Ο Στέφανος Κασσελάκης εμφανίστηκε αθόρυβα στα ελληνικά πολιτικά πράγματα όταν έθεσε υποψηφιότητα για βουλευτής Επικρατείας με το ψηφοδέλτιο του ΣΥΡΙΖΑ. Λίγους μήνες μετά εκρήγνυται θεαματικά και ηχηρά σαν βεγγαλικό.
Είναι ο (υποψήφιος μέχρι στιγμής) πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ, μοσχοπουλώντας στα μέλη του κόμματος τον άφθαρτο, γυαλιστερό, απολιτίκ αλλά και πολίτικαλ κορέκτ εαυτό του ως τον μοναδικό διεκδικητή του πρωθυπουργικού θρόνου που έχει κάποιες πιθανότητες να τα καταφέρει. Το αν θα εκθρονίσει τον Μητσοτάκη, ίσως ως επικεφαλής ενός συριζαϊκού υβριδίου κάπως αριστερότερου της Νέας Δημοκρατίας, του στιλ Ντέμοκρατς βέρσους Ριπάμπλικανς, αυτό είναι κάτι που θα δούμε.
Αυτό που βλέπουμε τώρα όμως είναι πως ο Κασσελάκης έβαλε, σκοπίμως ή όχι, ταφόπλακα στο ΣΥΡΙΖΑ όπως τον ξέραμε μέχρι τώρα. Τα μαχαίρια βγήκαν από τα θηκάρια τους, τα καπετανάτα πιάσαν τα μετερίζια και οι πρώην συντρόφισσες και σύντροφοι, που πριν διαφωνούσαν εντόνως πλην κοσμίως, τώρα κυλιούνται στις λάσπες των κοινωνικών δικτύων ξεκατινιαζόμενοι ασυστόλως. Μιλάμε για ένα τσίρκο με διάφορα νούμερα: φανταστικές γιαγιάδες, δηλητηριώδεις μπηχτές, φέικ sms και διάφορα άλλα εμέσματα. Πράγματι ο Κασσελάκης έβαλε τον πολυτασικό, αλλά υπό τον Τσίπρα ενωμένο, ΣΥΡΙΖΑ στην κάσα.
Και μια που το ’φερε η κουβέντα, «κάσα», σύμφωνα με το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, είναι το κασόνι, το ξύλινο κιβώτιο που χρησιμεύει για την αποθήκευση ή τη μεταφορά πραγμάτων, επίσης το χρηματοκιβώτιο, η μπάνκα στη χαρτοπαιξία, το πλαίσιο κουφωμάτων, δηλαδή το τελάρο, αλλά, last but not least, «κάσα» είναι και το φέρετρο… Η λέξη παράγεται από το ιταλικό cassa, από το λατινικό «capsa», που σημαίνει «θήκη» –λέμε «κάψα» εννοώντας ένα χημικό δοχείο, το περικάρπιο των φυτών, την κάψουλα των φαρμάκων, αλλά και το κρανίο, το καύκαλο!
Υποκοριστικό της κάσας είναι και η κασέλα, δηλαδή το μπαούλο, το σεντούκι. Η μικρή κασέλα είναι και το κασελάκι, που σημαίνει επίσης και το μικρό κιβώτιο του λούστρου. Ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης μνημονεύει τα επώνυμα «Κασελάς» και «Κασελίδης» (ο κατασκευαστής σεντουκιών;). Ωστόσο το κασελάκι παραπέμπει στον κ. Στέφανο Κασσελάκη, ο οποίος γεννήθηκε στην Αθήνα, σπούδασε και σταδιοδρόμησε στις ΗΠΑ, αλλά έχει καταγωγή από τα Χανιά. Κάποια στοιχεία για το σόι του Στέφανου υπάρχουν στη «Φαμέγια» της Αντωνίας Ζεβόλη Νταουντάκη, εκδόσεις Εύμαρος, όπου εξιστορείται η διαδρομή της οικογένειας Κασ(σ)ελάκη. Κάποια παλιότερα μέλη της εμφανίζονται με το επώνυμο «Κάσελος», το οποίο εξελίχθηκε σε «Κασσελάκης».
Μία εκδοχή της προέλευσης αυτού του επωνύμου είναι πως το «Κάσελος» έχει σχέση με το ενετικό «Caselo» από το υστερολατινικό «Castellum», δηλαδή η οχυρωμένη θέση, το κάστρο. Από αυτό, που το συναντάμε και ως τοπωνύμιο σε αρκετές ευρωπαϊκές περιοχές με παλιά ρωμαϊκά φρούρια, μπορεί να προέρχονται το γαλλικό επώνυμο Castel και Cassel (γνωστός ο Vincent Cassel, ο ηθοποιός Βενσάν Κασέλ), το αγγλικό Cassell και το γερμανικό Kassel –μπορεί το «Κασσελάκης» να έχει κοινή ρίζα με αυτά τα επώνυμα.
Πάντως, όπως και να ετυμολογείται το επώνυμό του, ο Στέφανος κομίζει νέα ήθη στην πολιτική κονίστρα. Μένει να επιβεβαιωθεί εάν έβαλε οριστικά τον παλιό, καλό ΣΥΡΙΖΑ στην κάσα, όπως και το εάν η κασέλα του, το κουτί που περιέχει τις φιλοδοξίες και τα οράματά του, αποδειχτεί Κουτί της Πανδώρας για την ελληνική Αριστερά, πλήρες δεινών, ή κάσα (χρηματοκιβώτιο) γεμάτο τιμαλφή. Θα δούμε.
—
Αυλωνίτης: Θα σας κάνω ένα γλέντι μια και αρραβωνιαστήκατε… ντύσου. Γκραν.
Βασιλειάδου: Γκραν κάσα;
Α.: Οχι, γκραν πρι.
Β.: Απόψε θα κλάψουνε μάναι και θα θρηνήσουνε τέκνα. Θα γίνει το ολοκαύτωμα του Ζαρκαδίου που λένε…
Α.: Τρομάρα να σου ‘ρθει!
