ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Εύα Νικολαϊδου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο Gustave Courbet, το 1870, σε μια επιστολή προς τον υπουργό Καλών Τεχνών, έγραφε: «…Οχι, δεν επιθυμώ να διακριθώ μεταξύ των συγχρόνων μου παρά μονάχα με το ταλέντο μου και δεν θα μπορούσα ποτέ να τους συναναστρέφομαι φορώντας πάνω μου κάποιο διακριτικό σημάδι. Επιπλέον, επιθυμώ να τελειώσω τη ζωή μου όντας απόλυτος κύριος του εαυτού μου…».

«Μου αρέσει αυτό το στιλ μιας άλλης εποχής. Είναι κι επίκαιρο. Πανανθρώπινο. Διαχρονικότατο. Αγαπώ τα βραβεία και καταλαβαίνω τη σπουδαιότητά τους ανάλογα με τους θεσμούς και τις επιτροπές πίσω από αυτά. Αναδεικνύουν τη δουλειά μας. Στη δική μου διαδρομή, 25 χρόνων, νιώθω περήφανος για τα βραβεία που έχω πάρει στο εξωτερικό, γιατί είναι πολύ σκληρές οι διαδικασίες επιλογής και η δεξαμενή των υποψηφίων είναι τεράστια», λέει ο Γιάννης Σκαραγκάς.

● Οταν γινόμαστε καλύτεροι, δεν γινόμαστε και αντίπαλοι;

Ο ανταγωνισμός σε αυτό το σημείο είναι αναπόφευκτος, αλλά και πάλι εκτιμώ πολύ τους ανθρώπους που τον αφήνουν παραδίπλα. Μαθαίνεις να είσαι γενναιόδωρος ανάλογα με το πόσο έχεις γευτεί την τέχνη σου και την απήχησή της. Στο τέλος η δουλειά θα φωνάξει την αξία σου.

● Μπορούμε να ζήσουμε τη ζωή όπως τη θέλουμε ή απογοητευόμαστε;

Η δική μου συγγραφική ζωή δεν ήταν καθόλου εύκολη. Φυσικά και δεν μπορείς να προβλέψεις τη ζωή ή να υπολογίσεις τα βήματα. Μπορείς, όμως, να επενδύσεις στο ταλέντο, την πίστη σου και κυρίως την αίσθηση που έχεις ότι όλα αυτά δεν τα κάνεις για τον ναρκισσισμό σου, διότι τότε δεν θα έχεις διάρκεια. Στη δική μου περίπτωση η ζωή μου άλλαξε πολλές φορές βίαια. Ξεκίνησα μικρός ως συγγραφέας και σεναριογράφος και στην αρχή της οικονομικής κρίσης ξαφνικά βρέθηκα στο μηδέν. Κι αυτό να μην ήταν που με ισοπέδωσε, αισθανόμουν από πριν ότι η φωνή μου δεν είχε χώρο. Ηταν μια εποχή που κάποιοι που πίστευαν ότι έχουν την πρωτοκαθεδρία, διαμόρφωναν τις μοίρες των δημιουργών. Στο εξωτερικό κατέληξα στο ποιος θέλω να είμαι.

Στις ΗΠΑ δούλεψα πολύ μέχρι να με προσέξουν ως διηγηματογράφο. Η πρώτη μου συγγραφική υπογραφή ήταν στο θέατρο, το έργο «Prime Numbers» στη Νέα Υόρκη. Τα εκδοτικά πράγματα εκεί έχουν άλλες διαστάσεις. Πήρα διακρίσεις από μεγάλα, διάσημα λογοτεχνικά περιοδικά και ιδρύματα. Πήγα το 2008 γράφοντας στα αγγλικά και το 2009 το λογοτεχνικό περιοδικό του Πανεπιστημίου του Κολοράντο ζήτησε την πρώτη μου δουλειά. Ο κόσμος με γνώρισε ως διηγηματογράφο αγγλόφωνο μέσα από τέτοια έντυπα.

Ποια ήταν η χώρα που σε καθόρισε περισσότερο;

Θεωρώ πατρίδες μου τους τόπους όπου οι άνθρωποι συμπεριφέρονται σαν να φορούν τα καλά τους σε ένα οικογενειακό τραπέζι. Εγώ, όπου το συνάντησα αυτό, έκανα οικογένεια.

Είσαι υπέρ της σύγχρονης τεχνολογίας;

Αν προάγει τον πλουραλισμό. Παλιά υπήρχαν τέσσερις άνθρωποι που αν δεν έγραφαν για σένα δεν υπήρχες. Σήμερα υπάρχουν 54.000. Εχει φτάσει σε τέτοιο σημείο που τελικά η ίδια η δουλειά σου θα σε προσδιορίσει, όχι ότι ξαφνικά ένας απ’ τους αμέτρητους θα καθορίσει τη μοίρα σου.

Με τη σύγχρονη τεχνολογία, όμως, περνάμε στην τεχνοκρατία, την εκμετάλλευση, τον έλεγχο.

Η τεχνολογία αλλάζει πάντα τον κόσμο μας και δεν είμαστε έτοιμοι. Εμείς ακολουθούμε. Παρ’ όλα αυτά υπάρχουν και πολύ σημαντικά οφέλη. Πιστεύω πάρα πολύ στην επιστήμη που βοηθάει τον άνθρωπο, τον κάνει καλύτερο, πιο ανθεκτικό, ευγενέστερο, τον προστατεύει από την τυχαιότητα.

Ζούμε, όμως, μια σύγχυση κι έχουμε όλοι ευθύνη γι’ αυτό.

Αυτό είναι μεγάλη αλήθεια αλλά δεν ξέρω τελικά σε ποια σύγχυση αναφέρεσαι. Γιατί, ναι, τελικά παίρνουμε όλοι μια θέση. Ακόμα κι η σιωπή μπορεί να είναι μια πολύ αξιοπρεπής και υπεύθυνη θέση. Ειδικά σε μια εποχή που τα πάντα γύρω μας είναι λαϊκά δικαστήρια. Δήμιοι, ηλεκτρονικοί ή πραγματικοί. Ολα κρίνονται πάνω στην ένταση της στιγμής. Μια επίθεση σε οτιδήποτε εκπροσωπεί το ανθρώπινο. Θεωρώ ότι η σύγχυση έχει πολλά πρόσωπα κι είναι τρομακτική. Οσο προχωράει ο κόσμος, ακόμα περισσότερο. Γίνεται επικίνδυνη. Το ότι, δηλαδή, μπορούν να βγουν συμπεράσματα και εντυπώσεις που θα έχουν κόστος στη ζωή σου.

Το όνειρο είναι το δακτυλικό αποτύπωμα. Πάντα εξετάζω τα όνειρά μου, τη διάσταση που έχουν

Η ορατότητά μας δεν διαμορφώνεται μόνο μέσα απ’ τον πραγματικό κόσμο αλλά και από έναν τελείως εικονικό. Το κόστος, λοιπόν, δεν είναι μόνο αν περιορίζεις τη σωματική μου ελευθερία αλλά και τα ίχνη που αφήνεις γύρω από αυτό που κυκλοφορεί για μένα σε έναν διαδικτυακό κόσμο. Τη φοβάμαι τη σύγχυση, πάντα τη φοβόμουν.

Νομίζω ότι είναι ένα διαχρονικό μικρόβιο. Μία από τις απολαύσεις που έχει η μελέτη της Ιστορίας είναι το να συνειδητοποιήσεις ότι η ανθρώπινη εμπειρία, αυτό το πάθημα που γίνεται μάθημα, δεν είναι αρκετό για να δημιουργήσει ανοσία στο μικρόβιο της σύγχυσης. Φοβάμαι τελικά ότι είναι συνυφασμένη με κάποιο δικό μας κομμάτι, πολύ συστατικό. Του χαρακτήρα μας; Της φύσης μας; Του τρόπου που είναι φτιαγμένος ο εγκέφαλός μας; Για κάποιον λόγο δεν μαθαίνουμε από την εμπειρία και τις πληγές των άλλων.

Η σειρά «Κάνε ότι κοιμάσαι» έχει επιτυχία και είναι, ας πούμε, το αποτύπωμα μιας εποχής. Η λέξη «κοιμάμαι» είναι συνυφασμένη με τα όνειρα τα οποία έχουν ανοιχτές πόρτες, αλλά δεν ξέρω πόσο είμαστε ελεύθεροι να τις επισκεπτόμαστε.

Ο καθένας είναι υπεύθυνος για τα όνειρά του και για τον τρόπο που τα ερμηνεύει. Μπορεί για τον ύπνο του να μην είναι. Ομως, το όνειρο είναι το δακτυλικό αποτύπωμα. Εχει μοναδικά χαρακτηριστικά. Πάντα εξετάζω τα όνειρά μου, τη διάσταση που έχουν. Δεν είμαι από αυτούς που κουνάνε το δάχτυλο. Δεν μπορώ εύκολα να απευθυνθώ στο δεύτερο πληθυντικό και να πω «κοιμάστε». Τι θα πει «κοιμάστε»; Κι εσύ μπορεί να κοιμάσαι και να μην το καταλαβαίνεις.

Για μένα η επιτυχία αυτής της σειράς είναι ότι άνοιξε έναν διάλογο για το πώς η τηλεοπτική μυθοπλασία μπορεί να αποτελεί ανάγνωση της πραγματικότητας και οπτική και όχι να την αποκλείει. Δεν μου αρέσει η αποσιώπηση της πραγματικότητας μέσα από την εξιδανίκευση, μέσα από φαντασιώσεις… Ηταν μια σκληρή σειρά. Δύσκολη ιστορία. Και στα θέματά της. Καταρχάς καταπιάστηκε με όλα τα είδη της ψυχολογικής κακοποίησης και του εκφοβισμού. Του σχολικού, του εφηβικού αλλά και με ενήλικες μορφές ψυχολογικής κακοποίησης. Επίσης, είχε μια εντιμότητα που ιδίως στην κορύφωση του τέλους σόκαρε. Κέρδισε για λίγο το κακό.

Εγώ δημιουργώ ψηφιδωτά. Πάνω που σου έχω πει κοίταξε ακριβώς τι θέση έχουν, σε πάω πιο πίσω και σου λέω ξανακοίταξε. Επιστρέφοντας στην τηλεόραση έπειτα από πολλά χρόνια, ήθελα να μιλήσω για την Ελλάδα όπως την ξαναβρήκα εγώ μετά την περίοδο της οικονομικής κρίσης και την πανδημία. Κι είναι μια τραυματισμένη, κακοποιημένη Ελλάδα. Μια Ελλάδα άγρια, βίαιη, χυδαία, αλλά έχει μικρομονάδες, μικροοργανισμούς που αντιστέκονται. Αυτόν τον κόσμο ήθελα εγώ να αποδώσω. Το κακό μπορεί και να κερδίζει. Αυτό που θα σε σώσει είναι το ελάχιστο δικαίωμα να αντισταθείς. Αυτή τη σειρά ήθελα να κάνω, αυτή έκανα. Δόξα τω θεώ, είμαι ευγνώμων και από την εντυπωσιακή της απήχηση και από τις υποψηφιότητές της στο διεθνές διαγωνιστικό τμήμα των Seoul Drama Awards τον Σεπτέμβριο.

Πιστεύεις ότι ζούμε σ’ ένα χάος; Παντού υπάρχουν μέτωπα, σαν να είμαστε σε πόλεμο. Θα το αντέξει αυτό ο κόσμος;

Δυστυχώς, δεν αντέχει. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο άλλος δεν γεννήθηκε έτσι, διαμορφώθηκε έτσι. Αν ο κόσμος είναι φοβισμένος θα δημιουργήσει και φαντάσματα και τέρατα. Δεν είναι μόνο τα μέτωπα αλλά και αυτή η διάθεση του ανθρώπου, ιδίως στην Ελλάδα, να κατασπαράξουμε ο ένας τον άλλο.

