Επανέρχομαι στο αμέσως προηγούμενο κείμενό μου για «το εγχειρίδιο ιστορίας». Για ό,τι ονομάζεται «διαμάχη ταυτοτικού χαρακτήρα», που τώρα αντιμετωπίζεται ότι «συγκλόνισε την Ελλάδα», ως ακόμη μια «διαμάχη ιστορίας» που έβαλε και τη χώρα μας στον «χάρτη των πολέμων ιστορίας» (Ο ελληνικός 20ός αιώνας, Αθήνα 2019, 568). Ακριβέστερα: 1996-2004, Κώστας Σημίτης και 2004-2009, Κώστας Καραμανλής. Μήπως υπήρξε και διαδοχή «εγχειριδίων για την ιστορία» και με ποιον τρόπο;
Έτσι, έρχομαι σε ένα άλλο παρόμοιο γεγονός που έσκασε μύτη όσο διαρκούσε η (σύντομη) προεκλογική περίοδος, δηλαδή η πλέον πρόσφορη περίοδος για το πλάσμα της «λαϊκής ετυμηγορίας» να μετάσχει σε ό,τι πιο πριν μνημόνευσα ως δημόσια χρήση της ιστορίας. Με αφορμή έναν χάρτη που περιέχει το εγχειρίδιο Ιστορίας της Γ’ Λυκείου (Ιστορία του Νεότερου και του Σύγχρονου Κόσμου, Αύγουστος 2007) και ο οποίος αφορά τα «κυριότερα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Γερμανία και την κατεχόμενη Ευρώπη», με τα σύνορα της Βουλγαρίας να εκτείνονται ως το Αιγαίο και τη FYROM να αναγράφεται ως «Μακεδονία» (σελ. 130), φορείς της δημοσιότητας έγραψαν ότι «στα κρυφά ανατέθηκε» η συγγραφή του, δηλαδή με «απευθείας ανάθεση και όχι με διαγωνισμό».
Όμως από τον Ιούνιο του 2006 διάβαζα στο βιβλίο: Κόμβοι στη συζήτηση για το έθνος (322/323) τα εξής: «Στην §. 38 μνημονεύθηκε ο “ιστορικός αναθεωρητισμός” και οι εγχώριες επιδόσεις του. Προσθέτω εδώ ότι μια τέτοια ερμηνευτική πρακτική συνήθως εφαρμόζεται στη Μέση Εκπαίδευση. Πράγμα αναμενόμενο από την τωρινή ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων που ανέθεσε τη συγγραφή του εγχειριδίου ιστορίας για την Γ’ Λυκείου σε ιστορικούς του “Ιδρύματος Κωνσταντίνου Καραμανλή”. Σ’ αυτούς που σε κάθε forum συνεδρίου προχωρούν σε “αντεπίθεση” για να ανακτήσουν τον “χαμένο χρόνο” ή που οργανώνουν “ιδεολογικά σεμινάρια” για φοιτητές των πανεπιστημίων της επαρχίας; Τι είδους revanche θα αποτελούσε προς το εγχειρίδιο της Α’ Λυκείου: Ο ευρωπαϊκός πολιτισμός και οι ρίζες του; Αποσβολώθηκα, όπως θα ’λεγε η φίλη μου η Ευανθία, προχωρώντας βερέμικα».
Τι ακριβώς αποδίδουν το ρήμα, το όνομα και το επίρρημα της τελευταίας φράσης και πώς βρίσκουμε ξανά μπροστά μας την Ακαδημία Αθηνών; Ένας από τους συντάκτες του εγχειριδίου είναι ο ακαδημαϊκός Κωνσταντίνος Σβολόπουλος (με συνεργάτη του τον Ευάνθη Χατζηβασιλείου), ενώ ένας από τους «κριτές-αξιολογητές» του βιβλίου είναι ο Αθανάσιος Βερέμης. Πέρα βέβαια από την ονοματολογία, χρήσιμο είναι να ανατρέξει κανείς στο ίδιο το εγχειρίδιο και να αναδείξει τη μορφή που αποκτά σ’ αυτό ο «ιστορικός αναθεωρητισμός», ο οποίος δεν αναζωογονήθηκε μόνο στη Γερμανία ούτε ποτέ, κατά τα τελευταία χρόνια, εγκατέλειψε τη χώρα μας (βλ. Κόμβους 2006: 200).
Ένα πρώτο φυλλομέτρημα θα μας έδιδε τι είναι αυτό που καλείται να εμπεδώσει ο μαθητής ως πεμπτουσία για την κίνηση της ιστορίας: «Ισως το σημαντικότερο, ο Εμφύλιος Πόλεμος προκάλεσε βαθιά ψυχολογικά τραύματα στην ελληνική κοινωνία, τα οποία χρειάστηκαν πολλά χρόνια για να επουλωθούν» (145). Ή ότι μετά την πτώση της κυβέρνησης Γ. Παπανδρέου «εντάθηκε η πολιτική κρίση και τα πολιτικά πάθη αναζωπυρώθηκαν», με κατακλείδα της «πολιτικής κρίσης», που συνεχίστηκε με «αμείωτη ένταση», τη δικτατορία (158). Με συνεπαγόμενη την ερώτηση προς τους διδασκόμενους: «Ποια ήταν η επιρροή της έξαψης των πολιτικών παθών στην ελληνική πολιτική ιστορία από το 1945 έως το 1967;» (σελ. 159).
