ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Κυριακή Μπεϊόγλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Επιστρέφω στη λιτανεία των “εάν” που μου έχει γίνει εμμονή όλα αυτά τα χρόνια. Κι έχει μετατρέψει την ύπαρξή μου σε μια πραγματικότητα υποθετική. Οταν δεν συμβαίνει καμία καταστροφή, προχωράς χωρίς να κοιτάζεις πίσω, στυλώνεις το βλέμμα στη γραμμή του ορίζοντα, ίσια μπροστά. Οταν προκύπτει μια τραγωδία, αλλάζεις δρόμο, επιστρέφεις για να στοιχειώσεις το σπίτι, προβαίνεις στην ανασύσταση των γεγονότων. Θέλεις να κατανοήσεις την αρχή κάθε πράξης, κάθε απόφασης. Παίζεις την μπομπίνα ξανά και ξανά, εκατό φορές. Γίνεσαι ειδικός περί “αιτίας και αποτελέσματος”»

Το απόσπασμα αυτό δίνει όλη την ατμόσφαιρα της πλοκής του βραβευμένου με το Goncourt 2022 βιβλίο «Ζήσε γρήγορα» της Αλγερινογαλλίδας συγγραφέα Μπριζίτ Ζιρό. Κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Καστανιώτη σε μετάφραση της Σοφίας Αυγερινού. Η Ζιρό είναι πια μια δυνατή λογοτεχνική φωνή στη γαλλική συγγραφική σκηνή και όχι μόνο. Τα έργα της έχουν μεταφραστεί σε πολλές χώρες. Στη χώρα μας την πρωτογνωρίσαμε το 2008 με το «Ο έρωτας είναι μάλλον υπερεκτιμημένος» (εκδ. Ποταμός).

Εχει πάρει αρκετά βραβεία αλλά το «Ζήσε γρήγορα» της έδωσε το κορυφαίο. Γιατί; Γιατί γράφει για το τραγικό γεγονός του θανάτου του συντρόφου της σε δυστύχημα με μοτοσικλέτα, προσπαθώντας να ανιχνεύσει, να ανατάμει, να κάνει μια αυτοψία στα δικά της 23 «εάν» που θα απέτρεπαν ίσως το μοιραίο. Επιστρέφει δε σε αυτό το τραγικό συμβάν σήμερα, περισσότερα από είκοσι χρόνια μετά, με αφορμή την πώληση του σπιτιού που αγόρασε με τον Κλοντ και στο οποίο εκείνος δεν έζησε ποτέ.

Η ιστορία θέλει τους γονείς ενός 8χρονου αγοριού –του Tεό, στον οποίο είναι αφιερωμένο το βιβλίο–, ένα ζευγάρι σαραντάρηδων, να αγοράζουν ένα σπίτι με κήπο στα περίχωρα της Λιόν. Δεν προλαβαίνουν γιατί ένα απόγευμα του Ιουνίου του 1999, στον δρόμο για το σχολείο του Τεό, ο Κλοντ σκοτώνεται με μια μηχανή. Τα ατέλειωτα εάν στοιχειώνουν τη γυναίκα. Αν εκείνη δεν αποφάσιζε να πάρουν αυτό το σπίτι, αν εκείνη δεν έφευγε για το Παρίσι, αν εκείνη του είχε τηλεφωνήσει για να του πει πως ο γιος τους ήταν στο σπίτι φίλων και όχι στο σχολείο, αν εκείνη δεν είχε δώσει τα κλειδιά του γκαράζ στον αδερφό της για να παρκάρει τη θανατηφόρα μηχανή, «αν…» που δεν τελειώνουν και είναι γνώριμα σε κάθε άνθρωπο, σε κάθε αναγνώστη αυτής της ιστορίας, που έχει βιώσει βίαια μια απώλεια.

Η Ζιρό σκαλίζει βαθιά στην ίδια της την ύπαρξη και ανασύρει λογοτεχνικά κάθε μικρή και μεγάλη σκέψη μιας γυναίκας που δεν μπορεί να αποδεχτεί τον θάνατο του αγαπημένου της, που νιώθει ένοχη πάνω απ’ όλα. Ενοχη γιατί δεν έχει την υπερφυσική δύναμη να αποτρέψει τη μοίρα. Η αφήγησή της, τα χωρισμένα σε κεφάλαια «εάν» της, είναι αριστοτεχνική. Δίχως στοιχεία δράματος, αλλά με το βαθύ συναίσθημα ενός βιωμένου τραύματος.

Αλλωστε αρχίζει το βιβλίο με τη φράση «γράφοντας οδηγείσαι σ’ εκείνον τον τόπο που ήθελες να αποφύγεις», του συγγραφέα Πατρίκ Οτρεό. Η Ζιρό μάς αναγκάζει να δούμε με θάρρος την καθημερινότητά μας. Στη δίνη ενός υπερκαταναλωτικού κόσμου, που όλοι θέλουμε ένα καλύτερο σπίτι, ένα καλύτερο αυτοκίνητο, περισσότερα αγαθά, ζούμε γρήγορα.

Και συχνά προσπερνάμε τις στιγμές μη αναγνωρίζοντας την ευτυχία. Η συγγραφέας βρήκε το θάρρος να γράψει για ένα δράμα που της ανέτρεψε τη ζωή, με μια σκληρή ενδοσκόπηση, ένα ξεδίπλωμα όλων των πιθανοτήτων που θα μπορούσαν να ανατρέψουν το δυστύχημα. Φεύγοντας από το σπίτι που αγόρασαν μαζί αλλά δεν έζησαν εκεί, βλέπει κατάματα πια πως δεν υπάρχουν «αν». Υπάρχει μόνο η ζωή και οι απρόβλεπτες προεκτάσεις της. Δεν είμαστε θεοί, δεν μπορούμε να αποτρέψουμε τα πάντα, δεν είμαστε μοναδικοί, και πάνω απ’ όλα δεν είμαστε αθάνατοι. Δικαίως κέρδισε το μεγάλο βραβείο και δικαίως θεωρείται μια σπουδαία συγγραφέας.