τα κύρια προτερήματά του. Ο Γιαννακόπουλος αποβλέπει σε μια ορισμένη ποιητική, την οποία και εφαρμόζει, σε ικανοποιητικό βαθμό. Επιδιώκει μια τέχνη απολαυστική και απλή, ώστε να μην εκθέτει τον αναγνώστη σε δυσκολίες, ούτε τον ίδιο τον ποιητή σε υπεράνθρωπες αγωνίες. Ετσι, στέκεται κόντρα σε έναν μεγάλο αριθμό Ελλήνων ομοτέχνων του οι οποίοι χειμάζονται, εξαιτίας της αντίληψης πως η ποίηση είναι, οπωσδήποτε, βαριά και θλιβερή. Στα ποιήματά του βγάζει τη διάθεση πολλών Αμερικανών που ξέρουν να γράφουν ποιήματα τα οποία ενσωματώνουν την ανθρωπολογία της καθημερινότητας και, συχνά, φέρνουν σε φάρσα ή σε παιχνίδι. Ακόμη και τα πολλά διακειμενικά δάνειά του φιλτράρονται μέσα από αυτό το ξέγνοιαστο ύφος. Και οι εκφάνσεις τού διαρκώς επιθυμημένου γυναικείου σώματος αποκτούν μια αφοπλιστική ελαφρότητα.

Ο Γιαννακόπουλος είναι γνωστός ως σπουδαίος αναγνώστης. Πιστεύω πως τη συγκεκριμένη ιδιότητά του τη συνδυάζει με την ποιητική διαδικασία. Τελικά, αυτό στο οποίο αποσκοπεί είναι η ατμόσφαιρα την ώρα της σύνθεσης ενός ποιήματος να ταυτίζεται με το άνετο και απολαυστικό κλίμα κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης. Αντιπροσωπεύει τον κατά κυριολεξία ποιητή-αναγνώστη.

*Ποιητής, κριτικός λογοτεχνίας, ομηριστής