Συναφώς, εξαίρεται ο Κ. Παπαρρηγόπουλος ως ένας «από τους βασικότερους αρχιτέκτονες του σύγχρονου ελληνικού έθνους» (37), ενώ γενικώς τα «πνευματικά ρεύματα» εμφανίζονται να «επηρεάζουν καθοριστικά» τα «εθνικά κινήματα». Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι ο «ρομαντισμός» που στην αρχή καταγράφεται να «επηρεάζει καθοριστικά» το «εθνικό κίνημα των Γερμανών», το οποίο «αναπτύχθηκε στην κατακερματισμένη ναπολεόντεια Γερμανία» (14), ενώ στο τέλος του βιβλίου άλλοτε επεξηγείται ως «ρεύμα του τέλους του 18ου και των αρχών του 19ου αιώνα» (246) και άλλοτε αποκλειστικά των «αρχών του 19ου αιώνα» (250), με τον Herder ειδικότερα άλλοτε να είναι συγγραφέας του 1784 (14) και άλλοτε του «19ου αιώνα» (246).
Παρατρέχω την ομόλογη επίκληση του «βάρους των δραματικών γεγονότων σε παγκόσμιο και σε εθνικό επίπεδο» (227) ή του «δράματος της ταραγμένης εποχής» του «20ού αιώνα» (205) και ειδικότερα ό,τι εκτιμάται ως «παραλογισμός της μεταπολεμικής εποχής» (200). Προσπερνώ επίσης ό,τι μνημονεύεται ως «ελληνικό θαύμα» (160), δηλαδή την «αποκατάσταση της δημοκρατίας» από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, που λίγες σελίδες νωρίτερα εμφανίζεται ότι ως πρωθυπουργός το 1963 «εξαναγκάστηκε σε παραίτηση από τον βασιλιά Παύλο», μια και «το πολιτικό σύστημα έδειχνε ανίκανο να μεταρρυθμιστεί» (158). Έτσι, κλείνω με τον τρόπο που διατυπώνεται η προγραμματική εξαγγελία των συντακτών του βιβλίου (5): «συστηματικό και αντικειμενικό, μακριά από αισθήματα φανατισμού ή μισαλλοδοξίας», πραγματώνεται σε ζητήματα της «άλλης πλευράς» απ’ αυτήν που υπηρετούν συνήθως οι ακαδημαϊκοί. Ώστε λοιπόν ο Mαρξ δέχεται ότι «αυτό που πραγματικά υπάρχει και διαμορφώνει την πραγματικότητα είναι μόνο η ύλη» (170) και ότι ο «καπιταλισμός» είναι «κοινωνικοοικονομικό σύστημα, σύμφωνα με το οποίο οι επιχειρηματίες καρπώνονται το κέρδος ως ανταπόδοση για το κεφάλαιο που παρέχουν στην επιχείρησή τους για την παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών στους εργαζομένους» (243)…
Λίγους μήνες αργότερα ο Σπύρος Μαρκέτος («Τα Νέα», 12 και 13.4.2008) σκόπευσε ορθά στο «κομματικό κατασκεύασμα, και μάλιστα χαμηλής ποιότητας». Αλλά και ένα δεκάμηνο μετά την οριστική απόσυρση του εγχειριδίου που «συντάραξε το Ρωμέικο για 400 μέρες» το ΥΠΕΠΘ αναθέτει τη συγγραφή νέου σε εκείνους που έβλεπαν στο πρώτο «επιχείρηση αποδόμησης του έθνους, του εθνικού κράτους και της εθνικής ταυτότητας». Το «Ίδρυμα Κωνσταντίνος Καραμανλής» σε νέα καθήκοντα με παρόμοια συγγραφικά αποτελέσματα, όπως αυτά που καταγράφω στην παρούσα παράγραφο;
Λοιπόν η Μαριέττα και ο Κωστάκης «αποφάσισαν» για την ιστορία και οι δημιουργοί της «ποιητικής της ιστορίας» εκτίμησαν ότι πρόκειται για «λύση θετική». Τόσο κοντά; Βλ. Ιστορικών και φιλοσόφων έλεγχος (2008: 109-122). Όσο για τη διάζευξη: «Υποταγή ή συντριβή»; (Ιούν. 2018): πολύς Κονδύλης πέφτει στα διαμαντένια κοντύλια πολιτικών (βλ. Χρόνοι επανεκκίνησης, 2019, 74). Και αν μπορούσα να συμβουλευθώ τον Νίκο Θέμελη ως προς τη μυθιστορία των «εγχειριδίων»; Βλ. Για το ιστορικό «υπόβαθρο» της λογοτεχνίας (2017:76-122)…
*Ομότιμος καθηγητής Κοινωνικής και Πολιτικής Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων
