Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το 2024 σίγουρα δεν ήταν πολύ καλό έτος για το ποδοσφαιρικό τμήμα της ΑΕΚ, ωστόσο οι οπαδοί της μπορούν να παρηγορηθούν από το γεγονός ότι η χρονιά άφησε στα χέρια τους ως παρακαταθήκη ένα σημαντικό βιβλίο που αφορά το κιτρινόμαυρο σωματείο. Οκτώ ιστορικοί (όχι απαραίτητα όλοι τους οπαδοί της ΑΕΚ) υπό την επιστημονική επιμέλεια των Ανδρέα Μπαλτά και Θανάση Τσούμα, οι οποίοι εμπνεύστηκαν και οργάνωσαν το εγχείρημα, ένωσαν τις δυνάμεις τους προκειμένου να καταγράψουν όψεις, όπως σωστά αναφέρεται στον τίτλο του συλλογικού αυτού τόμου, της κοινωνικής ιστορίας της ΑΕΚ ή απλά, για τους οπαδούς της «Ενωσης», σωματείου άρρηκτα συνδεδεμένου με την προσφυγιά και τη μνήμη του μικρασιατικού Ελληνισμού.

Η ιστορία του αθλητισμού αποτελεί ένα πεδίο που αναπτύχθηκε στη χώρα μας κάπως καθυστερημένα και σίγουρα μετά τη δεκαετία του 1980, όταν η έκρηξη των ιστορικών σπουδών που είχε από την πρώτη μεταπολίτευση προηγηθεί οδήγησε στο συμπέρασμα ότι η συνεχιζόμενη απαξίωση του αθλητικού φαινομένου και ιδίως του ποδοσφαίρου οδηγούσε στο ασυγχώρητο λάθος να παραμεληθούν κρίσιμες όψεις της κοινωνικής εμπειρίας. Σημαντικοί και σημαντικές ιστορικοί (όπως ο Γιάννης Ζαϊμάκης, η Χριστίνα Κουλούρη και πιο πρόσφατα ο Μανόλης Χουμεριανός) έχουν καταδείξει τη σημαντικότητα του πεδίου που, καθώς αντανακλά ευρύτερες του αθλητισμού εξελίξεις, συνιστά προνομιακό «παράθυρο» προκειμένου να μελετήσουμε τις διαδικασίες μέσα από τις οποίες συγκροτούνται οι μείζονες συλλογικές ταυτότητες και τους τρόπους με τους οποίους οι ποικίλοι ανταγωνισμοί (τοπικοί, πολιτισμικοί, γλωσσικοί κ.λπ.) επιβεβαιώνονται και υπό το βάρος της ιστορικής αλλαγής επικαιροποιούνται. Η ιστορία των ποδοσφαιρικών σωματείων λόγω της δημοφιλίας τους είναι ακριβώς η περίπτωση αυτή, καθώς το ποδόσφαιρο πολύ γρήγορα ξεχώρισε από τα υπόλοιπα αθλήματα για να καταστεί ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα κάτι προφανώς περισσότερο από «βασιλιάς των σπορ», η ύψιστη των λαϊκών διασκεδάσεων, το μπαλέτο των φτωχών. Γνωρίζουμε εξάλλου καλά ότι ιδίως για τις μεταπολεμικές κοινωνίες, όπως ευφυώς έχει υποστηρίξει ο Μπιλ Σάνκλεϊ, «το ποδόσφαιρο δεν είναι ζήτημα ζωής και θανάτου. Είναι κάτι πολύ περισσότερο».

Η περίπτωση της ΑΕΚ είναι μια θαυμάσια περίπτωση προκειμένου να μελετηθούν οι σημάνσεις και οι μεταπλάσεις του ποδοσφαιρικού φαινομένου καθώς η Ενωση θα λέγαμε ότι φτιάχτηκε δύο χρόνια μετά την Καταστροφή του ’22 με τα ίδια τα υλικά της, αντανακλώντας τις διαδικασίες, συχνά σύνθετες και κάποιες φορές επώδυνες, με τις οποίες οι ξεριζωμένοι εντάχθηκαν στην ελληνική κοινωνία.

