Υπάρχει η ποίηση ως η τέχνη των ποιητών. Υπάρχει και η άλλη ποίηση, αυτή των πολλών, οι οποίοι δεν γράφουν και δεν διαβάζουν. Η δεύτερη αποτελεί μια τέχνη-φάντασμα. Αντιπροσωπεύει τις ομιχλώδεις σχολικές προσλαμβάνουσες από το μάθημα της Λογοτεχνίας και τις εξίσου θολές σχετικές παραστάσεις από τα μέσα ενημέρωσης.
Ενιωθε φορτωμένη, σαν σύννεφο / καταδικασμένο να κυοφορεί καταιγίδες. / Σωρείτες, μελανοσωρείτες / κι ένα πουλί που πετάει στο βάθος. // Η αγωνία του όλη / κρεμασμένη / σε δυο / φτερούγες / φτενές / εν τω βάθει ρωμαλέες.
(«Νοέμβρης»)
Η Λίνα Στεφάνου τοποθετείται σκόπιμα στο σύνορο των δύο τεχνών. Από τη μια, δεν υιοθετεί εντελώς την κατεστημένη ποιητική κοινόλεκτο. Τη γλώσσα δηλαδή της οποίας οι κώδικες και η τροπικότητα κυριαρχούν στις συλλογές των ομοτέχνων της, επειδή εξασφαλίζουν την εδραίωση στην ποιητική κοινότητα ή, έστω, την πολιτογράφηση. Και δεν την υιοθετεί πλήρως, γιατί έτσι η ποίηση μεταβάλλεται σε μια ξένη, για τον πολύ κόσμο, πρακτική, αφού φέρει σε τέτοιο βαθμό τα συντεχνιακά χαρακτηριστικά που, για τους εκτός της συντεχνίας, καταντά απόμακρη και αδιάφορη.
Από την άλλη, η Στεφάνου ενσωματώνει στο ύφος της την προαναφερθείσα τέχνη-φάντασμα: την ιδέα για την ποίηση η οποία εντοπίζεται στο συλλογικό φαντασιακό. Συνακόλουθα, οι μεταφορές της δεν υπερβαίνουν τον ορίζοντα της προσδοκίας, με αποτέλεσμα οι εικόνες να εμφανίζονται καθαρές και έντονες. Τα μοτίβα και η μυθολογία στην οποία παραπέμπουν τα ποιήματα αποδεικνύονται επίσης οικεία. Γίνεται μεγάλη επένδυση στα σύμβολα της μαζικής κουλτούρας. Για παράδειγμα, στην ατμόσφαιρα της αστικής νύχτας, στον χώρο του μπαρ ή στη χειμαζόμενη Φύση, ένα σύμβολο το οποίο συναρτάται, επιπλέον, με το ρεύμα της Ecopoetry. Τα πάντα, εδώ, διέπονται από την καλλιγραφία, τόσο ως προς την υφή της γραφής όσο και ως προς την εκτύπωσή της. Τα πάντα προσελκύουν, καθώς λειτουργεί ένας, θα λέγαμε, ενσυναισθητικός λυρισμός, ο οποίος εκφράζει τον συναισθηματισμό του διπλανού ανθρώπου.
Η μέθοδος της συγκεκριμένης ποιήτριας αφορά, γενικά, το εξής διακύβευμα: να καταφέρνει να συνδέει και να συντονίζει κοινά στοιχεία με έναν πρωτότυπο τρόπο. Να δοκιμάζει και να πειραματίζεται μέχρι, πάντοτε, ένα ορισμένο σημείο. Μέχρι εκεί όπου όλα διατηρούνται αναγνωρίσιμα. Τα θετικά μιας τέτοιας μεθόδου δεν είναι καθόλου αμελητέα: φωτίζονται περιοχές της γλώσσας και της εμπειρίας, οι οποίες, διαφορετικά, θα παρέμεναν κλειστές. Το προηγούμενο συνιστά, βέβαια, κοινό τόπο για την καλή ποίηση. Το ενδιαφέρον όμως, εν προκειμένω, έγκειται στο γεγονός ότι, επειδή το «Κρακ – Τα δάκρυα της πόλης» επιμένουν να κινούνται μέσα στο πλαίσιο της προσδοκίας, αυτές οι περιοχές αποικίζονται εύκολα. Δεν παρουσιάζουν προσκόμματα, ούτε φαινόμενα ανησυχητικά, κατά την περιδιάβασή τους. Συμπεριλαμβάνονται στα τοπία της συνείδησης του αναγνώστη όχι ως νέα γνώση αλλά ως ανάμνηση. Η ποίηση της Λίνας Στεφάνου δημιουργεί, συνεπώς, την εντύπωση του déjà vu, συνοδεύεται από την προμνησία. Η τελευταία είναι η πλέον κατάλληλη για την παραγωγή ενός τύπου γοητείας βασισμένου στη νοσταλγία.
Βέβαια, αναφύονται, συγχρόνως, και δύο προβλήματα. Το πρώτο αφορά τις παραχωρήσεις οι οποίες γίνονται στην κοινή αντίληψη περί ποιήσεως: τα ποιήματα πρέπει να ανταποκρίνονται σε ευρύ φάσμα αποδοχής, κοινώς πρέπει να αρέσουν. Ενέχεται λοιπόν ο κίνδυνος να μη διαφέρουν –και όντως συμβαίνει σε μερικά από αυτά– από τους στίχους των τραγουδιών στους οποίους παραδίδονται, μετά τα μεσάνυχτα, οι θαμώνες ενός μπαρ.
Το δεύτερο πρόβλημα αντιστοιχεί σε ένα οξύμωρο: ποιητές, όπως η Λίνα Στεφάνου, οι οποίοι λαμβάνουν σοβαρά υπόψη την ιδέα για την τέχνη τους την εντοπιζόμενη στο συλλογικό φαντασιακό, διαβάζονται σχεδόν το ίδιο με τους υπόλοιπους ποιητές. Δηλαδή, έξω από έναν στενό κύκλο δεν διαβάζονται, έστω κι αν το ύφος τους καθίσταται καθ’ όλα επικοινωνήσιμο. Γιατί συνιστούν δύο διαφορετικά πράγματα το να έχει κάποιος μια φασματική αντίληψη για την ποίηση και το να εγγράφει ένας ποιητής αυτή την αντίληψη στις τεχνικές και στη γλώσσα του. Ο τοίχος της αδιαφορίας από τη μία πλευρά παραμένει. Οι παράγοντες της δημιουργίας του αποδεικνύονται αρκετοί. Η συντεχνιακή κοινόλεκτος της ποιητικής κοινότητας, που σημειώθηκε πιο πάνω, είναι βασικός αλλά μόνο ένας ανάμεσα σε άλλους παράγοντες.
Ετσι, μία από τις επιτυχίες της Λίνας Στεφάνου έγκειται, τελικά, στο γεγονός ότι στα ποιήματά της ενσωματώνει τους λανθάνοντες αναγνώστες της: το δυνητικό δηλαδή πλήθος από αυτούς οι οποίοι, εάν υφίσταντο, θα παρακολουθούσαν, σήμερα, τις ποιητικές της συλλογές, όπως το «Κρακ – Τα δάκρυα της πόλης». Η ποίησή της, γοητευτική και επικοινωνήσιμη, βρίσκεται σε διαρκή αναμονή του κοινού, για το οποίο γράφεται.
*Φιλόλογος, ομηριστής, ποιητής
