Πριν από έναν αιώνα ήταν από τα πιο διάσημα πλοία της ακτοπλοΐας. Το όνομά του ήταν «Πύλαρος» και έμεινε, για πολλά χρόνια, παροιμιώδες στον Πειραιά. Η φήμη του συνδυάστηκε με τις προσφορές προς τους επιβάτες, που με το εισιτήριο «κέρδιζαν» και ένα πιάτο μακαρόνια. Ομως, αυτή «απογειώθηκε» λόγω του ξέφρενου ανταγωνισμού με τον «συμπατριώτη» του, το επιβατηγό «Ασσος», το ένα από τα δύο πρώτα πλοία της ιστορικής εταιρείας στην επιβατηγό ναυτιλία Δεστούνη – Γιαννουλάτου.
Το ατμόπλοιο «Πύλαρος» είχε κατασκευαστεί το 1864 στην Κοπεγχάγη, με αρχικό όνομα «Χέρμοντ» (Hermod). Ηταν σχετικά μικρό, με μήκος περίπου 60 μέτρα, πλάτος περίπου 7 μέτρα και ολικής χωρητικότητας 310 κόρων. Ταξίδευε στη Βόρεια Θάλασσα μέχρι το 1895, οπότε αγοράστηκε από Γερμανούς, που έβαλαν καινούργια καζάνια, μηχανή τριπλής εκτόνωσης 72 ίππων και μετονομάστηκε σε «Κάρμεν Σίλβα» (Carmen Sylva), το φιλολογικό ψευδώνυμο της βασίλισσας της Ρουμανίας Ελισσάβετ. Δρομολογήθηκε στον Δούναβη και τέσσερα χρόνια αργότερα αγοράστηκε αντί 12.000 λιρών, ποσό υπερβολικό για την εποχή του, από τον Κεφαλονίτη Νικόλαο Μ. Αθανασούλη, που ασχολούνταν με το εμπόριο δημητριακών στον Δούναβη.
Ο Αθανασούλης ονόμασε το πλοίο «Πύλαρος» προς τιμήν της ιδιαίτερης πατρίδας του, το νηολόγησε στο Αργοστόλι και το δρομολόγησε από Πειραιά για Κορινθιακό, Πάτρα, Λευκάδα, Ιθάκη, Κεφαλονιά, Αμβρακικό, με προσεγγίσεις σε 14 λιμάνια! Από τους πρωτοπόρους στο «μάρκετινγκ», έριξε τις τιμές και πρόσφερε δωρεάν φαγητό στη διάρκεια του ταξιδιού. Οι ντελάληδες που υπήρχαν έξω από κάθε πλοίο φώναζαν με στεντόρεια φωνή: «Ολοι με την “Πύλαρο” και ένα πιάτο μακαρόνια». Μια φράση που έμεινε παροιμιώδης στην «πιάτσα» του Πειραιά. Πολύ γρήγορα αυτές οι «προσφορές» άρχισαν να γίνονται και από άλλα πλοία.
Οπως διαβάζουμε σε εφημερίδες, το καλοκαίρι του 1904, σε άλλη «κόντρα» μεταξύ των ατμόπλοιων «Αστήρ» και «Αγιος Ιωάννης», που έκαναν δρομολόγια στον Αργολικό κόλπο, εκτός από τη μείωση του ναύλου οι ντελάληδες προσπαθούσαν να προσελκύσουν επιβάτες τάζοντας και ένα πιάτο μπάμιες!
Ομως, η «Πύλαρος» κέρδιζε πολλούς επιβάτες και αυτό «φούντωσε» τον ανταγωνισμό με τον μεγάλο αντίπαλό του, το ατμόπλοιο «Ασσος». Το «Ασσος» ήταν νεότερο σκάφος και λίγο μεγαλύτερο. Ναυπηγήθηκε το 1883, στη Γλασκόβη, και το αρχικό όνομά του ήταν «Λαίδη Τορφίντα» (Lady Torfrida). Είχε μήκος 68 μέτρα, πλάτος 8, ολική χωρητικότητα 400 κόρων και διέθετε τρικύλινδρη μηχανή 81 ίππων. Το 1890 αγοράστηκε από τον Ρώσο δούκα Αλέξανδρο της Αγίας Πετρούπολης και μετονομάστηκε «Ταμάρα» (Tamara) για να πωληθεί ξανά το 1898 και να ονομαστεί «Τράβελ Γιοτ» (Travel Yacht).
Το 1902 αγοράστηκε από τη νεοσυσταθείσα εταιρεία των αδελφών Δεστούνη και του ανιψιού τους Αλέξανδρου Γιαννουλάτου (το 1910 ενεπλάκη στην εταιρεία και ο αδελφός του Αλέξανδρου, Αντώνης), που ξεκίνησε τη μεγάλη πορεία της στην επιβατηγό ναυτιλία, με ακόμα ένα πλοίο, την «Ερισσο». Σε έναν χρόνο είχε αυξήσει τα πλοία της σε τέσσερα και στις παραμονές του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου οι αδελφοί Γιαννουλάτου συγκαταλέγονταν ανάμεσα στους δέκα κορυφαίους ελληνικούς εφοπλιστικούς ομίλους, με εντυπωσιακό στόλο δεκαέξι ατμόπλοιων. Αντίθετα, η εταιρεία Αθανασούλη δεν πήρε άλλο επιβατηγό πλοίο, αλλά στις παραμονές του πολέμου απέκτησε δύο εμπορικά εκμεταλλευόμενη τη μεγάλη αύξηση των ναύλων.