● Ετσι δεν οδηγούμαστε στον αφανισμό;

Οδηγούνται όλα. Και η τέχνη και ο πολιτισμός. Αυτό που μπορείς ν’ αφήσεις σαν αποτύπωμα, αν μετά από χιλιετίες κάποιος βρει ένα σημάδι από σένα, είναι τα ίχνη μιας βαθιάς ανθρωπιάς. Τι θα αφήσεις τελικά, τα όπλα σου;

● Πρόσφατα κυκλοφόρησε το βιβλίο σου για τη Μελίνα Μερκούρη. Σου προκαλούσε δέος αυτή η γυναίκα;

Πολλά χρόνια μελετούσα τη ζωή της από αρχεία. Αυτό το βιβλίο είναι πιστό στα βιογραφικά και ιστορικά στοιχεία, αλλά δεν είναι μια βιογραφική καταγραφή. Είναι αυτό το φως της Μελίνας, με τις σκιές και τα σκοτάδια. Ηθελα όλη την παλέτα της ανθρώπινης υπόστασης και του χαρακτήρα. Ηταν κυρίως ο οδηγός και η γέφυρα για να εμβαθύνω σε όσα μας κάνουν μοναδικούς, λατρεμένους και αλησμόνητους. Η Μελίνα ήταν ένα ιδανικό πλάσμα για μια τέτοια ιστορία.

Με συγκινούν εκείνοι που όταν πέφτουν με τα μούτρα στα πάθη τους, δεν μένουν στον εαυτό τους, στην απόλαυσή τους, στο τομάρι τους. Η παράδοση, το χτύπημα στον τοίχο, τους κάνει ν’ αφιερώνονται σε κάτι μεγαλύτερο. Είναι όσοι αγαπήσαμε; Είναι μια συναισθηματική καταγωγή; Μια προέλευση; Ενα όνειρο;

Ηθελα, με αφορμή έναν χαρισματικό άνθρωπο, μια τέτοια μυθολογική γυναίκα να γίνει η ηρωίδα που στο τέλος κουβαλάει στην πλάτη της και την περιπέτεια της γυναίκας, της υγείας της, αλλά και την περιπέτεια ενός τόπου και μιας εποχής. Είναι μια μεγάλη διαδρομή χειραφέτησης και αυτοπροσδιορισμού, ένα βλέμμα στη ζωή με περηφάνια, καρδιά και λαχτάρα.

● Μεταμορφώθηκες, Γιάννη, από κάμπια σε πεταλούδα.

Είναι μια αέναη διαδικασία. Σκέψου ότι από την κάμπια στην πεταλούδα είναι δύο στάδια πολύ καθοριστικά με αμέτρητα άλλα ενδιάμεσα. Δεν γίνεται να μη μεταμορφωνόμαστε μέσα απ’ τη δημιουργία και την επαφή μας με τη βίαιη πραγματικότητα. Θα μου πεις, η πλειονότητα μένει στο ίδιο. Λέω το «δεν γίνεται» για έναν λόγο. Γιατί όσο δεν μεταμορφώνεσαι κάποια στιγμή πετρώνεις και φεύγεις. Σε αποβάλλει η ίδια η εποχή. Ούτε τα κυκλώματα ούτε οι συγκυρίες. Γιατί πλέον η φωνή σου δεν εκπροσωπεί κανέναν άλλον εκτός από σένα. Αυτό είναι για μένα ο μεγαλύτερος κίνδυνος. Το να μη μετράει πλέον η φωνή σου, να μην έχει σημασία. Και για να έχει σημασία, οφείλει να εκπροσωπεί εκείνους που δεν έχουν το προνόμιο να ακουστούν.