Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τον Αύγουστο του 1975 κάναμε διακοπές στη Σάμο με τον φίλο μου συνθέτη και τραγουδιστή Θανάση Γκαϊφύλλια. Στη διάρκειά τους είχαμε τη μεγάλη τύχη να μας δεχτεί ένα απόγευμα στο σπίτι του στο Καρλόβασι και να κουβεντιάσει μαζί μας ο Γιάννης Ρίτσος.

Σαράντα οκτώ χρόνια μετά, ανασύρω από το αρχείο μου αυτή τη συνέντευξη με αφορμή τη συμπλήρωση, στις 11 Νοεμβρίου, τριάντα τριών χρόνων από τον θάνατο του ποιητή.

Το Καρλόβασι είναι μια ήσυχη επαρχιακή πόλη χτισμένη στο μάκρος μιας ακρογιαλιάς. Ανάμεσα στα σπίτια του απλώνονται αμπέλια, περβόλια και παλιά εγκαταλειμμένα εργοστάσια βυρσοδεψίας. Πίσω του, σε βαθύ φόντο, λόφοι με όλες τις αποχρώσεις του πράσινου από τα αμπέλια, τις ελιές, τα σπάρτα, τα πεύκα και τα κυπαρίσσια. Κι ανάμεσά τους, ανάμεσα στους κήπους και κάτω από τις λεύκες και τις κληματαριές, τα χωριά της περιοχής.

Η πυκνή ποικιλόμορφη βλάστηση ανηφορίζει με τις γεμάτες πλατάνια ρεματιές και τα μικρά λαγκάδια, από πεζούλα σε πεζούλα, μέχρι τις ψηλές κορφές του Κέρκη, που οι γκρεμοί και οι σπηλιές του έχουν να πουν πολλά για ένα από τα πιο ισχυρά αντάρτικα από το 1941 μέχρι το 1949.

Στο Μεσαίο Καρλόβασι, στη μέση αυτής της γαλάζιας και πράσινης δαντέλας, δίπλα στη θάλασσα κι ανάμεσα στ’ αμπέλια, απλό σαν όλα τ’ άλλα με τα κόκκινα κεραμίδια του, είναι το σπίτι της Φαλλίτσας, της γυναίκας του ποιητή, όπου περνάει τα καλοκαίρια του, κοντά στην κορούλα τους, την Ερη.

Το σπίτι το ήξερα από τα παιδικά μου χρόνια, τη 10ετία του 1950, γιατί η κυρία Φαλλίτσα ήταν η παιδίατρός μου. Με πήγαινε σ’ αυτήν η γιαγιά μου, μαθητή του δημοτικού, όταν ήμουν άρρωστος ή για να μου κάνει τα εμβόλια. Και ξέροντας πως ο πατέρας μου ήταν μέχρι το 1952 στη Μακρόνησο μαζί με τον άντρα της και μετά εσωτερικός μετανάστης, όχι μόνο δεν της έπαιρνε χρήματα για την επίσκεψη, αλλά της έδινε και δωρεάν τα φάρμακα που χρειαζόμουν.

Εκείνη τη μέρα κάναμε με τον Θανάση περίπατο στο Καρλόβασι.

Ρωτώντας τους ανθρώπους του λιμανιού και τους ψαράδες αν είναι εδώ ο Γιάννης Ρίτσος και πώς θα τον βρούμε, έβλεπες στα πρόσωπά τους μια συγκίνηση, μια αγάπη και μια περηφάνια καθώς έσπευδαν, απόλυτα ενημερωμένοι, να μας πουν:

-Ναι, είναι εδώ, γύρω στις δώδεκα θα βγει για το μπάνιο του…

Και μας έδειχναν το σπίτι του.

Μας έκανε εντύπωση αυτός ο δεσμός ανάμεσα σ’ αυτούς τους απλούς ανθρώπους και τον μεγάλο μας ποιητή. Η οικειότητα που ένιωθαν.

Νιώσαμε ζωντανή τη μεγαλοσύνη του ποιητή, τη μεγαλοσύνη του λαού και του ανθρώπου που τραγουδάει ο ποιητής.