Ηταν ακριβώς η εποχή που τα αποκαΐδια της Μεγάλης Ιδέας και το προσφυγικό δράμα έστηναν μέσα σε μια συνθήκη μνημειώδους πολιτικής αστάθειας και υπαρξιακής κρίσης σχετικά με την επόμενη μέρα του έθνους, τα θεμέλια του σύγχρονου ελληνικού κράτους. Ηταν όμως και η εποχή που το «φούτμπολ» μετατρέπεται σε μια παράδοξη «τρέλα» για τα πλατιά στρώματα της κοινωνίας. Πράγματι, όπως επισημαίνει η Κυριακή Παπαθανασοπούλου στο άρθρο της για τον προπολεμικό θρύλο της ΑΕΚ, Κώστα Νεγρεπόντη, στα τέλη της δεκαετίας του 1920, το ποδόσφαιρο έχει φτάσει σε επίπεδα πρωτοφανούς δημοφιλίας με τα σωματεία που είχαν ιδρυθεί τα προηγούμενα χρόνια να έχουν φτάσει ήδη περίπου τα πεντακόσια.

Ο ποδοσφαιριστής της ΑΕΚ Κώστας Νεγρεπόντης

Δίπλα σε αυτά, αθλητικές εφημερίδες και ειδικές σελίδες στις αθηναϊκές εφημερίδες επιχειρούν να απαντήσουν στη διογκούμενη ζήτηση του κόσμου για πληροφόρηση σε σχέση με τα σωματεία, τους αγώνες και τους πρωταγωνιστές τους, οι οποίοι και μετατρέπονται σύντομα σε «κυριακάτικους ήρωες», για να θυμηθούμε τη συγκινητική ταινία που σκηνοθέτησε ο Βασίλης Γεωργιάδης το 1956.

Η συγκρότηση του ποδοσφαιρικού τοπίου τη δεκαετία του 1920 στήνεται λοιπόν κατ’ αρχάς με υλικά κοινωνικής και ενίοτε πολιτικής ιστορίας, φτιάχνοντας τον ιδιαίτερο χαρακτήρα των ομάδων (το περίφημο DNA τους όπως είθισται να λέμε) που έκτοτε θα μένει αδιαπραγμάτευτο. Ο Ολυμπιακός ιδρύεται το 1925 και εκπροσωπεί το λιμάνι του Πειραιά, ο ΠΑΟ και η ΑΕΚ την Αθήνα, σωματεία όπως ο ΠΑΟΚ, ο Αρης και ο «Γηραιός» την πόλη της Θεσσαλονίκης. Σύντομα οι τοπικές ταυτότητες θα μπολιαστούν με τις κοινωνικές πραγματικότητες του Μεσοπολέμου και η «φανέλα» θα αποκτήσει έτερες συνδηλώσεις, σαφώς βαθύτερες ως προς τη σημασία τους. Ο Ολυμπιακός είναι η ομάδα του Πειραιά αλλά ταυτόχρονα κι εκείνη που εκπροσωπεί τον λαϊκό κόσμο, προσφυγικό και γηγενή. Ο ΠΑΟ είναι η ομάδα της Αθήνας αλλά και ο εκπρόσωπος μιας πιο αστικής κουλτούρας που μεταπολεμικά θα προτάσσει συστηματικά τον «ευρωπαϊσμό» της. Αρης και ΠΑΟΚ είναι οι ομάδες της Θεσσαλονίκης όμως ταυτόχρονα και εκείνες που εκφράζουν (ιδίως ο ΠΑΟΚ) τη σύγκρουση παλαιάς Ελλάδας και νέων χωρών.

Στη συγκυρία αυτή η ΑΕΚ εξαρχής υπήρξε ο κυριότερος εκπρόσωπος του εν Αθήναις προσφυγικού κόσμου και η αθλητική του προμετωπίδα. Γιατί συνέβη αυτό; Γιατί η ΑΕΚ, και όχι λ.χ. ο Απόλλων Σμύρνης ή ο επίσης φιλαδελφιώτικος Ιωνικός Α.Σ., ήταν εκείνη που μετατράπηκε ήδη από τον Μεσοπόλεμο σε κυριότερο εκπρόσωπο της προσφυγιάς; Η απάντηση δεν είναι εύκολη, σίγουρα ωστόσο δεν προκύπτει μονοσήμαντα ως λογική συνέπεια μιας σειράς αθλητικών επιτυχιών.

