Παρατηρώ ότι και στα εγχώρια κόμματα της «Αριστεράς» απουσιάζουν οι «διανοούμενοι», όπως για παράδειγμα είχε σκιαγραφηθεί αυτό το ζήτημα στο Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος (1848). Στις απαρχές του συντονισμού των ευρωπαϊκών εκφάνσεων του εργατικού κινήματος η προβληματική αυτή είναι ακόμη πρωτόλεια, χωρίς ωστόσο να της λείπει το ενδιαφέρον για τις υποτυπώσεις που περιέχει.
Οι συντάκτες του Μανιφέστου προσδιορίζουν με ακρίβεια την κοινωνική και πολιτική λειτουργία της πρακτικής τους ως «διανοουμένων»: «όπως παλαιότερα ένα μέρος των ευγενών μεταπήδησε στην αστική τάξη, έτσι και τώρα ένα μέρος της αστικής τάξης προσχωρεί στο προλεταριάτο και κυρίως ένα μέρος των αστών “ιδεολόγων” (“Bourgeoisideologen”) που μπόρεσε να επεξεργαστεί τη θεωρητική κατανόηση ολόκληρης της ιστορικής πορείας». Πρόκειται για αναστοχαστική επιτέλεση μέσω ενός παρατηρητηρίου της ιστορίας που επιτρέπει την κατόπτευση του συνόλου των φάσεων που αυτή διήνυσε ή των «βαθμίδων εξέλιξής» της («Entwicklungsstufen»).
Αν η «ιστορία ώς τώρα όλης της κοινωνίας είναι ιστορία ταξικών αγώνων», το αφετηριακό σημείο αυτής της επίγνωσης βρίσκεται στη βεβαιότητα ότι θα μπορούσε να ανατραπεί η κυριαρχία του «παρελθόντος πάνω στο παρόν», κατά την αντικατάσταση της «αστικής κοινωνίας» από την «κομμουνιστική κοινωνία». Σ’ αυτό το δίπτυχο διακρίβωσης και διάγνωσης υπόκειται ένα πλέγμα θεωρητικών εργαλείων ανάλυσης και συνάμα μια πρόταση πολιτικής δράσης.
Ως δεσπόζουσα συνιστώσα αυτού του δίπολου αντιμετωπίζεται η προβολή ενός συνεκτικού πλαισίου αρχών που θα αποκωδικοποιεί επαρκώς τη διαδρομή της ιστορίας και θα προσφέρει έτσι την τεκμηρίωση για την εκδίπλωση εκείνης της πολιτικής που θα εγγυάται την επιβολή του «παρόντος πάνω στο παρελθόν».
Ηδη ο νεαρός Μαρξ είχε κατανοήσει την ανάδραση ανάμεσα στη «θεωρία» και τη «μέθοδο», όταν επίμονα απαιτούσε τη «θεμελίωση του αληθινού υλισμού και της πραγματικής επιστήμης» που θα ερευνά με ενιαίο τρόπο την ιστορικότητα της φύσης και της κοινωνίας. Η αυτοσυγκράτηση στον «πραγματικό κόσμο», όπως ο ίδιος την καθορίζει ως ανάλυση των «μυστικοποιημένων» στοιχείων του, δεν έχει καμία σχέση με τη «δογματική» πρόσληψη του μέλλοντος – μόνο η «αμείλικτη κριτική όσων υπάρχουν» μπορεί να αποσαφηνίσει το νόημα των «πραγματικών αγώνων» και να οικοδομήσει την «κριτική φιλοσοφία».
Η διαπίστωση της αφερεγγυότητας των σχεδιασμών του μέλλοντος συμπορεύεται με την πρόθεση να παραχωρήσει τη θέση του ο «δογματισμός», ο «μύθος», η «αυταπάτη», το «ιδεώδες», η «θεωρησιακή» σκέψη και η «ιδεολογία», που συνιστούν επιμέρους πτυχές της διαδικασίας αυτονόμησης της «συνείδησης» από τη «ζωή», στην «πραγματική, θετική (positive) επιστήμη», δηλαδή στην «έκθεση της πρακτικής δραστηριότητας» των ανθρώπων.
Οι θεωρητικές προκείμενες της γερμανικής ιδεολογίας, που εμφανίζονται ως πρώτη συνεκτική διατύπωση της υλιστικής «Geschichtsauffassung» αξιώνουν να επαληθευθούν με «καθαρά εμπειρικό τρόπο», στο μέτρο που χωρίς οποιαδήποτε «μυστικοποίηση» και «θεωρησιασμό» («Spekulation») μπορούν να δείξουν τον «σύνδεσμο» της «κοινωνικής» και «πολιτικής άρθρωσης» («Gliederung») με την «παραγωγή».
