Η τέχνη μου είναι ο πόλεμος· κανενός έγνοια, μαράζι κανενός. / Μιλά, μιλά, και τώρα αυτός δεν το μπορεί πια να ξυπνήσει· / μην· έχει το δίκιο αυτός – φωτιά που δεν μπορεί πια να μιλήσει, / με καμιά οργή, το τέλος τους κι ο πόθος πια είναι ένα. (σελ. 68)
Να ξεκαθαρίσω από την αρχή πως ό,τι ακολουθεί αποτελεί μόνο μια πρώτη προσέγγιση του νέου βιβλίου της Αγγελικής Κορρέ. Κι αυτό για δύο λόγους: επειδή συνίσταται από ένα εκτενέστατο ποίημα διακοσίων επτά σελίδων, με την κάθε σελίδα να περιλαμβάνει, συνήθως, τριάντα τρεις στίχους. Δεύτερον, επειδή ανήκει στα σπουδαιότερα ποιητικά βιβλία των τελευταίων ετών.
Ο ταύρος του Τερουέλ παραπέμπει, προφανώς, στον θάνατο στην αρένα του ταυρομάχου Βίκτορ Μπάριο, στις 9 Ιουλίου του 2016, στην πόλη Τερουέλ της Αραγονίας στην Ισπανία. Όπως εξηγείται στις «Σημειώσεις» οι οποίες συνοδεύουν το ποίημα, οι «σιγκιρίγες» είναι η ελληνική μεταγραφή των siguiriyas, ενός από τους σημαντικότερους τύπους τραγουδιού που συνοδεύουν το φλαμένκο. Πρόκειται εδώ, πραγματικά, για ένα πλημμυρικό άσμα, σύμφωνα με την παράδοση των Cantos του Έζρα Πάουντ και σύμφωνα με τον τρόπο που τη συνέχισε ο Γιώργος Μπλάνας. Για ένα τραγούδι το οποίο, προϋποθέτοντας μια τεράστια πολυμάθεια εφάμιλλη εκείνης των λογοτεχνών πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αναμειγνύει τον λυρισμό με τη σκωπτικότητα, τη θεωρητική σκέψη και την αφηγηματικότητα, για να αποδώσει, μέσα από μια συνεχή εναλλαγή προσωπείων τα οποία αντιστοιχούν τόσο σε άτομα όσο και σε συλλογικότητες, την Ιστορία του κόσμου. Και όλα τα προηγούμενα τοποθετημένα σε μια αποκαλυψιακή προοπτική. Πρόκειται, επιπλέον, για ένα τραγούδι το οποίο διατηρεί τις τονικές διακυμάνσεις, χάρη στην ανισότητα των στίχων, τη στίξη, τα ιντερμέδια και την εναλλαγή των γλωσσών.
Εφαρμόζεται, λοιπόν, εδώ, αυστηρά μια ποιητική του άλλου. Η Κορρέ επιτυγχάνει αυτό που όλοι, σχεδόν, οι ομότεχνοί της επιδιώκουν, χωρίς οι περισσότεροι να το καταφέρνουν: να διαγράψει τον εαυτό της από το ποίημα, δίνοντας στο ίδιο ζωή, καθιστώντας το, μάλιστα, μνημειακό. Επιτυγχάνει, γιατί δεν δουλεύει με τις λέξεις αλλά με τις έννοιες. Οταν κάποιος κάνει ποίηση με τις λέξεις παραμένει μέσα στην αυτοαναφορικότητα της γλώσσας. Εάν, όμως, χρησιμοποιεί τις λέξεις ως έννοιες και σύμβολα που έχουν καθολική απήχηση, τότε δεν απεγκλωβίζεται απλώς από την αυτοαναφορικότητα, αλλά αυξάνει, στον μέγιστο βαθμό, την πρόσληψη του ποιήματος και, επιπρόσθετα, του εξασφαλίζει βάθος και ουσία. Χάρη στην προηγούμενη επιλογή, στις «Σιγκιρίγες για τον ταύρο του Τερουέλ» εισάγονται η ηθική, η πολιτική, η θρησκευτική, η φιλοσοφική, η επιστημονική και οι υπόλοιπες διαστάσεις στις οποίες απλώνονται η σκέψη και το φαντασιακό των ανθρώπων.
Μια δεύτερη επιλογή η οποία απογειώνει το συγκεκριμένο ποίημα είναι η εκτενέστατη έκτασή του. Αυτή εξυπηρετεί το κολάζ από δηλώσεις, σχόλια, ομολογίες, αποφάνσεις, αστεϊσμούς, αφηγήσεις των προσώπων τα οποία υποδύεται το ποιητικό υποκείμενο και, παράλληλα, λειτουργεί ως εργαστήριο, όπου οι έννοιες δοκιμάζονται σε απίστευτους, συχνά διαλεκτικούς συνδυασμούς, με ανοικειωτικά, πρωτότυπα αποτελέσματα. Τα κλισέ, μέσα στους χιλιάδες στίχους, σπανίζουν.
[…] γιατί είναι η καρδιά / που σβήνει από ευτυχία με την έκρηξη των εκρήξεων / κι ο πλανήτης που καίγεται από ανάπαυση για το έθνος των εθνών – / θα πω όμως αυτό που οι άνθρωποί μου θα θέλαν’ ν’ ακούσουν. / Θα πω: (σελ. 215)
Αυτό που θα γραφόταν στη συνέχεια αλλά μένει, τελικά, αιωρούμενο στην τελευταία σελίδα, είναι εκείνη η ουτοπική εκδοχή του κόσμου που θα έπρεπε να υφίσταται, χωρίς όμως ποτέ να πραγματοποιείται. Η πραγματικότητα έτσι όπως την οραματίζονται στις εκθέσεις τους οι μαθητές ή όπως υποκριτικά τη σκιαγραφούν στις διακηρύξεις τους οι κυβερνήσεις και οι παγκόσμιοι οργανισμοί. Ο υπότιτλος του βιβλίου είναι «Περί πολέμου», γιατί η ιδέα η οποία το διέπει βασίζεται στην ποιοτική μεταβολή της ατελείωτης σειράς των σφαγών –σειρά η οποία αντιπροσωπεύει την Ιστορία– στο άκρο αντίθετό τους. Ή, αλλιώς, βασίζεται στην κατάληξη αυτής της σειράς σε ένα σημείο μηδέν, στο τέλος της Ιστορίας όπως την ξέρουμε. Μόνο που πριν από το συγκεκριμένο σημείο προηγείται η Μητέρα των Σφαγών, στην οποία παραπέμπει ο ταύρος του Τερουέλ, καθώς η κρίσιμη μάζα εκτονώνεται σε εξέγερση.
Μια ριζοσπαστική, συνεπώς, οπτική η οποία σαρώνει τα πάντα, ανατρέποντας το σχήμα και τη δομή τους. Στο ποίημα της Αγγελικής Κορρέ εκτυλίσσεται ο κυριολεκτικά παγκόσμιος πόλεμος, τον οποίο διαδέχεται μια πραγματικότητα η οποία, επειδή είναι δυνητική, παραμένει ως επί το πλείστον αφηρημένη. Σε κάποιες περιπτώσεις μόνο απεικονίζονται τμήματά της. Τμήματα από τη ζωή μιας ελεύθερης, ανθρώπινης, πλανητικής ανθρωπότητας. Παραθέτω, σχετικά, τον τελευταίο στίχο από το οπισθόφυλλο του βιβλίου: ένα φριχτό τέλος είν’ η καλύτερη αρχή.
*Ποιητής, ομηριστής, κριτικός λογοτεχνίας