Ιδρυμένη από εκπροσώπους της ελληνορθόδοξης αστικής τάξης της Κωνσταντινούπολης, η ΑΕΚ κυνήγησε με συνέπεια και εξαρχής την ορατότητα της προσφυγικής αθλητικής νεολαίας στον δημόσιο χώρο και μάλιστα σε μια συνθήκη δύσκολη, όχι μόνο λόγω της ανέχειας αλλά και λόγω των αισθημάτων που έτρεφαν πολλοί εκ των γηγενών για τους νέους κατοίκους της χώρας. Επρόκειτο για ένα στοίχημα η έκβαση του οποίου είχε να κάνει με την εκ νέου νοηματοδότηση ή, καλύτερα, την επανασυγκρότηση ενός πολιτισμικού κεφαλαίου που είχε πληγεί ανεπανόρθωτα στις φλόγες της Σμύρνης.

Ετσι, ήδη από τη μεσοπολεμική περίοδο η ΑΕΚ θα κληθεί να υλοποιήσει κοινωνικά μία διττή και αρκετά αντιφατική, θα λέγαμε, λειτουργία: από τη μία, να εντάξει τους πρόσφυγες στην ελληνική κοινωνία ως ισότιμα μέλη του εθνικού κορμού· από την άλλη, συμβάλει στη δημιουργία μιας νέας διακριτής ταυτότητας, αυτής του πρόσφυγα, η οποία να ενοποιεί υπό την αιγίδα της πλείστες διαφορετικές ταυτότητες του μικρασιατικού κόσμου, οι οποίες και πλέον σταδιακά ατροφούν.

Μέσα από την αθλητική (ιδίως την ποδοσφαιρική) επιτυχία οι κοινωνικές ελίτ αλλά και η μεγάλη μάζα των φτωχών προσφύγων που θα ακολουθήσουν την ενωσίτικη ιδέα, θα διεκδικήσουν τόσο προπολεμικά όσο και μεταπολεμικά ισότιμη θέση στον εθνικό δημόσιο χώρο, συγκροτώντας ως προς τούτο μνημονικές πρακτικές, αφηγήματα, σύμβολα και λόγο, ικανά να απαλύνουν το τραύμα του ξεριζωμού και της απώλειας. Το ποδόσφαιρο και οι μύθοι του είναι κομμάτι της διαδικασίας αυτής.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΣΟΥΜΑΣ, ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΠΑΛΤΑΣ (επιμέλεια) | Οψεις της κοινωνικής ιστορίας της ΑΕΚ | Σελ. 310 | ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΠΑΛΤΑ

Ο τόμος που επιμελήθηκαν οι Θανάσης Τσούμας και Ανδρέας Μπαλτάς, όπως προείπαμε, δεν είναι ένας τόμος για την ιστορία της ΑΕΚ. Είναι ένας τόμος για την ΑΕΚ και την Ιστορία. Για τον λόγο αυτό εξάλλου έχει επιλεγεί μέσα από θεματικές ενότητες η ανάλυση στιγμών της «κιτρινόμαυρης» ιστορίας, οι οποίες και φωτίζουν με μοναδικό τρόπο σημαντικές πτυχές της πολιτικής και κοινωνικής ιστορίας του τόπου: την πολιτική συμπεριφορά των προσφύγων, τον εναγκαλισμό της προσφυγιάς με το κόμμα των Φιλελευθέρων τη μεσοπολεμική περίοδο, την προσπάθεια της δικτατορίας των συνταγματαρχών να αξιοποιηθεί για τις ανάγκες της προπαγάνδας της η τεράστια μπασκετική επιτυχία του 1968. Εν κατακλείδι, πρόκειται για ένα βιβλίο καινοτόμο, αισθητικά άρτιο και με πλούσια φωτογραφική τεκμηρίωση, που διαβάζεται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον από κάθε φιλήστορα και όχι υποχρεωτικά από αναγνώστες «αεκτζίδικων» αισθημάτων.

* Ο Κώστας Κατσάπης ([email protected]) διδάσκει πολιτισμική ιστορία του μεταπολεμικού κόσμου στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και δημόσια ιστορία στο ΕΑΠ. Εχει συγγράψει και επιμεληθεί οκτώ βιβλία με τελευταίο από αυτά το υβριδικό: Αυστραλία. Η επιστροφή (2024) από τις εκδόσεις Θεμέλιο