ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Κυριακή Μπεϊόγλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Περίπου μια δεκαετία πριν από το φθινόπωρο στο οποίο διαδραματίστηκαν όσα αφηγούμαι εδώ, είχε ιδρυθεί το κράτος του Ισραήλ. Σ’ εκείνη τη μικροσκοπική χώρα στην άλλη άκρη της γης, οι Εβραίοι, εκτοπισμένοι ή πρόσφυγες, ήταν απασχολημένοι με την αναδημιουργία τους ως ένας και μοναδικός λαός… Την ίδια περίοδο στην Αμερική συντελούνταν μια συγγενής μαζική διαδικασία, κατά την οποία οι Εβραίοι ήταν απασχολημένοι με την απο-δημιουργία τους, ή την α-δημιουργία τους, ή την ένταξή τους στην κοινωνία, μέσω της δημοκρατίας, των δυνάμεων της αγοράς, της επιγαμίας και της επιμιξίας».

Το 2022 το Pulitzer Λογοτεχνίας απονεμήθηκε στον Αμερικανό συγγραφέα Τζόσουα Κόεν για το βιβλίο του «Οι Νετανιάχου». Πρόσφατα κυκλοφόρησε στη χώρα μας από τις εκδόσεις Gutenberg σε μετάφραση του Παναγιώτη Κεχαγιά. Σε μια περίοδο που τα μάτια όλου του πλανήτη είναι στραμμένα στη Γάζα και στην αιματηρή πολεμική σύρραξη Ισραηλινών και Παλαιστινίων, ένα μυθιστόρημα που αναφέρεται στην οικογένεια του πρωθυπουργού του Ισραήλ Μπενιαμίν Νετανιάχου έρχεται να φωτίσει λίγο περισσότερο τη μεγάλη εικόνα στο εβραϊκό ζήτημα.

Ο συγγραφέας έγραψε το βιβλίο βασισμένο σε αληθινά γεγονότα που του εκμυστηρεύτηκε ο επιφανής Αμερικανός κριτικός λογοτεχνίας Χάρολντ Μπλουμ λίγο πριν από τον θάνατό του. Ο πενήντα χρόνια νεότερός του Κόεν έκανε τα πρώτα βήματά του στη συγγραφή όταν άρχισε να επισκέπτεται τακτικά τον Μπλουμ στο σπίτι του στο Νιου Χέιβεν του Κονέκτικατ. Στο σημείωμά του στο τέλος του βιβλίου ο συγγραφέας περιγράφει γλαφυρά απόψεις και στιγμές του Μπλουμ με μεγάλα ονόματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, όπως ο Μπέλοου, ο Ντελίλο, ο Μακάρθι, η Μόρισον, η Σόνταγκ και άλλοι. Μεταξύ πολλών εξομολογήσεων άρχισε να του μιλά για τις βεντέτες στον κόσμο των διανοούμενων με θέμα την πολιτική των ταυτοτήτων, την οποία αποκαλούσε «πολιτική μνησικακίας», και για τότε που του ζητήθηκε να οργανώσει στο πανεπιστήμιο όπου εργαζόταν την επίσκεψη ενός άσημου Ισραηλινού ιστορικού που λεγόταν Μπεν-Σιών Νετανιάχου με σκοπό την πρόσληψή του. Ο Νετανιάχου εμφανίστηκε με τη γυναίκα και τα τρία παιδιά του -ανάμεσά τους ο σημερινός πρωθυπουργός του Ισραήλ. Ο Κόεν γράφει πως από όλες τις ιστορίες αυτή ήταν που του έκανε μεγαλύτερη εντύπωση και έτσι όταν ο Μπλουμ πέθανε το 2019 άρχισε να τη γράφει. Στο μυθιστόρημα ο καθηγητής λογοτεχνίας έγινε καθηγητής αμερικανικής οικονομικής ιστορίας και το μικρό του όνομα είναι Ρούμπεν και όχι Χάρολντ και φυσικά δεν μοιάζει σε τίποτα με την έντονη προσωπικότητα του Μπλουμ. Είναι ήπιος και συγκαταβατικός.

Με αφορμή λοιπόν αυτή την επίσκεψη των Νετανιάχου ο Τζόσουα Κόεν έφτιαξε ένα σπαρταριστό πανέξυπνο μυθιστόρημα, στο οποίο οι δύο οικογένειες Μπλουμ – Νετανιάχου περνούν ένα διάστημα κάτω από την ίδια στέγη και αλληλοσυγκρούονται πολιτισμικά και ιδεολογικά. Το μεγαλύτερο θέμα που βάζει είναι ο διάλογος των Εβραίων με το παρελθόν τους και φυσικά την ιστορία του σιωνισμού στην Αμερική καθώς και τις διακρίσεις μεταξύ των μεταναστών στις ΗΠΑ. «Πάντως, σχεδόν όλοι οι Εβραίοι του κόσμου στα μέσα του προηγούμενου αιώνα βρίσκονταν σε διαδικασία μετασχηματισμού σε κάτι άλλο∙ κι ότι σε αυτό το σημείο του μετασχηματισμού, οι παλιές εσωτερικές τους διαφορές -με βάση την πρότερη εθνικότητα και την τάξη τους, πόσο μάλλον τη γλώσσα και τον βαθμό του θρησκευτικού τους αισθήματος- για μια σύντομη στιγμή έγιναν πιο φανερές από ποτέ, ακριβώς πάνω στον επιθανάτιο ρόγχο τους».

Οι «διάλογοι», πολιτικοί, ιδεολογικοί, θρησκευτικοί, ανάμεσα στους δύο καθηγητές είναι απολαυστικοί και αποτελούν ένα σύντομο «εγχειρίδιο» γνώσεων Ιστορίας.

Σημαντική η παρουσία όμως και των άλλων μελών των δυο οικογενειών στην εξέλιξη της αφήγησης όπως της συζύγου του Μπλουμ, της Ιντιθ. Με πολύ χιούμορ και παιγνιώδη διάθεση ο συγγραφέας μεταφέρει την καθημερινότητα της συνύπαρξης των δύο οικογενειών.

Ο πατέρας του σημερινού πρωθυπουργού του Ισραήλ, όπως εξηγεί ο Κόεν, πίστευε πως οι Μαράνος, οι Εβραίοι που υποκρίθηκαν ότι ασπάστηκαν τον χριστιανισμό για να ξεφύγουν από την Ιερά Εξέταση, το έκαναν για να ενσωματωθούν κοινωνικά, αλλά δεν σταμάτησαν να διώκονται με πολλά «ολοκαυτώματα». Τον κατηγόρησαν ότι εργαλειοποίησε το ναζιστικό Ολοκαύτωμα. Είναι εύλογο να αναρωτηθεί κανείς αν είναι κάτι που κάνει σήμερα και ο γιος του. Το κεφαλαιώδες ερώτημα, και ζήτημα, που στοχάζεται βέβαια ο αναγνώστης μετά το τέλος του βιβλίου σε μια τέτοια χρονική και ιστορική στιγμή όπου διεξάγεται ο πόλεμος στη Γάζα, είναι γιατί δεν μπορεί να υπάρξει επιτέλους μια ειρηνική συνύπαρξη ανάμεσα σε δύο ταλαιπωρημένους και «χτυπημένους» λαούς, Παλαιστίνιους και Ισραηλινούς, από τη μοίρα και την Ιστορία. Αλλά αυτό είναι θέμα άλλων βιβλίων όπου αναμένεται να χυθεί πολύ μελάνι ακόμα για να δοθεί μια απάντηση.