Με το θάρρος που μου έδινε η πριν από έντεκα χρόνια συνάντησή μας, την άνοιξη του 1964, σε μια γιορτή της ΕΔΑ, καθώς και το ότι από τον Δεκέμβρη του 1974 του έστελνα στο σπίτι του στην Αθήνα, στην οδό Κόρακα της περιοχής του Αγίου Νικολάου, τα τεύχη του περιοδικού «Το Καμίνι» που εκδίδαμε τότε, βλέποντάς τον να επιστρέφει από το «θρόνο» του στην περιοχή της Ρίβας, όπου κάθε απόγευμα απολάμβανε το ηλιοβασίλεμα, τολμήσαμε να του χτυπήσουμε την πόρτα.

Μας άνοιξε η εικοσάχρονη Ερη, μια αιθέρια ύπαρξη.

Αφού ενημέρωσε τον πατέρα της, μας οδήγησε στο γραφείο του.

Το δωμάτιο όπου δούλευε σχετικά μικρό, με τα συνηθισμένα παλιά έπιπλά του: μια βιβλιοθήκη, ράφια γεμάτα κεραμικά πιάτα με ζωγραφιές του ποιητή και σκορπισμένες παντού οι γνωστές ζωγραφισμένες πέτρες με τις ονειρικές και τραγικές μορφές τους. Στους τοίχους δυο προσωπογραφίες και μερικοί ακόμη πίνακες ζωγραφικής. Στο παλιό γραφείο μια παλαιική αρχοντική λάμπα και τα μπλοκάκια τα οποία γέμιζε με την καθαρή, βυζαντινή, καλαίσθητη γραφή του.

Δυο ώρες μείναμε μαζί του.

«Ολα αυτά που θέλετε θα τα κάνετε μόνοι σας. Από εμάς τους παλιούς θα πάρετε σεις οι ίδιοι ό,τι σας χρειάζεται», μας είπε βλέποντάς μας ανυπόμονους ακόμα ίσως και επίμονους.

Μας μιλούσε ήρεμα, με την ανωτερότητα του «παγκόσμιου ποιητή», αλλά και με τις σαφείς και συγκεκριμένες θέσεις του ώριμου και δοκιμασμένου αγωνιστή.

Μας μίλησε για το πόσο ενοχλητική είναι η δημοσιότητα, οι απαιτήσεις των δημοσιογράφων, των εκδοτικών οργανισμών, των συνεργείων τηλεοράσεων, των οργανωτών διάφορων φεστιβάλ, πολιτιστικών και πολιτικών εκδηλώσεων και τόσων άλλων, απ’ όλο τον κόσμο. Για το ότι του είναι αδύνατο να ανταποκριθεί στις δεκάδες των καθημερινών τέτοιων προσκλήσεων που θα τον έκανα, όπως χαρακτηριστικά είπε, «έναν τουρίστα της ποίησης», εμποδίζοντάς τον «απ’ το μόνο και αποκλειστικό [του] έργο: Την ποίηση».

«Αν δε δουλέψω, αν δεν γράψω οκτώ ώρες τη μέρα, αισθάνομαι τον εαυτό μου άχρηστο, πεθαμένο».

Και μ’ αυτή την ευκαιρία μάς τόνισε τη σημασία που έχει για κάθε καλλιτέχνη, όσο ταλέντο κι αν διαθέτει, «η σκληρή κι επίμονη δουλειά, η καθημερινή άσκηση».

«Σταθερή απόφασή μου, που την έχω τηρήσει με συνέπεια, είναι να αποφεύγω όσο μπορώ τη δημοσιότητα, να μη δώσω ποτέ και σε κανέναν συνέντευξη, να μη δημοσιεύσω τίποτε άλλο εκτός από ποίηση».

Σε ερώτησή μας για τον τρόπο της επαφής του με τους ανθρώπους, μας μίλησε για τις εμπειρίες του από τις πολύχρονες εξορίες, όπου η υποχρεωτική συναναστροφή με ανθρώπους που δεν τους είχε διαλέξει ο ίδιος, όχι μόνο με συντρόφους και συναγωνιστές του απ’ όλα τα κοινωνικά στρώματα, αλλά και με δεσμοφύλακες, χωροφύλακες και βασανιστές, του έδωσαν τη δυνατότητα να γνωρίσει βαθιά τον άνθρωπο και να τον εκφράσει μέσα απ’ την ποίησή του.