Ωστόσο, τα πρώτα χρόνια ο ανταγωνισμός «Πύλαρου» και «Ασσου» χτυπούσε «κόκκινο».
Ηδη από τον Οκτώβριο του 1902 υπάρχουν δημοσιεύματα για τις κόντρες της «Πύλαρου» και των πλοίων της εταιρείας Δεστούνη – Γιαννουλάτου, που κι αυτή εγκαινίασε την παρουσία της στην ακτοπλοΐα με δρομολόγια στην ίδια γραμμή με το πλοίο του Αθανασούλη.
Ομως, τον επόμενο χρόνο τα πράγματα έφτασαν στο απροχώρητο…
Στις αρχές Αυγούστου 1903 ο Πειραιάς και η Πάτρα αναστατώθηκαν από μια «κόντρα» μεταξύ «Πύλαρου» και «Ασσου», που για να κερδίσουν την «πρωτιά» ανέπτυξαν στη διάρκεια του ταξιδιού μεγάλη ταχύτητα πανικοβάλλοντας τους επιβάτες ενώ τα πληρώματα αντάλλασσαν ύβρεις ακόμα και πυροβολισμούς! Δυστυχώς, παρά τις διαμαρτυρίες επιβατών προς τις Αρχές δεν πάρθηκε κανένα μέτρο, καθώς τα δύο πλοία διετίθεντο σε εκλογικές αναμετρήσεις για μεταφορές ψηφοφόρων.
Μάλιστα, όπως έγραφε η εφημερίδα «Ακρόπολις» το φθινόπωρο του 1903, είχαν έντονη «παρουσία» στις δημοτικές εκλογές του Πειραιά, καθώς το «όλοι με την “Πύλαρο”» ήταν το σύνθημα των οπαδών του Σπύρου Δαμαλά, που τελικά εκλέχτηκε δήμαρχος, για να υπογραμμίσουν ότι αγωνιζόταν μόνος του σαν το «μοναχοβάπορο» του Αθανασούλη απέναντι στον Κριτσίλη, ο οποίος στηριζόταν από τους μεγαλύτερους εργοστασιάρχες του Πειραιά.
Βέβαια, και οι δύο υποψήφιοι είχαν κομματική στήριξη, ο μεν Δαμαλάς από τους «θεοτοκικούς» βουλευτές, τους συνεχιστές του κόμματος του Τρικούπη, ο δε Κριτσίλης, από τον πρώην δήμαρχο Τρ. Μουτζόπουλου και τους «δεληγιαννικούς». Ομως, ο χωρίς όρια ανταγωνισμός έγινε αιτία σοβαρού δυστυχήματος νωρίς το πρωί της 25ης Νοεμβρίου 1903, έξω από το λιμάνι της Ιθάκης, στο οποίο έχασαν τη ζωή τους τρεις άνθρωποι. Οπως περιέγραφαν επιβάτες, πριν καν τελειώσει η εκφόρτωση εμπορευμάτων και η αποβίβαση, που γινόταν με βάρκες, η «Πύλαρος» ξεκίνησε να βγει από το λιμάνι με μεγάλη ταχύτητα για να προλάβει το «Ασσος», που κατέπλεε επίσης ολοταχώς. Τα δύο πλοία συγκρούστηκαν κοντά στον φάρο του Αγίου Ανδρέα. Η «Πύλαρος» έπαθε μεγάλο ρήγμα αλλά πρόλαβε και κατευθύνθηκε στα αβαθή όπου ημιβυθίστηκε.
Ο τότε πρωθυπουργός Δ. Ράλλης επέρριψε ευθύνες στους πλοιάρχους «απαλλάσσοντας» σιωπηρά τις εταιρείες και τις Αρχές που ανέχονταν την κατάσταση και ο υπουργός Εσωτερικών έσπευσε να αποφανθεί ότι δεν ήταν ο ανταγωνισμός η αιτία της σύγκρουσης….
Τελικά, επιτροπή εμπειρογνωμόνων επέρριψε τις ευθύνες της σύγκρουσης στο «Ασσος» και έναν χρόνο αργότερα καταδικάστηκε από το Πλημμελειοδικείο Κεφαλονιάς σε 6μηνη φυλάκιση ο πλοίαρχος και σε 12μηνη φυλάκιση ο υποπλοίαρχος. Η «Πύλαρος» ανελκύστηκε και αφού επισκευάστηκε ξανάρχισε δρομολόγια από τις 9 Απριλίου 1904.
Μετά από εκείνο το δυστύχημα, δεν φαίνεται να συνεχίστηκαν, τουλάχιστον σε τέτοια έκταση, οι «κόντρες». Στη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων η «Πύλαρος» χρησιμοποιήθηκε ως άτυπο πλωτό νοσοκομείο για τη μεταφορά τραυματιών, ενώ το «Ασσος» ως οπλιταγωγό.
Τα τελευταία χρόνια της δεκαετίας του 1920 τα δύο πλοία φαίνεται ότι παροπλίστηκαν, ώστε το 1932, που ψηφίζεται νόμος με τον οποίο καθιερώθηκε όριο ηλικίας τα 50 χρόνια για τα επιβατηγά πλοία, να έχουν ήδη αποσυρθεί. Στα τέλη της δεκαετίας του 1930 και τα δύο πλοία οδηγήθηκαν για διάλυση.