Στο Μανιφέστο εμφανίζεται μία από τις πρώτες κοινές εφαρμογές της «αυτογνωσίας» των συγγραφέων του με απτό το «καθοδηγητικό νήμα» των αναλύσεών τους, στο στόχαστρο των οποίων βρίσκεται το πεδίο γένεσης και ανάπτυξης του κεφαλαιοκρατικού κοινωνικού σχηματισμού. Η «σύγχρονη αστική κοινωνία» χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι «απλοποίησε τις ταξικές αντιθέσεις» με τη διάταξη «δύο μεγάλων εχθρικών στρατοπέδων» που διεκπεραιώνουν τη σύγκρουση της αστικής τάξης με το προλεταριάτο. Ο αγώνας μάλιστα του τελευταίου εγκαινιάζεται ταυτόχρονα «με την ύπαρξή του» που ως «τάξη των συγχρόνων εργατών» ζει μόνο όσο τα μέλη της «βρίσκουν εργασία», δηλαδή όσο η «εργασία τους πολλαπλασιάζει το κεφάλαιο».
Με αυτήν τη συλλογιστική καταγράφονται οι «ανατροπές στον τρόπο παραγωγής και επικοινωνίας» («Produktions-und Verkehrsweise») ή στα «μέσα παραγωγής» («Produktionsinstrumente») και στις «σχέσεις παραγωγής» («Produktionsverhälnisse»), στην «κρατική εξουσία» που συμπυκνώνει την «πολιτική κυριαρχία» της αστικής τάξης και τέλος στην «πνευματική παραγωγή» και στον «πολιτισμό» («Zivilisation»).
Ως προς το τρίτο πεδίο, μετά το οικονομικό και το πολιτικό, οι συντάκτες του Μανιφέστου αφού αναρωτηθούν «τι άλλο αποδεικνύει η ιστορία των ιδεών («Geschichte der Ideen»), παρ’ ότι η πνευματική παραγωγή μεταβάλλεται μαζί με την υλική παραγωγή» θα αποφανθούν ξανά ότι οι «κυρίαρχες ιδέες μιας εποχής ήταν πάντα απλώς οι ιδέες της κυρίαρχης τάξης». Με γενικευμένη τη μετατροπή της διανοητικής εργασίας σε μισθωτή δουλειά (στα οικεία παραδείγματα συγκαταλέγεται ο ποιητής και ο «άνθρωπος της επιστήμης») οι διανοούμενοι διαμεσολαβούν ώστε να εφοδιάζεται το προλεταριάτο με «μορφωτικά στοιχεία («Bildungselemente») που τελικά στρέφονται εναντίον της ίδιας της αστικής τάξης. Ακριβώς οι στρατευμένοι σ’ αυτήν την υπόθεση ονομάζονται «κομμουνιστές», «υπερέχοντας» απλώς από την «υπόλοιπη μάζα του προλεταριάτου» στο θεωρητικό πεδίο που συνίσταται στην «κατανόηση των όρων», της πορείας και των γενικών συμπερασμάτων του προλεταριακού κινήματος».
Με αυτή την έννοια, οι «θεωρητικές θέσεις των κομμουνιστών» δεν συνάγονται από «αξιώματα που επινοήθηκαν ή ανακαλύφθηκαν από τον τάδε ή τον δείνα κοσμοδιορθωτή» («Weltverbesseren»), αλλά συντίθενται ως «γενικές διατυπώσεις πραγματικών σχέσεων ενός υπαρκτού ταξικού αγώνα, μιας ιστορικής κίνησης που εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια μας». Η «πιο ριζοσπαστική ρήξη με τις κληρονομημένες ιδέες» συναρτάται με την «κομμουνιστική επανάσταση» που συνιστά την «πιο ριζοσπαστική ρήξη με τις κληρονομημένες σχέσεις ιδιοκτησίας». Από τη σκοπιά αυτή αποτιμάται το σύνολο της «σοσιαλιστικής και της κομμουνιστικής φιλολογίας» («αντιδραστικός σοσιαλισμός», «συντηρητικός ή αστικός σοσιαλισμός», «κριτικός-ουτοπικός σοσιαλισμός και κομμουνισμός») και διευκρινίζεται η στάση των «κομμουνιστών» απέναντι στα «διάφορα αντιπολιτευόμενα κόμματα», με κριτήριο την υπογράμμιση του ζητήματος της ιδιοκτησίας «ανεξάρτητα από τη λιγότερο ή περισσότερο εξελιγμένη μορφή της».
Τι θα έλεγε σήμερα ένα κόμμα που συνεχίζεται να ονομάζεται «κομμουνιστικό»; (βλ. «Les “intellectuels” comme communistes», ανακοίνωση στο συνέδριο: «Espaces Marx», Παρίσι, 14.-16.5.1998).
*Oμότιμος καθηγητής Κοινωνικής και Πολιτικής Φιλοσοφίας του Παν/μίου Ιωαννίνων