«Αλλά μήπως κι αυτό που κάνουμε τώρα μια επαφή με τον κόσμο δεν είναι;» συμπλήρωσε.

Από την πλευρά μας, επιμείναμε περισσότερο στο πόσο έχει ανάγκη η σημερινή νεολαία τη βοήθειά του ως φορέα της μεγάλης κληρονομιάς του λαϊκού μας κινήματος. Μας απάντησε:

«Μέσα απ’ την ίδια τη ζωή μου, απ’ τη στάση μου ως ανθρώπου, μπορεί ο καθένας που ενδιαφέρεται ν’ αντιληφθεί ποια είναι η θέση μου στα διάφορα ζητήματα».

Στο μεγάλο πρόβλημα της διάσπασης της Αριστεράς που «όνειρο κι ελπίδα μου είναι να ξεπεραστεί», η θέση του είναι:

«Η μη ένταξη σε κανένα από τα σχήματα που υπάρχουν. Η μη υποστήριξη κανενός και η μη αντίθεση με κανένα. Η δημοσίευση της δουλειάς μου σε όλα τα προοδευτικά έντυπα». Και συμπλήρωσε:

«Η μεγάλη ευθύνη πέφτει σε εσάς, τους νέους. Αντιμετωπίζοντας δραστήρια και δημιουργικά τα προβλήματά σας και γενικότερα τα λαϊκά προβλήματα, πρέπει να βρείτε τον τρόπο να ενώσετε και να ισχυροποιήσετε το προοδευτικό κίνημα».

«Η θέση μου εκφράζεται προπαντός μέσα απ’ την ποίησή μου, που ξεπερνάει τα όρια της πάλης του λαού μας με την αντίδραση, αγκαλιάζει όλους τους λαούς, φτάνει στον Ανθρωπο και στην πάλη του για τη ζωή απέναντι στο θάνατο με όλες τις μορφές του. Γιατί η καταπίεση, η στέρηση, η δυστυχία είναι μορφές του θανάτου. Είναι μικροί καθημερινοί θάνατοι».

Ο Θανάσης, πιο «θερμόαιμος», έθεσε το θέμα της πρόσφατης αναγόρευσης του ποιητή σε διδάκτορα του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Με φανερή συγκίνηση μας μίλησε για τις ενθουσιώδεις εκδηλώσεις των εκατοντάδων φοιτητών που παρακολουθούσαν τη σχετική τελετή όταν ο εισηγητής αναφέρθηκε στους στίχους: «Εμείς δεν τραγουδάμε, αδελφέ μου, για να ξεχωρίσουμε απ’ τον κόσμο. / Εμείς τραγουδάμε για να σμίξουμε τον κόσμο».

«Εκδηλώσεις όπως αυτές», μας είπε, «δικαιώνουν από μόνες τους την αποδοχή αυτής της τιμητική διάκρισης. Γεγονότα όπως αυτό αποτελούν κατακτήσεις και έκφραση της δύναμης του λαϊκού μας κινήματος. Είναι βαθιές ρωγμές στους φορείς της αντίδρασης και χρέος μας είναι να τα αντιμετωπίζουμε όχι μικρόψυχα και φοβισμένα, αλλά θαρραλέα και δυναμικά. Στο χέρι μας είναι, και προπαντός στο δικό σας, στο χέρι των νέων, το να μην αφήνουμε να τα εκμεταλλευτεί η αντίδραση, μα αντίθετα, να τα αξιοποιούμε και να τα διευρύνουμε».

Ηταν κοντά έντεκα το βράδυ όταν φεύγαμε. Νύχτα διάφανη και λαμπερή.

Καθώς απομακρυνόμασταν ο ποιητής μάς ξεπροβοδίζει απ’ τη βεράντα του σπιτιού του λέγοντάς μας:

«Κι όπως είπαμε. Δουλειά, δουλειά!»

Επίκαιρος και διδακτικός ο λόγος του ποιητή μέχρι και σήμερα, κοντά μισό αιώνα μετά.